'

Κατατέθηκε στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο

MarketNews

Κατατέθηκε στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Κατατέθηκε στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο με τα προαπαιτούμενα για την υποδόση του 1 δισ. ευρώ. Οι διατάξεις του πολυνομοσχεδίου συζητήθηκαν σε συνάντηση που είχε το απόγευμα ο υπουργός Οικονομικών, Γκίκας Χαρδούβελης, με κλικάκιο της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

«Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας οργανωτικά θέματα Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις»

Α. ΓΕΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Η σταδιακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας στηρίζεται στον περιορισμό των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών ανισορροπιών και αποτυπώνεται στην ήδη βελτιωμένη επίδοση των βασικών μακροοικονομικών δεικτών. Η πρώτη σημαντική βελτίωση αφορά τη δημοσιονομική διόρθωση, με την επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος το 2013 για πρώτη φορά μετά το 2002. Η δεύτερη σημαντική διόρθωση αφορά την ανισορροπία στις εξωτερικές συναλλαγές της χώρας, με το πλεόνασμα που παρουσίασε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών το 2013 για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο. Αξίζει να σημειωθεί πως οι δύο αυτές εξελίξεις ήταν θετικότερες από τις προβλέψεις όλων των διεθνών οργανισμών. Τρίτη σημαντική επίδοση είναι η ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας έναντι των εμπορικών της εταίρων, έπειτα από περισσότερο από δύο δεκαετίες σχεδόν συνεχούς απώλειας. Επιπλέον, πέρα από την εξάλειψη των εσωτερικών και εξωτερικών μακροοικονομικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας, την περίοδο 2010-2013 υλοποιήθηκε πλήθος διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές εργασίας και προϊόντων και στη λειτουργία του κράτους. Θετικότατη εξέλιξη ήταν επίσης και η έξοδος στις αγορές τον Απρίλιο του 2014, όπου το Ελληνικό κράτος άντλησε κεφάλαια από τις διεθνείς αγορές μετά από τέσσερα χρόνια αποκλεισμού.

Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τις εκτιμήσεις για σταδιακή επάνοδο της οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά εντός του τρέχοντος έτους. Το 2014 εκτιμάται οριακή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας έπειτα από 5 συνεχή έτη ύφεσης. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται α) στις ενδείξεις σταθεροποίησης της κατανάλωσης καθώς η μείωση των τιμών περιορίζει τη μείωση των πραγματικών εισοδημάτων, β) στη θετική συμβολή του εξωτερικού ισοζυγίου, κυρίως λόγω της αύξησης των εισπράξεων από τον τουρισμό και την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας, γ) στη τάση ανάκαμψης που παρουσιάζει η βιομηχανική παραγωγή, όπως επιβεβαιώνει ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία και δ) στη προοπτική ανάκαμψης των επενδύσεων, όπως δείχνει η βελτίωση του κλίματος εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία, η οποία αποτυπώνεται στην παρατηρούμενη αύξηση των άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα.

Δεν παραγνωρίζεται, όμως , η σημαντική αύξηση της ανεργίας όπως και η διάρθρωση αυτής, με υψηλά ποσοστά νέων και μακροχρόνια ανέργων, που έχει υψηλό κοινωνικό κόστος και η αντιμετώπισή της αποτελεί προτεραιότητα. Αντιδρώντας με κάποιο βαθμό υστέρησης στην πορεία της οικονομικής δραστηριότητας, η ανεργία αναμένεται να αρχίσει σταδιακά να μειώνεται από το 2014.

