Πώς η Ελλάδα έγινε το «talk of the town» στη Νέα Υόρκη

Κούρταλη Ελευθερία

Πώς η Ελλάδα έγινε το «talk of the town» στη Νέα Υόρκη, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Η Ελλάδα όχι μόνο εντυπωσίασε με τις επιδόσεις της φέτος, αιφνιδιάζοντας και τους πιο αισιόδοξους, αλλά καταφέρνει να «ανεβάζει» ακόμα περισσότερο της διαθέσεις των επενδυτών οι οποίοι δεν πτοούνται από το ήδη σημαντικό ράλι που κατέγραψαν οι ελληνικές μετοχές και τα ελληνικά ομόλογα. Αυτό υποδηλώνει ότι πολλοί που δεν ανέβηκαν στο τρένο των ελληνικών υπεραποδόσεων το 2019 σπεύδουν να το κάνουν, ενώ όσοι ήδη έχουν θέση σε αυτό σκοπεύουν να παραμείνουν αμετακίνητοι στην στρατηγική τους.

Αυτό έγινε ξεκάθαρο στο μεγάλο συνέδριο της Capital Link στη Νέα Υόρκη την περασμένη εβδομάδα, όπου το παρών έδωσαν οι διοικήσεις κορυφαίων αμερικάνικων εταιρειών με ενεργό ενδιαφέρον στην Ελλάδα, θεσμικοί επενδυτές ελληνικών μετοχών και ομολόγων, διαχειριστές κεφαλαίων και αναλυτές, καθώς και υψηλόβαθμα διεθνή τραπεζικά στελέχη.

Η ζήτηση για συναντήσεις με Έλληνες υπουργούς και ειδικά τον υπουργό Οικονομικών, κ. Χρήστο Σταϊκούρα,  τον υπουργό Ανάπτυξης & Επενδύσεων, κ. Άδωνι Γεωργιάδη καθώς και τον υπουργό Τουρισμού κ. Χάρη Θεοχάρη αλλά και τις  διοικήσεις των ελληνικών εταιρειών ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, γεγονός που αποδεικνύει ότι η χώρα μας είναι πλέον στο ραντάρ των διεθνών «παικτών».

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ο John Paulson «η Ελλάδα επέστρεψε», υπογραμμίζοντας πως ο συνδυασμός των πολύ χαμηλών η αρνητικών επιτοκίων τραπεζικών καταθέσεων σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο δρόμο της ανάκαμψης σηματοδοτούν την κατάλληλη στιγμή για οποιοδήποτε είδος επένδυσης σε μετοχές και ακίνητη περιουσία.

Αίσθηση προκάλεσε επίσης η νέα εκτίμηση της Citigroup, της οποίας τα στελέχη βρέθηκαν επίσης στο συνέδριο, ότι τα ελληνικά ομόλογα θα αποτελέσουν ένα από τα κορυφαία trades για το 2020, συστήνοντάς μάλιστα στους πελάτες της να αγοράσουν ελληνικούς 10εοτέις τίτλους, έναντι των αντίστοιχων γερμανικών.

Μεταξύ των πολλών μεγάλων funds και άλλων επενδυτικών τράπεζων που έδωσαν το παρών στη Νέα Υόρκη για… χάρη της Ελλάδας ήταν οι BNP Paribas, Nomura, Blackstone Group, PIMCO, Athanor Capital, Bienville Capital, BlackRock, BlueCrest Capital, Brookfield Asset management, Consilience Capital, Eaton Vance, Fir Tree Partners, Helm, Morgan Stanley, MSK Capital Partners, Third Point, Evermore, Psaros KPS, Monarch, Knighthead, Stonehill, Olympus Peak, Aberdeen, Helm, East Rock, Centerbridge, Beachpoint και Weterwheel.

Τα σχόλια και οι παρατηρήσεις των υψηλόβαθμων στελεχών των οίκων που βρέθηκαν εκεί, είναι εντυπωσιακά. Όλοι υπογράμμισαν τη σημαντική βελτίωση που έχει σημειώσει η ελληνική οικονομία μετά τις εκλογές, τονίζοντας ότι τώρα ήρθε η στιγμή να επενδύσει κάποιος στην Ελλάδα και τα ελληνικά assets, αν δεν το έχει ήδη κάνει.

Η πρώτη ψήφος εμπιστοσύνης από τη διεθνή κοινότητα έχει ήδη δοθεί, όπως μαρτυρά η μεγάλη αποδοχή ελληνικών κρατικών και εταιρικών ομολόγων στις διεθνείς κεφαλαιαγορές. Τα ελληνικά ομόλογα έχουν πολύ χαμηλά επιτόκια, που πριν από μερικά χρόνια θα ήταν αδιανόητα για την Ελλάδα. Όπως συμβαίνει συνήθως με το παράδειγμα άλλων χωρών που ξεκίνησαν την πορεία εξόδου από κρίσεις, το δεύτερο κύμα εμπιστοσύνης από τη διεθνή κοινότητα αναμένεται να αποτελείται από επενδύσεις σε μετοχές και επιχειρήσεις ενισχύοντας έτσι μια νέα και διατηρήσιμη περίοδο ανάπτυξης και ευημερίας για την Ελλάδα.

