Τί βλέπουν οι αναλυτές για τις αγορές το 2026, τι «ψηφίζουν» και τι φοβούνται τα funds


Συνέχιση της ανόδου των αγορών το 2026 αναμένουν σε γενικές γραμμές αναλυτές και επενδυτές, με τους πρώτους να εμφανίζονται ωστόσο πιο επιφυλακτικοί καθώς θεωρούν ότι οι αποδόσεις θα είναι περιορισμένες σε σχέση με το 2025 και η μεταβλητότητα υψηλότερη, ενώ δεν αποκλείουν μία σοβαρή διόρθωση.
Τα funds, από την άλλη, «καλωσορίζουν» το νέο έτος με τις θέσεις τους σε μετρητά σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ και την αισιοδοξία τους για τις μετοχές στα ύψη. Το ποιος θα αποδειχθεί «σωστός» θα εξαρτηθεί από το εάν η μανία για την τεχνητή νοημοσύνη «χαλαρώσει» και φυσικά αν σκάσει τελικά η «φούσκα της ΑΙ».
Ειδικότερα, 87 αναλυτές που συμμετείχαν σε δημοσκόπηση του Reuters για τις προοπτικές των αγορών το 2026, δήλωσαν πως αναμένουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μεγαλύτερων παγκόσμιων χρηματιστηριακών δεικτών θα καταγράψει μικρότερα κέρδη το 2026 από ό,τι το 2025. Τροφοδοτούμενος από τα κέρδη των τεχνολογικών μετοχών –και ιδιαίτερα των εταιρειών που σχετίζονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη– ο S&P 500 αναμένεται να αυξηθεί άνω του 11% και στις 7.490 μονάδες μέχρι το τέλος του 2026, σύμφωνα με τη μέση εκτίμηση των αναλυτών. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 αναμένεται να αυξηθεί στις 623 μονάδες μέχρι το τέλος του 2026, σημειώνοντας άνοδο περίπου 11%.
Ωστόσο, καθώς πολλοί από τους εμπορικούς περιορισμούς παραμένουν σε ισχύ, οι αναλυτές εκτιμούν πως υπάρχουν πολλοί κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία και κατ’ επέκταση τις χρηματιστηριακές αγορές, ιδίως ένα πιθανό sell-off των μετοχών τεχνητής νοημοσύνης που θα μπορούσε να επηρεάσει το ευρύτερο κλίμα της αγοράς.
Ειδικότερα, το 56% των 87 αναλυτών που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση του Reuters δήλωσε ότι μια διόρθωση στους περισσότερους παγκόσμιους χρηματιστηριακούς δείκτες που παρακολουθούν διεθνώς ήταν πιθανή ή πολύ πιθανή, ενώ 38 συμμετέχοντες δήλωσαν ότι ήταν απίθανη.
«Το 2026 θα χαρακτηρίζεται από υψηλότερη μεταβλητότητα από το 2025 λόγω των υψηλών αποτιμήσεων, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ενίσχυση των κερδών των εταιρειών, την πιθανή μεταβλητότητα των επιτοκίων της Fed και ειδικά εάν ο ενθουσιασμός γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη μετριαστεί», σημειώνει η UniCredit. Όπως επισημαίνει, το story της ΑΙ παραμένει ένα δίκοπο μαχαίρι: τροφοδοτεί την καινοτομία και το δυναμικό κερδών, ενώ παράλληλα εγείρει ανησυχίες για φούσκα. Ο οίκος βλέπει ευκαιρίες από τις τεχνολογικές εξελίξεις και τη χαλάρωση των νομισματικών πολιτικών, αλλά οι κίνδυνοι που δημιουργούνται από τις εμπορικές εντάσεις, τις υψηλές αποτιμήσεις και τη γεωπολιτική αστάθεια είναι υψηλοί. «Τα εταιρικά κέρδη αναμένεται να επιταχυνθούν, χάρη στις επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στις υποδομές και στην άμυνα, ωστόσο η βιωσιμότητα των επενδύσεων στην ΑΙ αμφισβητείται», σημειώνει χαρακτηριστικά η UniCredit. Συνολικά πάντως, αναμένει υψηλότερη αστάθεια στις χρηματιστηριακές αγορές, αλλά όχι τέλος στην υποκείμενη ανοδική τάση.
«Παρόλο που το 2026 είναι πιθανό να είναι μια ακόμη θετική χρονιά για τις μετοχές, οι ήδη πολύ υψηλές προσδοκίες της αγοράς περιορίζουν τις ανοδικές δυνατότητες για το νέο έτος», επισημαίνει και η Berenberg. «Συνεπώς, αναμένουμε ότι η ανοδική αγορά μετοχών θα συνεχιστεί το 2026, αλλά θα είναι λιγότερο έντονη από ό,τι τα προηγούμενα έτη. Μακροπρόθεσμα, οι υψηλές αποτιμήσεις είναι πιθανό να επηρεάσουν αρνητικά τις δυνατότητες απόδοσης των αμερικανικών μετοχών», όπως τονίζει.
Αντίθετα με τους αναλυτές, οι οποίοι είναι μεν θετικοί αλλά συστήνουν και προσοχή παράλληλα, τα funds δεν φαίνεται να βλέπουν διόρθωση πουθενά στον ορίζοντα.