Οι προϋποθέσεις για την επαλήθευση των εκτιμήσεων για το 2014 απαιτούν τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής και την ολοκλήρωση των διαρθρωτικών αλλαγών. Οι διαρθρωτικές αλλαγές θα βοηθήσουν τη μετάβαση της οικονομίας σε νέο αναπτυξιακό πρότυπο που θα στηρίζεται στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών αντί για την παραγωγή μη διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και στην αποταμίευση και την επένδυση αντί στην κατανάλωση. Για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι απαραίτητες πρώτον η εύρυθμη λειτουργία των αγορών προϊόντων εργασίας και κεφαλαίων, δεύτερον η δημιουργία ενός επιχειρηματικού περιβάλλοντος με χαμηλό γραφειοκρατικό κόστος και αποτελεσματικό δημόσιο τομέα και τρίτον την ενίσχυση θεσμών που διέπουν την προστασία των επενδυτών, ώστε να είναι εφικτή η προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

Προς την κατεύθυνση αυτή προωθούνται με το παρόν νομοσχέδιο θεσμικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις που εντάσσονται στο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής και προσδοκάται να έχουν θετικό αντίκτυπο στη λειτουργία της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της χώρας.

Συγκεκριμένα:

Στο Μέρος Α υπάρχουν περιλαμβάνονται διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών που αφορούν τον εξορθολογισμό λειτουργίας της Φορολογικής Διοίκησης, οργανωτικά θέματα του Υπουργείου, ρυθμίσεις για την εξόφληση ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων φορέων του δημοσίου τομέα, διατάξεις για τον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας που διέπει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όπως και θέματα που άπτονται ειδικότερες λειτουργίες της καθώς και διατάξεις για την χάραξη του αιγιαλού και άλλες διατάξεις για την προστασία της δημόσιας περιουσίας.

 

Στο Μέρος Β περιλαμβάνονται διατάξεις του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, με τις οποίες εκσυγχρονίζεται το σύστημα δημοσίων συμβάσεων . Ο χώρος των δημοσίων συμβάσεων είναι διαχρονικά βεβαρημένος με το ότι δε γίνεται διαφανής και αποτελεσματική διαχείριση των διατιθέμενων προς τον σκοπό αυτό πόρων του κρατικού προϋπολογισμού και του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένων των κονδυλίων των ευρωπαϊκών ταμείων, με συνέπεια αφ ενός μεν να επιβαρύνονται τα ετήσια δημοσιονομικά ελλείμματα και εν τέλει το δημόσιο χρέος, αφ ετέρου δε να καθυστερεί ή να ακυρώνεται η υλοποίηση δημόσιων επενδύσεων που θα υπηρετήσουν την ανάπτυξη, την ενίσχυση της απασχόλησης και την μεταστροφή του οικονομικού κλίματος. Υπό συνθήκες δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης, εντείνεται η ανάγκη για αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα της δράσης του Κράτους στον συγκεκριμένο τομέα.

Μία από τις μακροχρόνιες παθογένειες και ανωμαλίες που ενδημούν στο ελληνικό σύστημα δημοσίων συμβάσεων, η οποία περιορίζει την αποτελεσματικότητά του και υπονομεύει την επίτευξη του βασικού του στόχου, ήτοι την εγκαθίδρυση μίας διαφανούς, ανταγωνιστικής και αποδοτικής αγοράς δημοσίων συμβάσεων, συνίσταται στην εκτεταμένη διάσπαση και πολυπλοκότητα του νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου, το οποίο συγκροτείται από μία πληθώρα νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών ρυθμίσεων που ρυθμίζουν τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, την ύπαρξη επικαλυπτόμενων λειτουργιών και αρμοδιοτήτων μεταξύ των δημόσιων φορέων, και τις χρονοβόρες διαδικασίες παροχής έννομης προστασίας.

Ειδικότερα, εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες ανάθεσης ανάλογα με την εκτιμώμενη αξία της σύμβασης (ήτοι εάν υπερβαίνουν τα κατώτατα όρια εφαρμογής των ευρωπαϊκών οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις), ανάλογα με το είδος της υπό ανάθεση σύμβασης (προμήθειες, υπηρεσίες, έργα), ανάλογα με τον τομέα της αγοράς (τομείς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, υγείας, άμυνας, ασφάλειας, τεχνικών μελετών και συναφών υπηρεσιών) και ανάλογα με το είδος της αναθέτουσας αρχής (φορέας κεντρικής κυβέρνησης, οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης, δημόσια επιχείρηση, Δ.Ε.ΚΟ., φορέας του ευρύτερου δημόσιου τομέα κοκ).

