Κινέζικες επενδύσεις στην Ευρώπη διχάζουν την ΕΕ

Στεργιούλας Νίκος

Κινέζικες επενδύσεις στην Ευρώπη διχάζουν την ΕΕ, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Τί κοινό χαρακτηριστικό έχουν τα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια από όπου εισέρχονται τα 76% όλων των προϊόντων που εισάγονται στην Ευρώπη; Σχεδόν όλα,  ελέγχονται σε μικρό ή μεγάλο βαθμό από την Κίνα.

Κινέζικες κρατικές εταιρείες, με επικεφαλής την Cosco και την China Merchants, έχουν εισβάλλει στην Ευρώπη επενδύοντας δισεκατομμύρια σε αγορές των  μεγάλων λιμανιών. Έχουν αγοράσει το 35% της εταιρίας που λειτουργεί το λιμάνι του Rotterdam στην Ολλανδία, καθώς και το 20% και 100% αντιστοίχως, των μεγάλων τερματικών σταθμών στα λιμάνια Antwerp και Zeebrugge στο Βέλγιο.  Επίσης, ελέγχουν την διαχείριση δύο μεγάλων Ισπανικών λιμανιών, της Valencia και Bilbao, έχουν επενδύσει επιπλέον σε 3 λιμάνια της Γαλλίας, αγόρασαν το 48% του Ιταλικού λιμανιού Vado και έχουν τον πλήρη έλεγχο στο λιμάνι του Πειραιά και το λιμεναρχείο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι επόμενοι στόχοι είναι επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε πέντε ακόμη Μεσογειακά λιμάνια: τρία στην Ιταλία, ένα στην Σλοβενία και ένα στην Κροατία.

Από πού έρχονται τα χρήματα; Από κινέζικες κρατικές τράπεζες που θέτουν στην διάθεση των κρατικών εταιρειών δισεκατομμύρια για να κάνουν επενδύσεις. Η Cosco για παράδειγμα, έλαβε $26 δισεκατομμύρια δολάρια από την Tράπεζα Ανάπτυξης της Κίνας, που της δίνουν την δυνατότητα να επενδύσει στα μεγάλα λιμάνια.

Οι επενδύσεις,  είναι μέρος του μεγαλεπήβολου σχεδίου της Κίνας, γνωστό σαν “Belt & Road Initiative” (BRI). Είναι το μεγαλύτερο υποδομικό πρόγραμμα στον κόσμο,  που περιλαμβάνει επενδύσεις και έργα υποδομών σε λιμάνια, δρόμους και σιδηροδρόμους καθώς και αγορές εταιρειών ενέργειας, υψηλής τεχνολογίας, επικοινωνιών, κλπ..  Το “Belt” αναφέρεται σε  έργα κατασκευών δρόμων και σιδηροδρομικών γραμμών διασύνδεσης της Κίνας με άλλες χώρες μέσω ξηράς, ενώ το “Road” αναφέρεται σε επενδυτικές υποδομές σε λιμάνια για την διασύνδεση μέσω θαλάσσης. Όλοι οι δρόμοι καταλήγουν στην Ευρώπη και τα λιμάνια είναι ο μεγαλύτερος στόχος της Κίνας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κόστος του φιλόδοξου προγράμματος υπολογίζεται σε 1 τρισεκατομμύρια δολάρια,καλύπτει 152 χώρες και σύμφωνα με την Κινέζικη κυβέρνηση, στοχεύει στην κατασκευή και αναβάθμιση των διηπειρωτικών μεταφορικών δικτύων διασύνδεσης με την Κίνα.

Όμως πολλοί έχουν την άποψη ότι, πέραν από τους εμπορικούς και οικονομικούς στόχους, η εφαρμογή του προγράμματος έχει επίσης γεωπολιτικούς στόχους όπως την επέκταση των εθνικών συμφερόντων και πολιτικής επιρροής της Κίνας, με απώτερο σκοπό την παγκόσμια κυριαρχία της Κίνας.