Όπως έδειξε η έρευνα της Bank of America στο περιβάλλον 238 funds με συνολικά κεφάλαια υπό διαχείριση ύψους 570 δισεκατομμυρίων δολαρίων, «μπαίνουν» στο 2026 με τα επίπεδα των θέσεων τους σε μετρητά να βρίσκονται σε ιστορικό χαμηλό, μία ένδειξη της αισιοδοξίας των επενδυτών για το ράλι των χρηματιστηριακών αγορών που τροφοδοτείται από την τεχνητή νοημοσύνη, παρά τις πρόσφατες αναταραχές σχετικά με τις αποτιμήσεις των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.
Πιο συγκεκριμένα, ο μέσος όρος των θέσεων σε μετρητών στα παγκόσμια χαρτοφυλάκια των funds διαμορφώνεται σε μόλις 3,3%, όπως δείχνει η έρευνα της Bank of America η οποία και παρακολουθείται στενά από τις αγορές, και αυτό είναι το χαμηλότερο επίπεδο από το 1999 όταν και ξεκίνησε την έρευνα η τράπεζα. «Αυτό αποτελεί ένα… κραχ στα μετρητά, όπως σχολιάζει η BofA.
Παράλληλα, η έρευνα της BofA δείχνει πως οι επενδυτές «καλωσορίζουν» το 2026 με σημαντικές τοποθετήσεις σε μετοχές και εμπορεύματα, με το 42% να έχει overweight θέσεις σε μετοχές, το υψηλότερο επίπεδο από το 2022. Το ποσοστό των διαχειριστών κεφαλαίων που έχουν overweight θέσεις σε μετοχές τεχνολογίας διαμορφώνεται επίσης στο υψηλότερο επίπεδο για περισσότερο από ένα χρόνο, παρά το γεγονός ότι οι δείκτες αναφοράς έχουν ήδη μεγάλη βαρύτητα προς τον τομέα.
«Ακόμα και στο απόγειο στις φούσκες των αγορών του παρελθόντος, οι επενδυτές δεν τόλμησαν ποτέ να φτάσουν τις θέσεις τους σε μετρητά σε αυτά τα επίπεδα», όπως σχολιάζει η BofA. «Αυτό σημαίνει ότι η τοποθέτηση είναι εύθραυστη σε τυχόν αρνητικές εξελίξεις… οποιαδήποτε κακή είδηση θα προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά», όπως προσθέτει.
Παρά τους φόβους που υπάρχουν στις αγορές, η έρευνα της BofA δείχνει ότι οι επενδυτές είναι στο πιο αισιόδοξο σημείο τους από τα μέσα του 2021, σύμφωνα με έναν δείκτη που υπολογίζεται χρησιμοποιώντας τα επίπεδα μετρητών, τις θέσεις μετοχές και τις προσδοκίες για την παγκόσμια ανάπτυξη.
Ο δείκτης αισιοδοξίας των επενδυτών, ο BofA Bull & Bear Indicator, ξεπερνά ακόμη και τα ύψη που είχε φτάσει στα τέλη του 2024 όταν αυτό που κυριαρχούσε στις αγορές έπειτα από τις εκλογές των ΗΠΑ ήταν το στοίχημα για ράλι λόγω Τραμπ (προτού φυσικά ξεσπάσει το σοκ των δασμών). Τότε, οι επενδυτές έστρεφαν την προσοχή τους στις αμερικανικές μετοχές και το δολάριο εν αναμονή μιας φιλικής προς την αγορά προεδρίας.
Πάντως, η πιθανότητα μιας «φούσκας στην τεχνητή νοημοσύνη» παραμένει ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις αγορές το 2026, σύμφωνα με τα funds, αν και το ποσοστό των διαχειριστών που την ονόμασαν ως τον κορυφαίο κίνδυνο έχει μειωθεί σημαντικά, στο 38% από 45% πριν.
Αισιόδοξοι εμφανίζονται και οι 440 επαγγελματίες της αγοράς που συμμετείχαν σε έρευνα της Deutsche Bank καθώς «βλέπουν» πως οι αγορές στις ΗΠΑ και την Ευρώπη θα σημειώσουν κέρδη 7% και 7,9%, αντίστοιχα, το 2026. Παράλληλα, στα ύψη είναι και η αισιοδοξία για τις θετικές προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς για τους επόμενους 12 μήνες μόνο το 8% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι οι πιθανότητες ύφεσης είναι υψηλότερες του 50%.
Πάντως, η… χαλάρωση της «μανίας» για την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης και η μείωση των αποτιμήσεων της τεχνολογίας αποτελούν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για το επόμενο έτος, σύμφωνα με την έρευνα της Deutsche Bank. Από τους 440 ερωτηθέντες, το 57% αναφέρει τη φούσκα της ΑΙ ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Επίσης, το 27% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι ο επερχόμενος πρόεδρος της Fed θα μπορούσε να πιέσει για πιο επιθετικές μειώσεις επιτοκίων οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναταραχή στις αγορές, ενώ το 22% αναμένει κρίση στις κεφαλαιαγορές το νέο έτος. Οι ανησυχίες για τις αποδόσεις των ομολόγων, τα αυξανόμενα επιτόκια και ο μεγαλύτερος αντίκτυπος της ΑΙ στις αγορές εργασίας θεωρούνται επίσης αναμενόμενοι κίνδυνοι.
Facebook Comments