Ο κατακερματισμός αυτός του θεσμικού πλαισίου δημιουργεί σύγχυση τόσο στις αναθέτουσες αρχές, όσο και στους οικονομικούς φορείς που θα επιθυμούσαν να συμβληθούν με το Δημόσιο, οι οποίοι εξ αυτού αποθαρρύνονται από τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες ανάθεσης. Επιπρόσθετα, η πολυνομία και η διαφορετική νομική ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων από τη Διοίκηση, κατά περίπτωση, επιτείνει την ανασφάλεια δικαίου, αυξάνει τον αριθμό των υποβαλλόμενων διοικητικών και δικαστικών προσφυγών και δυσχεραίνει τη διενέργεια ταχέων, αποτελεσματικών και διαφανών διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτεραιότητα της κυβερνητικής πολιτικής αποτέλεσε η εκκίνηση μίας διαδικασίας ενοποίησης-κωδικοποίησης των διατάξεων του νομοθετικού πλαισίου, ώστε να δημιουργηθεί ένα συνεκτικό και ομοιόμορφο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα συμβάλλει στην ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και θα περιορίσει ουσιωδώς την εμφάνιση ανωμαλιών κατά τη διενέργεια των διαγωνιστικών διαδικασιών. Η προτεραιότητα αυτή, ως βασική κυβερνητική επιλογή, συμπεριλήφθηκε με πρότασή μας στις μεταρρυθμίσεις του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονοµικής Πολιτικής ως δράση 2.8.1.2 με τίτλο «Μεταρρύθμιση της νοµοθεσίας περί δηµοσίων συµβάσεων». Ο δε συντονισμός του σχεδιασμού και της υλοποίησης της νομοθετικής πρωτοβουλίας ανετέθη στην Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων («Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ.), που ιδρύθηκε με το ν.4013/2011, ως τον θεσμικά αρμόδιο και εξειδικευμένο φορέα του Κράτους.

Η πρόταση σχεδίου νόμου για τη διαμόρφωση ενός ενιαίου κανονιστικού και θεσμικού πλαισίου σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα και τα παραδοτέα των συναντήσεων με τους νομικούς εμπειρογνώμονες που διέθεσε η Ομάδα Δράσης για την Ελλάδα (TFGR) και τις παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και τις παρατηρήσεις και προτάσεις που υποβλήθηκαν από φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στο πλαίσιο της δημόσιας διαβούλευσης επί της αρχικής εκδόσεως του σχεδίου νόμου από τα τέλη Δεκεμβρίου 2013 μέχρι και τα μέσα Μαρτίου 2014 περίπου. επίσης, μελετήθηκαν τα ευρήματα και η τεκμηρίωση και αξιοποιήθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους οι προτάσεις της Μελέτης σχετικά με τη μείωση διοικητικών βαρών πληροφόρησης σε 13 τομείς της δημόσιας διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων των βαρών πληροφόρησης στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, που εκπόνησε κατά παραγγελία της Ελληνικής Κυβέρνησης κλιμάκιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, υπό την εποπτεία και τον συντονισμό του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (βλ. Μελέτη με τίτλο: «Measurement and Reduction of Administrative Burdens in 13 sectors in Greece: Final Report - Public Procurement, OECD, Paris, 28 February 2014»). Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, τα τρία διοικητικά βάρη πληροφόρησης που προκαλούν οι αβελτηρίες του συστήματος δημοσίων συμβάσεων αντιστοιχούν σε οικονομική επιβάρυνση των επιχειρήσεων ύψους 393,13 εκατομμυρίων ευρώ.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση αφ ενός μεν εκσυγχρονίζεται, απλουστεύεται και συστηματοποιείται κατά ενιαίο και ομοιόμορφο τρόπο η εθνική νομοθεσία περί δηµοσίων συµβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, με βασικό άξονα την εισαγωγή νέων εγγυήσεων διαφάνειας, σε πλήρη εναρμόνιση με το ενωσιακό δίκαιο και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να εξαλειφθούν οι εστίες τριβής με τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Έτσι, οι μέχρι σήμερα διάσπαρτες και συχνά ανομοιόμορφες και αντιφατικές διατάξεις αντικαθίστανται από τις διατάξεις του σχεδίου νόμου και αυτές που θα συμπεριληφθούν στους κατ εξουσιοδότηση εκδοθησόμενους κανονισμούς, υπό την εποπτεία της Ε.Α.Α.ΔΗ.ΣΥ. Επιπλέον, προωθείται ο εξορθολογισµός των διοικητικών δοµών και διαδικασιών στις δηµόσιες συµβάσεις για την επίτευξη επιθυµητών αποτελεσμάτων σε όρους ποιότητας και αποδοτικότητας και επιδιώκεται η επιτάχυνση και επαύξηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος παροχής έννομης προστασίας κατά τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων.