Η επενδυτική στρατηγική της Κίνας

Η ανησυχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) οφείλεται στο ότι, η Κίνα χρησιμοποιεί την γνωστή τακτική ‘διαίρε και βασίλευε’, όπου επενδύει δισεκατομμύρια σε χώρες και ταυτόχρονα επεκτείνει την πολιτική της επιρροή, συχνά σε βάρος της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Κίνα εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι η ΕΕ,  δεν έχει μία κοινή επενδυτική πλατφόρμα με  κανόνες και διαδικασίες όσον αφορά ξένες επενδύσεις σε κρίσιμες  υποδομές, όπως τα λιμάνια. Αυτό εξυπηρετεί τα σχέδια τής Κίνας, καθώς η Κινέζικη κυβέρνηση και οι κρατικές της εταιρείες, μπορούν να κλείνουν επενδυτικές συμφωνίες με χώρες, με όρους  που διαπραγματεύονται απ’ευθείας με την κάθε χώρα. Αυτό δίνει επίσης στην Κίνα την δυνατότητα να εξασκεί πολιτική πίεση, ειδικά σε χώρες με οικονομικά προβλήματα που έχουν την ανάγκη επενδύσεων κυρίως σε έργα υποδομής.   

Αρκετές χώρες όπως η Ελλάδα, Ουγγαρία, Τσεχία, Ιταλία, Σερβία, κλπ, όπου οι Κινέζικες κρατικές εταιρείες έκαναν σημαντικές επενδύσεις, πήραν το μέρος της Κίνας πηγαίνοντας ενάντια στην ΕΕ, σε μομφές εναντίον της Κίνας για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρικές διεκδικήσεις της ΚΊνας στη Νότια Κινέζικη θάλασσα σε βάρος άλλων χωρών, κλπ.

Για παράδειγμα, η πρώην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, το 2017 έθεσε βέτο σε πρόταση που υπέβαλλε η ΕΕ στον ΟΗΕ εναντίον της Κίνας για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η υποστήριξη στην Κίνα έγινε,  αφού η κρατική κινέζικη εταιρεία Cosco επένδυσε $1 δισεκατομμύριο δολάρια για την αγορά του λιμανιού του Πειραιά και του Λιμεναρχείου, δίνοντας στους Κινέζους απόλυτο έλεγχο της λειτουργίας του λιμανιού και όλων των αποφάσεων.

Η Ουγγαρία επίσης πίεσε την ΕΕ να δώσει στην Κίνα “market status’ και αρνήθηκε να υποστηρίξει την ΕΕ όταν κατηγόρησε την Κίνα για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ουγγαρία, η Σερβία και η Κίνα, είχαν ήδη υπογράψει τριεθνή συμφωνία, όπου η Κίνα θα χρηματοδοτήσει με $3 δισεκατομμύρια δολάρια την κατασκευή σιδηροδρομικού δικτύου μεταξύ Ουγγαρίας και Σερβίας.

Το ίδιο συνέβη και με την Σλοβενία που συμπαραστάθηκε στην Κίνα, πηγαίνοντας ενάντια στην ΕΕ, στο θέμα για τις χωρικές διεκδικήσεις της Κίνας στη Νότια Κινέζικη θάλασσα. Η συμπαράστηση ήλθε, αφού προηγουμένως η Κίνα υποσχέθηκε στην Σλοβενία χρηματοδότηση $1,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για σιδηροδρομικό δίκτυο, σαν ανταλλαγή για να νοικιάσει το λιμάνι της Κόπερ για 99 χρόνια.

Η Ιταλία επίσης είναι η πρώτη G-7 χώρα που υπέγραψε ξεχωριστό μνημόνιο συνεργασίας με την Κίνα αγνοώντας τις διαμαρτυρίες της Γερμανίας και Γαλλίας καθώς και των ΗΠΑ. Η συμφωνία είναι για συνεργασία που προτείνει η Ιταλία, για την αξιοποίηση πέντε λιμανιών με Κινέζικη χρηματοδότηση. Τρία από τα λιμάνια είναι στην Ιταλία, ένα στην Σλοβενία και ένα στην Κροατία.

Η Κίνα κατάφερε ακόμη να δημιουργήσει την δική της Ευρωπαϊκή ζώνη, το γνωστό σαν γκρούπ 16+1 , στο οποίο συμμετέχουν 16 Ευρωπαϊκές χώρες συν η Κίνα. Έντεκα από αυτές τις χώρες είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Κίνα έθεσε σε διάθεση κεφάλαια $11 δισεκατομμυρίων δολαρίων για χρηματοδότηση διαφόρων επενδυτικών έργων στις 16 χώρες. Το γκρούπ των 16 χωρών έχει δημιουργήσει στενές φιλίες με την Κίνα και την υποστηρίζουν σε πολιτικά θέματα που συχνά είναι αντίθετα της πολιτικής της ΕΕ.

