Η κατασκευή «ηρώων» χωρίς ερωτήσεις είναι ίσως η πιο επικίνδυνη πολιτική συνήθεια της ελληνικής κοινωνίας.

Πρώτα τοποθετείται το φωτοστέφανο, μετά υψώνονται τα πλακάτ, και μόνο όταν η ζημιά έχει ήδη γίνει αρχίζει – δειλά και αμήχανα – η συζήτηση για το τι ακριβώς πρεσβεύει αυτός που αποθεώθηκε. Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Και κάθε φορά, το τέλος είναι ίδιο.

Η περίπτωση της Μαρίας Καρυστιανού επιβεβαιώνει με τον πιο ωμό τρόπο αυτό το μοτίβο. Αναγορεύτηκε σε σύμβολο ηθικής υπεροχής, πριν καν τεθεί το αυτονόητο ερώτημα: ποια ιδεολογία διακονεί και ποια κοινωνία οραματίζεται. Όταν όμως άνοιξε – έστω «γλυκά» και υπαινικτικά – το θέμα των αμβλώσεων, αποκαλύφθηκε το πραγματικό πλαίσιο. Όχι ευθέως, όχι απότομα. Με μέθοδο. Με αφήγημα. Με σταδιακή μετατόπιση του δημόσιου διαλόγου.

Αυτή είναι άλλωστε η πεμπτουσία της ατζέντας τύπου Ντόναλντ Τραμπ. Δεν ξεκινά με τα ακραία. Ξεκινά με το «να το ξαναδούμε». Συνεχίζει με το «να το συζητήσουμε». Και καταλήγει στην ανατροπή δικαιωμάτων που θεωρούνταν λυμένα εδώ και δεκαετίες. Αμβλώσεις, θανατική ποινή, ποινικοποίηση των “άλλων”. Τίποτα από αυτά δεν πέφτει τυχαία στο τραπέζι.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι οι φορείς αυτών των ιδεών. Είναι το ακροατήριο. Άνθρωποι κατά τα άλλα σοβαροί, που εδώ και είκοσι χρόνια πέφτουν από αυταπάτη σε αυταπάτη, από «σωτήρα» σε «σωτήρα». Κάθε φορά εκπλήσσονται. Κάθε φορά δηλώνουν εξαπατημένοι. Και κάθε φορά επαναλαμβάνουν το ίδιο λάθος.

Η πολιτική ωριμότητα δεν είναι θέμα ιδεολογίας. Είναι θέμα κρίσης. Και αν κάτι διδάσκει ξανά αυτή η ιστορία, είναι ότι όποιος αρνείται να ρωτήσει εγκαίρως, καταλήγει να απορεί αργά.

Facebook Comments