Η δημόσια τοποθέτηση της Μ. Καρυστιανού περί δήθεν πρότασης για ανάληψη του υπουργείου Δικαιοσύνης άνοιξε έναν νέο κύκλο πολιτικής συζήτησης, όχι τόσο για το περιεχόμενο, όσο για τη σκοπιμότητα της αναφοράς.
Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία ζητά θεσμική σοβαρότητα και καθαρό λόγο, η επίκληση προτάσεων «από δεξιά και από αριστερά» χωρίς καμία αποσαφήνιση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα.
Εάν πράγματι υπήρξε τέτοια προσέγγιση, τότε τίθεται ζήτημα πολιτικής διαφάνειας: από ποιον έγινε και με ποιους όρους; Αν, αντίθετα, πρόκειται για μια υπερβολική ή συμβολική αναφορά, τότε η επιλογή να παρουσιαστεί ως πραγματικό γεγονός ενισχύει την αίσθηση πολιτικής αυτοπροβολής. Σε κάθε περίπτωση, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από την ουσία –τη δικαιοσύνη, τη θεσμική λειτουργία και τις ευθύνες– σε ένα αφήγημα προσωπικής «πολιτικής ζήτησης».
Η πολιτική αξιοπιστία δεν οικοδομείται με υπαινιγμούς ούτε με γενικόλογες αναφορές. Όταν κάποιος επικαλείται προτάσεις εξουσίας, οφείλει να τεκμηριώνει. Διαφορετικά, ενισχύεται η εντύπωση ότι πρόκειται για επικοινωνιακή τακτική με στόχο τη δημιουργία πολιτικού κεφαλαίου.
Σε ένα ήδη πολωμένο περιβάλλον, τέτοιου τύπου δηλώσεις δεν προσθέτουν σαφήνεια. Αντιθέτως, θολώνουν τα όρια μεταξύ πραγματικής πολιτικής πρότασης και προσωπικής αφήγησης, αφήνοντας τελικά περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.