Ηχηρό μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες και τις εποπτικές αρχές στέλνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Προειδοποιώντας για τους αυξανόμενους κινδύνους που απορρέουν από τις στενές διασυνδέσεις του τραπεζικού συστήματος με επενδυτικά κεφάλαια, hedge funds και γενικότερα μη τραπεζικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Η ανησυχία δεν αφορά μια άμεση κρίση, αλλά τη σταδιακή συσσώρευση ευπαθειών σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και ενδεχόμενης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας.
Η «σκιά» του σκιώδους τραπεζικού τομέα
Τα τελευταία χρόνια, ο τομέας των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (Non-Bank Financial Institutions – NBFIs) έχει αυξηθεί σημαντικά σε μέγεθος και επιρροή. Private equity funds, private credit funds, hedge funds και money market funds διαχειρίζονται πλέον τεράστιους όγκους κεφαλαίων, συχνά με υψηλή μόχλευση και σύνθετες δομές.
Οι τράπεζες, από την πλευρά τους, δεν στέκονται εκτός αυτής της δυναμικής. Παρέχουν:
- χρηματοδότηση μέσω δανείων και repos,
- υπηρεσίες θεματοφυλακής και εκκαθάρισης,
- παράγωγα και προϊόντα αντιστάθμισης κινδύνου,
- επενδυτική έκθεση σε τίτλους που κατέχουν τα funds.
Αυτή η αλληλεξάρτηση δημιουργεί ένα πλέγμα σχέσεων που, σε περιόδους ηρεμίας, ενισχύει τη ρευστότητα της αγοράς. Σε περιόδους έντασης, όμως, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός ταχείας μετάδοσης κρίσης.
Ο κίνδυνος μετάδοσης σοκ
Η βασική ανησυχία της ΕΚΤ αφορά τον λεγόμενο «κίνδυνο μετάδοσης». Εάν ένα μεγάλο fund αντιμετωπίσει σοβαρές απώλειες — για παράδειγμα λόγω απότομης πτώσης στις αγορές ομολόγων ή ακινήτων — μπορεί να αναγκαστεί να ρευστοποιήσει μαζικά περιουσιακά στοιχεία.
Αυτό μπορεί να προκαλέσει:
- πτώση τιμών,
- αύξηση των spreads,
- πίεση στις αγορές χρηματοδότησης.
Εάν οι τράπεζες έχουν σημαντική έκθεση σε αυτά τα funds ή έχουν παράσχει εκτεταμένη μόχλευση, τότε οι ζημιές μπορεί να μεταφερθούν απευθείας στον τραπεζικό ισολογισμό.
Σε σχετικές εκθέσεις χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, τόσο η ΕΚΤ όσο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου έχουν τονίσει ότι οι διασυνδέσεις αυτές αυξάνουν τον συστημικό κίνδυνο.
Ρευστότητα που εξαφανίζεται γρήγορα
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι η ρευστότητα. Πολλά funds επενδύουν σε λιγότερο ρευστά περιουσιακά στοιχεία, ενώ προσφέρουν στους επενδυτές τους τη δυνατότητα ταχείας εξόδου. Σε περίπτωση μαζικών εκροών, τα funds αναγκάζονται να πουλήσουν τίτλους γρήγορα, συχνά σε χαμηλές τιμές.
Εάν οι τράπεζες χρηματοδοτούν τέτοιες θέσεις ή βασίζονται σε βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση από την ίδια αγορά, η πίεση μπορεί να γίνει αμφίπλευρη: ζημιές στα χαρτοφυλάκια και ταυτόχρονα περιορισμός της πρόσβασης σε ρευστότητα.
Η εμπειρία προηγούμενων επεισοδίων αναταραχής έχει δείξει ότι η ρευστότητα «στεγνώνει» πιο γρήγορα από ό,τι αναμένεται.
Ζήτημα διαφάνειας και εποπτείας
Ένα επιπλέον πρόβλημα είναι ότι τα μη τραπεζικά ιδρύματα δεν υπόκεινται στο ίδιο αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο με τις τράπεζες. Η εποπτική ορατότητα είναι συχνά περιορισμένη, ειδικά σε ό,τι αφορά τη μόχλευση και τις διασυνοριακές δραστηριότητες.
Αυτό σημαίνει ότι οι εποπτικές αρχές μπορεί να μην έχουν πλήρη εικόνα του πραγματικού μεγέθους των κινδύνων έως ότου εκδηλωθεί ένταση στις αγορές.
Η ΕΚΤ επιδιώκει ενίσχυση της διαφάνειας, καλύτερη χαρτογράφηση των διασυνδέσεων και πιθανή προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου, ώστε να περιοριστούν οι «αθέατοι» κίνδυνοι.
Τί σημαίνει για τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, το μήνυμα είναι σαφές:
- αυστηρότερη αξιολόγηση της έκθεσης σε funds,
- καλύτερη διαχείριση κινδύνου ρευστότητας,
- περιορισμός υπερβολικής μόχλευσης μέσω χρηματοδότησης επενδυτικών σχημάτων.
Η ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί σημαντικά μετά την κρίση χρέους και τις μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας. Ωστόσο, η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι οι νέες πηγές κινδύνου δεν βρίσκονται απαραίτητα μέσα στους τραπεζικούς ισολογισμούς, αλλά στα σημεία διασύνδεσης με τον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η προειδοποίηση της ΕΚΤ δεν αποτελεί ένδειξη άμεσης κρίσης. Αντιθέτως, αποτελεί προσπάθεια πρόληψης. Σε ένα περιβάλλον όπου οι αγορές είναι αλληλοσυνδεδεμένες και οι κεφαλαιακές ροές κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, οι δεσμοί μεταξύ τραπεζών και επενδυτικών κεφαλαίων μπορούν να λειτουργήσουν ως επιταχυντής αναταραχής.
Η στρατηγική της Φρανκφούρτης είναι ξεκάθαρη: καλύτερη εποπτεία σήμερα, ώστε να αποφευχθεί μια συστημική κρίση αύριο.