Ανησυχίες στην Ευρωπαϊκή Ενωση

Αρκετοί ηγέτες της ΕΕ, ενώ αναγνωρίζουν την σπουδαιότητα μιας πολιτικής και οικονομικής συνεργασίας με την Κίνα, ανησυχούν  ότι η πολιτική του “διαίρει και βασίλευε”  που εφαρμόζει η Κίνα και η πολιτική επιρροή σε μέλη κράτη, υπονομεύουν την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Ο γρήγορος ρυθμός της επέκτασης της Κίνας, σε τομείς κριτικής σημασίας για την Ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς και ερωτηματικά γύρω από τις πραγματικές προθέσεις της Κίνας, ανάγκασαν την ΕΕ να αλλάξει την πολιτική έναντι της Κίνας, χαρακτηρίζοντας την πλέον σαν “συστηματικό ανταγωνιστή”. Ο Γάλλος πρωθυπουργός Μακρόν ανοιχτά προειδοποίησε την Κίνα να σταματήσει να βάζει σφήνες στην ΕΕ και κάλεσε για ευρωπαϊκή ενότητα. Επίσης η ΕΕ ανησυχεί γιατί ενώ είναι ανοιχτή στις Κινέζικες επενδύσεις, η Κίνα θέτει περιορισμούς και δεν επιτρέπει Ευρωπαίους και γενικά ξένους επενδυτές σε ορισμένους βιομηχανικούς τομείς.

Τον περασμένο Νοέμβριο η ΕΕ, υιοθέτησε ένα νέo πλαίσιο με διαδικασίες και κανόνες όσον αφορά ξένες επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές. Το πλαίσιο αναμένεται να βοηθήσει την ΕΕ και τα μέλη κράτη να προστατεύσουν καλύτερα κριτικές υποδομές, όπως τα λιμάνια, συνεχίζοντας την ανοιχτή πολιτική σε ξένες επενδύσεις.

 

Ο χρόνος θα δείξει πόσα μέλη θα ακολουθήσουν το νέο πλαίσιο. Οι κινέζικες επενδύσεις έχουν ήδη δημιουργήσει προστριβές μέσα στην ΕΕ, ειδικά από χώρες με μεγάλα οικονομικά προβλήματα που έχουν ανάγκη από επενδύσεις και επίσης έχουν κάποια αντιπάθεια προς τις Βρυξέλλες. Δεν είναι μυστικό, ότι στα τελευταία λίγα χρόνια, η ενότητα μέσα στην ΕΕ έχει υποστεί ρωγμές, λόγω διαφωνιών μελών με την πολιτική των Βρυξελλών, σε θέματα όπως το προσφυγικό. Πολλές χώρες, βλέπουν πλέον την Κίνα σαν εναλλακτική λύση, για την επίλυση των οικονομικών προβλημάτων και δεν διστάζουν να υποστηρίζουν τις πολιτικές της θέσεις, πηγαίνοντας ακόμη ενάντια στην πολιτική της ΕΕ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι πιο αποτελεσματική, αν συνεχίσει να πιέζει την Κίνα για τις διάφορες παρατυπίες που συνδέονται με τις επενδύσεις που κάνει, όπως έλλειψη διαφάνειας, διαφθορά,  βιωσιμότητα του χρέους, περιβαλλοντικές επιπτώσεις και μεροληψία υπέρ Κινέζικων εταιρειών.

Οι Ευρωπαϊκές χώρες αναμένεται να συνεχίσουν να καλωσορίζουν τις κινέζικες εταιρείες και τα δισεκατομμύρια που έχουν στην διάθεση τους να επενδύσουν.Όμως  θα πρέπει να είναι πιο προσεκτικές στις απαιτήσεις των κινέζων και επίσης να διδαχθούν από τα λάθη άλλων χωρών. Υπάρχουν ήδη παραδείγματα, όπου κινέζικες επενδύσεις σε ορισμένες  χώρες, δεν είχαν τα αμοιβαία αποτελέσματα που υποσχέθηκε η Κίνα, καθώς ωφέλησαν σχεδόν μόνο την Κίνα και ελάχιστα τις χώρες όπου έγιναν οι επενδύσεις.


Στεργιούλας Νίκος

Διεθνής οικονομολόγος. Έχει διετελέσει σύμβουλος σε δημόσιες υπηρεσίες και επιχειρήσεις στις ΗΠΑ και άλλες χώρες. Στο παρελθόν εχει εργασθεί στο Αμερικανικό Κονγκρέσσο και διετέλεσε ανώτατο στέλεχος του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ.