Από τους πιο σταθερούς και ένθερμους υποστηρικτές της ελληνικής αγοράς παραμένει η Jefferies.
Παρά τις επιμέρους ανησυχίες, εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την Ελλάδα το καλύτερο χρηματιστηριακό story στην Ευρώπη. Ωστόσο, στην τελευταία της ανάλυση, ο αμερικανικός επενδυτικός οίκος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για μια εξέλιξη που –παραδόξως– θα μπορούσε να λειτουργήσει αρνητικά: την αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά.
Η συζήτηση άνοιξε μετά την ανακοίνωση της MSCI στα τέλη Ιανουαρίου για επίσπευση της διαδικασίας αναβάθμισης, με πιθανό χρονικό ορίζοντα τον προσεχή Αύγουστο. Σύμφωνα με τη Jefferies, ο κίνδυνος είναι σαφής: η αναβάθμιση να αποδειχθεί στην πράξη υποβάθμιση, λόγω της δυναμικής των παθητικών κεφαλαίων.
Το πρόβλημα εντοπίζεται στις ροές. Η Ελλάδα σήμερα έχει στάθμιση 0,61% στον δείκτη MSCI Emerging Markets, ενώ στον MSCI AC World η στάθμιση υποχωρεί μόλις στο 0,07%. Αυτό σημαίνει ότι οι πιθανές εκροές από παθητικά funds των αναδυόμενων αγορών ενδέχεται να είναι σημαντικά μεγαλύτερες από τις εισροές από τα αντίστοιχα funds των ανεπτυγμένων αγορών. Πρόκειται για τη λεγόμενη «κατάρα των παθητικών επενδύσεων», όπως τη χαρακτηρίζει ο οίκος.
Παρά τα παραπάνω, η Jefferies ξεκαθαρίζει ότι η θεμελιώδης εικόνα της Ελλάδας παραμένει εξαιρετικά ισχυρή. Από το 2020, όταν ξεκίνησε να διατηρεί bullish στάση, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστήριο Αθηνών έχει ενισχυθεί κατά 266%, επιβεβαιώνοντας –όπως σημειώνει– τη βαθιά μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν η δημοσιονομική βελτίωση, η ισχυρή ανάπτυξη και η ψηφιοποίηση του κράτους, σε συνδυασμό με «μακράν την καλύτερη κυβέρνηση στην Ευρώπη», κατά τη χαρακτηριστική διατύπωση της Jefferies.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον τραπεζικό κλάδο, ο οποίος αντιπροσωπεύει 77,7% του δείκτη MSCI Greece. Παρά τον κίνδυνο αναγκαστικών πωλήσεων από funds αναδυόμενων αγορών, η Jefferies διατηρεί σύσταση buy και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, με τον τραπεζικό δείκτη να καταγράφει εντυπωσιακές αποδόσεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και άλλοι μεγάλοι οίκοι, όπως η JP Morgan και η Morgan Stanley, οι οποίοι αναγνωρίζουν τους κινδύνους των ροών αλλά διατηρούν overweight στάση. Αντίθετα, η HSBC επέλεξε underweight προσέγγιση, επικαλούμενη την ίδια αναβάθμιση.
Ο αντίλογος, όπως τονίζει η NBG Securities, είναι ότι πέρα από τη βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα, η Ελλάδα μπορεί να προσελκύσει μακροπρόθεσμα κεφάλαια ανεπτυγμένων αγορών, χάρη στις χαμηλές αποτιμήσεις, την ισχυρή κερδοφορία των τραπεζών και το συνεκτικό διαρθρωτικό της αφήγημα.
Καταλυτικό ρόλο στην επόμενη φάση αναμένεται να παίξει και η ένταξη στο οικοσύστημα της Euronext, που μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα και να αλλάξει τα δεδομένα για την ελληνική αγορά σε βάθος χρόνου.
Ελευθερία Κούρταλη