II. Τα βασικά νομικά χαρακτηριστικά του νόμου στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής και της εθνικής έννομης τάξης

Το ευρωπαϊκό κεκτημένο στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων συγκροτείται από μία σειρά ρυθμίσεων του πρωτογενούς και παραγώγου ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο»). Πέρα από τις επιταγές που απορρέουν από τις βασικές ελευθερίες (εγκατάστασης, κυκλοφορίας αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»), οι οποίες διέπουν κάθε οικονομική δραστηριότητα εντός της Εσωτερικής Αγοράς, συμπεριλαμβανομένου του τομέα των δημοσίων συμβάσεων, οι διαδικασίες ανάθεσης των τελευταίων διέπονται από ένα σύστημα γενικών αρχών που έχει διαπλάσει η νομολογία του Δικαστηρίου, όπως οι αρχές της διαφάνειας, της ίσης μεταχείρισης και αποφυγής διακρίσεων, της αμοιβαίας αναγνώρισης, της αναλογικότητας και προστασίας του γνήσιου και ελεύθερου ανταγωνισμού. Επιπλέον, οι λεπτομερείς ρυθμίσεις του ενωσιακού νομικού πλαισίου των δημοσίων συμβάσεων, που συγκροτείται από τις Οδηγίες 2004/17/ΕΚ, 2004/18/ΕΚ, 89/665/ΕΟΚ, 92/13/ΕΟΚ και 2007/66/ΕΚ, θεσπίζουν τις βασικές διαδικαστικές και δικονομικές εγγυήσεις και συγκροτούν ένα πυκνό πλέγμα κανόνων που ρυθμίζουν την προπαρασκευή και ανάθεση δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών και, εν μέρει, συμβάσεων παραχώρησης δημοσίων έργων.

Σκοπός του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου των δημοσίων συμβάσεων είναι το άνοιγμα του συγκεκριμένου τομέα της Εσωτερικής Αγοράς στον ανταγωνισμό, προς όφελος αφ ενός μεν του δημόσιου συμφέροντος, μέσω της επίτευξης του βέλτιστου λόγου κόστους / ποιότητας κατά την σύναψη των δημοσίων συμβάσεων και, κατ επέκταση, της αποδοτικής αξιοποίησης των δημόσιων πόρων και της χρηστής διαχείρισης των εισφορών των φορολογουμένων, αφ ετέρου δε της οικονομίας και της κοινωνίας, μέσω της δημιουργίας επιχειρηματικών ευκαιριών υπό όρους ίσης πρόσβασης και δίκαιου ανταγωνισμού.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το παρόν σχέδιο νόμου, που προορίζεται να αποτελέσει το όχημα για την υιοθέτηση ενός ενιαίου νομικού πλαισίου, το οποίο θα ρυθμίζει, σύμφωνα με το ενωσιακό κεκτημένο και τις διεθνώς παραδεδεγμένες βέλτιστες πρακτικές α) τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων συμβάσεων που συνάπτονται στους τομείς του πόσιμου ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και ταχυδρομικών υπηρεσιών, (β) την παροχή έννομης προστασίας κατά το στάδιο σύναψης των εν λόγω συμβάσεων και γ) την ρύθμιση τινών ζητημάτων που αφορούν την εκτέλεση της σύμβασης.

