Η φράση της Ζωής Κωνσταντοπούλου «πρακτικές συγκάλυψης δεν θα γίνουν αποδεκτές» αποτελεί μια βαριά θεσμική κατηγορία, η οποία, όταν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα και τεκμηριωμένα στοιχεία, κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο ως πολιτικό σύνθημα παρά ως ουσιαστική παρέμβαση.
Η επαναλαμβανόμενη χρήση όρων με έντονο φορτίο ενισχύει την εικόνα σύγκρουσης και συσπειρώνει ακροατήρια, αλλά δεν συμβάλλει κατ’ ανάγκη στη διαλεύκανση των υποθέσεων που επικαλείται. Σε μια δημοκρατία, οι καταγγελίες περί συγκάλυψης οφείλουν να στηρίζονται σε αποδείξεις και θεσμικές διαδικασίες.
Διαφορετικά, η πολιτική αντιπαράθεση διολισθαίνει σε γενικευμένες κατηγορίες που εντείνουν την πόλωση και αποδυναμώνουν τη σοβαρότητα του δημόσιου διαλόγου.