Το σχέδιο νόμου κωδικοποιεί το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο που εδράζεται στις Οδηγίες 2004/17/ΕΚ, και 2004/18/ΕΚ, 89/665/ΕΟΚ, 92/13/ΕΟΚ και 2007/66/ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις. Η προσαρμογή της εσωτερικής έννομης τάξης στις ρυθμίσεις των νέων ευρωπαϊκών Οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, τις συμβάσεις στους πρώην εξαιρούμενους τομείς κοινής ωφέλειας και τις συμβάσεις παραχώρησης έργων και υπηρεσιών, που αναμένεται να τεθούν σε ισχύ τους επόμενους μήνες δεν κατέστη δυνατή στην παρούσα συγκυρία, λόγω της συνεχούς μετάθεσης του οροσήμου ολοκλήρωσης της νομοθετικής διαδικασίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επισημαίνεται ωστόσο ότι ορισμένες καίριες ρυθμίσεις των νέων Οδηγιών, έχουν ήδη ενσωματωθεί στο σχέδιο νόμου (ρυθμίσεις κατά της διαφθοράς, αθέμιτων πρακτικών και σύγκρουσης συμφερόντων, κανόνες σχετικά με τους λόγους αποκλεισμού και ποιοτικής επιλογής συμπεριλαμβανομένης του «δανεισμού» ικανοτήτων μεταξύ οικονομικών φορέων, ρυθμίσεις σχετικά με τις προκαταρκτικές διαβουλεύσεις με την αγορά, κανόνες σχετικά με την τροποποίηση των δημοσίων συμβάσεων).

Με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα αποκτά πλέον ένα σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις, που σέβεται το ενωσιακό κεκτημένο και ταυτόχρονα διασφαλίζει στο μέγιστο το δημόσιο συμφέρον, ενώ παράλληλα αναμένεται να λειτουργήσει καταλυτικά για τη δημιουργία επιχειρηματικών ευκαιριών, στηρίζοντας την εθνική προσπάθεια για επιστροφή στην οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση της απασχόλησης μέσω της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

ΙΙΙ. Οι βασικές αλλαγές που εισάγει η προτεινόμενη ρύθμιση νόμου

Με τη δέσμη των προτεινομένων ρυθμίσεων επιτυγχάνεται κατ αρχάς η ενοποίηση του νομικού πλαισίου ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, ανεξαρτήτως είδους ή φορέα σύναψης & εκτέλεσης, οι διαδικασίες ανάθεσης απλοποιούνται, εκσυγχρονίζονται και καθίστανται πιο ευέλικτες και εισάγονται ρυθμίσεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της διαφάνειας, ίσης μεταχείρισης, αναλογικότητας και προστασίας του γνήσιου και ελεύθερου ανταγωνισμού.

Επιπλέον, προτείνεται μία βαθιά τομή στο σύστημα έννομης προστασίας, με τη θέσπιση μίας ενιαίας προσφυγής που κρίνεται από ανεξάρτητο όργανο, με στόχο την επιτάχυνση της επίλυσης διαφορών κατά το προσυμβατικό στάδιο και την ελάφρυνση του φόρτου των δικαστηρίων, που αδυνατούν κατά τεκμήριο να διεκπεραιώσουν σε ικανοποιητικό χρόνο την πλημμυρίδα των υποθέσεων που άγονται ενώπιόν τους. Τέλος, με τις τελικές διατάξεις, θεσπίζονται ειδικοί κανόνες σχετικά με τα όργανα διενέργειας διαγωνισμών, καταργούνται διάσπαρτες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές ρυθμίσεις που ρυθμίζουν θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής και διασφαλίζεται η ομαλή μετάβαση στο νέο καθεστώς, η οποία κρίνεται ως απολύτως αναγκαία για την εμπέδωση και την υλοποίηση της μεταρρύθμισης από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και τη διασφάλιση ότι δεν θα διαταραχθεί λειτουργία του Δημοσίου και η υλοποίηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων.

Ειδικότερα, οι βασικές καινοτομίες που εισάγει το σχέδιο νόμου είναι οι ακόλουθες:

1. Ενοποίηση: Ρυθμίζονται με ενιαίο τρόπο οι διαδικασίες ανάθεσης όλων των μορφών δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και έργων, ανεξάρτητα από το είδος της αναθέτουσας αρχής ή αναθέτοντος φορέα (Κράτος, Ο.Τ.Α., δημόσιες επιχειρήσεις, Δ.Ε.Κ.Ο. κλπ.) και καταργούνται όλες οι αντίθετες προϊσχύουσες διατάξεις και όλα τα ειδικά καθεστώτα ανάθεσης που θεσπίσθηκαν κατά καιρούς μετά από αίτημα διάφορων φορέων του Δημόσιου Τομέα (άρθρο 199). Οι ειδικότερες και λεπτομερειακές ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του νόμου προβλέπεται να ρυθμιστούν αποκλειστικά δυνάμει δευτερογενούς νομοθεσίας (προεδρικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις) ή πρότυπα έγγραφα διαγωνισμών (τεύχη δημοπράτησης / συμβατικά τεύχη) που θα συμφωνούν με τις ρυθμίσεις πλαισίου του παρόντος νόμου.

2. Καταπολέμηση φαινομένων διαφθοράς: Μία από τις κρίσιμες επιλογές του σχεδίου νόμου είναι ότι με την προτεινόμενη ρύθμιση εισάγονται αυστηρές και αναλυτικές εγγυήσεις διαφάνειας αρχής γενομένης από την υποχρέωση των αναθετουσών αρχών να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την αποτελεσματική πρόληψη, τον εντοπισμό και την επανόρθωση συγκρούσεων συμφερόντων που προκύπτουν κατά τη διεξαγωγή διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, ούτως ώστε να αποφεύγονται τυχόν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση όλων των οικονομικών φορέων (άρθρο 45). Επιπλέον, ο ανάδοχος δεσμεύεται από τη ρήτρα ακεραιότητας, η οποία προβλέπει ότι η σύμβαση καταγγέλλεται υποχρεωτικά εφόσον διαπιστωθεί ότι ο ανάδοχος, πριν ή κατά τη διαδικασία ανάθεσης, αλλά και κατά το στάδιο της εκτέλεσης της σύμβασης, υπέπεσε σε παράνομες συμπεριφορές (άρθρο 46).

3. Προγραμματισμός: Εισάγεται το πρώτον ρητή και καθολική υποχρέωση των αναθετουσών αρχών / αναθετόντων φορέων για τον προγραμματισμό των δημοσίων συμβάσεων που προτίθενται να συνάψουν (άρθρο 148). Η ρύθμιση αυτή είναι εξαιρετικής σημασίας, καθώς με αυτήν εισάγεται και εμπεδώνεται στη διοικητική πρακτική ότι θα πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα από τις αναθέτουσες αρχές/φορείς εκ των προτέρων και έγκαιρα, ώστε να προγραμματίζουν τις ανάγκες τους για σύναψη δημοσίων συμβάσεων, προκειμένου να είναι σε θέση να επιλέγουν την βέλτιστη διαδικασία και τρόπο σύναψης των συμβάσεων και να προϋπολογίζουν τις εκτιμώμενες δαπάνες.

4. Προκαταρκτικές διαβουλεύσεις με την αγορά: Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη μέριμνα του σχεδίου νόμου να είναι διαφανής η κρίσιμη φάση της διαμόρφωσης των προδιαγραφών, έτσι ώστε ο ευρύτερος κύκλος πιθανών προμηθευτών, εργοληπτών ή παρόχων υπηρεσιών να διατυπώνει εγκαίρως τυχόν παρατηρήσεις στη φάση μίας προκαταρκτικής διαβούλευσης, με στόχο να εμποδίζονται τεχνητοί αποκλεισμοί ή προειλημμένες αποφάσεις που δύσκολα μπορούν να ελεγχθούν εκ των υστέρων από τα αρμόδια πολιτειακά και διοικητικά όργανα. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να διεξάγουν προκαταρκτικές διαβουλεύσεις με τους φορείς της αγοράς πριν από την έναρξη μιας διαδικασίας ανάθεσης, με σκοπό τον ακριβή καθορισμό των αναγκών τους, τον προσδιορισμό των τεχνικών προδιαγραφών και τη διαμόρφωση των όρων και προϋποθέσεων για την ανάθεση και την εκτέλεση της σύμβασης στα έγγραφα του διαγωνισμού (άρθρο 149). Επιπλέον, τίθεται το πλαίσιο για τη διεξαγωγή των διαβουλεύσεων κατά τρόπο δομημένο και διαφανή, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης (άρθρο 150). Οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις εισάγονται για πρώτη φορά στο νομοθετικό πλαίσιο επιτρέποντας στις αναθέτουσες αρχές να ενημερώνουν τους οικονομικούς φορείς για τα σχέδια και τις απαιτήσεις τους και να αφουγκράζονται τις αντιδράσεις της αγοράς, μεγιστοποιώντας την αποδοτικότητα των σχετικών διαδικασιών ανάθεσης. Επιπλέον, ο διάλογος με τους φορείς της αγοράς μπορεί να αποβεί πολύ χρήσιμος, σε περιπτώσεις που οι αναθέτουσες αρχές δεν μπορούν να προσδιορίσουν τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους ή να εκτιμήσουν ποιές τεχνικές λύσεις προσφέρονται.

6. Ηλεκτρονικές δημόσιες συμβάσεις: Οι διατάξεις της πρότασης (άρθρα 134 - 138) για την ίδρυση και τη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Δημόσιων Ηλεκτρονικών Συμβάσεων («Ε.Σ.Η.ΔΗ.Σ.») σε συνδυασμό με μια ενημερωμένη έκδοση της δευτερογενούς νομοθεσίας που προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ, εισάγουν ένα σταθερό και αξιόπιστο θεσμικό πλαίσιο για την ηλεκτρονική διεξαγωγή των διαδικασιών ανάθεσης. Η λειτουργία του Ε.Σ.Η.ΔΗ.Σ. σε συνδυασμό με τη λειτουργία του Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων («Κ.Η.Μ.ΔΗ.Σ.») ως υποχρεωτικού τρόπου δημοσιότητας των δημοσίων συμβάσεων θα επιφέρει σημαντική απλοποίηση στη διεξαγωγή των διαδικασιών ανάθεσης, εξοικονόμηση χρόνου, μείωση του κόστους των διοικητικών συναλλαγών, ταχύτητα, διαφάνεια και περιορισμό της διαφθοράς. Ως συνακόλουθο αποτέλεσμα, θα επέλθει αύξηση της συμμετοχής, του ανταγωνισμού, επίτευξη καλύτερης σχέσης ποιότητας σε σχέση με την τιμή και δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών.

7. Απλοποίηση διαδικασιών ανάθεσης: Υιοθετούνται διάφορα μέτρα με στόχο την απλοποίηση των διαδικασιών ανάθεσης. Συγκεκριμένα: α) Προβλέπεται κατ αρχάς ότι για τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες ανάθεσης οι διαγωνιζόμενοι υποχρεούνται να καταθέτουν μόνο μια υπεύθυνη δήλωση προκειμένου να βεβαιώνουν ότι πληρούν τα κριτήρια ποιοτικής επιλογής χωρίς να απαιτείται πλέον η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής. Μόνο ο οριστικός ανάδοχος υποχρεούται να προσκομίσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων για την τεκμηρίωση των στοιχείων που είχαν βεβαιωθεί στην υπεύθυνη δήλωση, μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις πιθανότητες για εμφάνιση παρατυπιών και λαθών, που οδηγούν σε απόρριψη της προσφοράς ή της αίτησης συμμετοχής και απλοποιώντας τη διαδικασία συμμετοχής (άρθρο 155). β) Επιπλέον, ορίζεται ρητά η υποχρέωση της αναθέτουσας αρχής, σε περίπτωση που διαπιστώσει την ύπαρξη τυπικών λαθών ή παραλείψεων ήσσονος σημασίας κατά το άνοιγμα των προσφορών ή κατά τη διαδικασία αξιολόγησης, να ζητά από τον διαγωνιζόμενο να διορθώσει τα λάθη αυτά ή να συμπληρώσει τις ελλείψεις εντός σύντομης προθεσμίας. Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην αποφυγή της απόρριψης προσφορών για ήσσονος σημασίας τυπικά λάθη, ώστε να μην υπονομεύεται η ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού (άρθρο 160). γ) Μειώνονται τα στάδια για την αποσφράγιση και την αξιολόγηση των προσφορών και ο αριθμός των εκδιδόμενων εκτελεστών διοικητικών πράξεων, επιτρέποντας συνακόλουθα την μείωση των υποβαλλόμενων προσφυγών και την ταχύτερη διεξαγωγή και ολοκλήρωση των διαδικασιών ανάθεσης (άρθρα 164-167). δ) Τέλος, εισάγονται σαφείς και λεπτομερείς κανόνες και προϋποθέσεις αναφορικά με τον «δανεισμό ικανοτήτων» μεταξύ οικονομικών φορέων και μελών κοινοπραξιών. Η διατύπωση με σαφήνεια της διευκόλυνσης της χρήσης των ικανοτήτων τρίτων μερών ή την κατανομή των ικανοτήτων μεταξύ των οικονομικών φορέων/κοινοπραξιών, θα ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ τους και θα διευκολύνει την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην αγορά των δημοσίων συμβάσεων (άρθρο 156).

8. Ανεξάρτητο όργανο προσφυγών: Οι ουσιαστικές διατάξεις του σχεδίου νόμου συνδυάζονται με την εφαρμογή των δικονομικών ρυθμίσεων που ισχύουν ούτως ή άλλως στο πεδίο των δημοσίων συμβάσεων. Προς τον σκοπό τούτο εξορθολογίζεται και βελτιστοποιείται το σύστημα παροχής έννομης προστασίας κατά το στάδιο ανάθεσης με την πρόβλεψη της εκδίκασης των διοικητικών προσφυγών από ανεξάρτητο όργανο εξοπλισμένο με αυξημένες εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Η παροχή έννομης προστασίας κατά το προσυμβατικό στάδιο από ένα ανεξάρτητο όργανο με υψηλά εχέγγυα θεσμικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και στελέχωση από καταρτισμένους και έμπειρους εμπειρογνώμονες, θα συμβάλει στην επιτάχυνση της διαδικασίας επίλυσης διαφορών που αναφύονται κατά το στάδιο της ανάθεσης, στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος έννομης προστασίας, θα περιβάλει με εμπιστοσύνη τον θεσμό και θα ελαφρύνει το φόρτο των δικαστηρίων που κατακλύζονται με πλήθος υποθέσεων. Λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων σε οργάνωση και προγραμματισμό που θέτει η ρύθμιση, η μετάπτωση στο νέο σύστημα θα λάβει χώρα μετά την έκδοση του σχετικού Κανονισμού Εκδίκασης Προσφυγών από την Αρχή (άρθρα 179 - 194).

9. Τροποποίηση της σύμβασης: Λαμβάνεται υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τη ρύθμιση του ζητήματος της τροποποίησης της σύμβασης κατά τη διάρκεια εκτέλεσής της. Ειδικότερα, αποσαφηνίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες για τυχόν τροποποιήσεις μιας σύμβασης κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής της, απαιτείται η διεξαγωγή νέας διαδικασίας ανάθεσης. Με τον τρόπο αυτό εισάγονται τα εχέγγυα εκείνα ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ανάπτυξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού και η τήρηση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας και στο στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης (άρθρο 177).

10. Πιστοποίηση στελεχών δημοσίων συμβάσεων: Προβλέπεται η πιστοποίηση των υπαλλήλων των αναθετουσών αρχών που εμπλέκονται στις διαδικασίες ωρίμανσης, ανάθεσης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων μέσω ειδικών προγραμμάτων που θα σχεδιάζει και θα εκτελεί το ΙΝΕΠ σε συνεργασία με την ΕΑΑΔΗΣΥ. Η δια βίου κατάρτιση και πιστοποίηση των στελεχών του Δημοσίου που απασχολούνται στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων θα αυξήσει την αποδοτικότητα των δράσεων που καλούνται τα στελέχη αυτά να υλοποιήσουν, θα συνεισφέρει στον περιορισμό των παραβιάσεων της νομοθεσίας κατά τις διαδικασίες σύναψης και εκτέλεσης δημοσίων συμβάσεων, αλλά και στην επίτευξη της βέλτιστης σχέσης κόστους / ποιότητας (άρθρο 196).