Το ευρύ κλίμα αισιοδοξίας για τις νέες ευκαιρίες που ανοίγονται στην Ελλάδα ήταν εμφανές στη Νέα Υόρκη. Επιπλέον, ανανεώνεται η εμπιστοσύνη ότι με τη συνεπή εφαρμογή φιλικών προς τις επιχειρήσεις μεταρρυθμίσεων και προγραμμάτων η οικονομία της Ελλάδας θα αναβαθμιστεί και θα παραμείνει σε μια τροχιά ανάπτυξης. Το marketnews συγκέντρωσε μερικές από τις πάρα πολλές δηλώσεις των επικεφαλής των funds και των τραπεζών στα διάφορα πάνελ που διοργανωθήκαν στο συνέδριο, και που δείχνουν πως η Ελλάδα αποτελεί όντως το talk of the town στις αγορές.

Είναι δίκαιο να πούμε ότι η Ελλάδα επανέρχεται στην ομαλότητα, τόνισε ο Arnaud Jossien, Managing Director - Investment Banking CEE & Greece της BNP Paribas. Όπως είπε, το 2019 ήταν ένα έτος ισχυρών επιδόσεων για τις ελληνικές αγορές μετοχών και χρεογράφων. Οι διεθνείς επενδυτές χαιρέτισαν τη συνεχή οικονομική βελτίωση της χώρας και την αναμενόμενη πολιτική μεταρρυθμίσεων που είχε εξαγγείλει η νέα κυβέρνηση. Η εξέταση του 10ετούς ομόλογου του Ελληνικού Δημοσίου είναι ιδιαίτερα ενδεικτική, με δεδομένο ότι κινείται στην εντυπωσιακά χαμηλή απόδοση του 1,5%, όταν τον Μάρτιο άγγιζε το 4,4%.« Βλέπουμε ένα θετικό μομέντουμ, καθώς η επιτυχημένη έκδοση ομολόγων προσέλκυσε φέτος επενδυτές υψηλής ποιότητας, μια εξέλιξη που λογικά θα οδηγήσει περισσότερους επενδυτές να αρχίσουν να στρέφουν ξανά το ενδιαφέρον τους προς την Ελλάδα», τόνισε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Δημήτρης Κοφίτσας, Εκτελεστικός Διευθυντής Επενδυτικής Τραπεζικής / Χρηματοδοτική Ομάδα Νότιας Ευρώπης & Ελλάδας της Goldman Sachs, υπογράμμισε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να ξεφύγουν από την κρίση με ένα εκπληκτικό ιστορικό βελτίωσης της ρευστότητας και της κερδοφορίας. Επιπλέον, είπε ότι τώρα είναι η στιγμή για την έκδοση περισσότερου χρέους, δεδομένου ότι η κερδοφορία βελτιώνεται. «Το ιστορικό των ελληνικών τραπεζών είναι αξιοθαύμαστο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιτύχει αξιοσημείωτα να βελτιώσουν την ποιότητα του ενεργητικού τους», τόνισε. Συνεχίζοντας, σημείωσε πως η παρουσίαση ενός τέτοιου ιστορικού παρέχει την απαραίτητη αξιοπιστία για τη δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης με τους επενδυτές. Σύμφωνα με τον κ. Κόφιτσα, «το πρώτο πράγμα που θέλουν να δουν οι επενδυτές είναι αυτό το ιστορικό, δηλαδή τη συνέπεια και την αξιοπιστία αυτού που εκδίδει το χρέος. Η Ελλάδα δεν είναι μια τεράστια αγορά. Έτσι, οι άνθρωποι που ακολουθούν την Ελλάδα θυμούνται τα διοικητικά στελέχη. Πιστεύω, λοιπόν, ότι η αξιοπιστία είναι κορυφαία προτεραιότητα».

Ο Morven Jones, Διευθύνων Σύμβουλος, Επικεφαλής Χρεωστικών Κεφαλαιαγορών, EMEA της Nomura σημείωσε ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα φανταστικό έτος, παρά την παγκόσμια αναταραχή. Όπως εξήγησε, έχουν τεθεί οι βάσεις για την έκδοση περισσότερων εκδόσεων χρέους, οι οποίες θα μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν την μελλοντική πορεία της οικονομίας.

Τώρα είναι η σωστή στιγμή να επενδύσει κανείς στην Ελλάδα, σημείωσε ο Piotr Mietkowski, Head of Investment Banking CEE, Greece & Turkey της BNP Paribas. Οι οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας έχουν αλλάξει και μπορούμε να αντιληφθούμε ότι οι πραγματικοί επενδυτές ενδιαφέρονται για μακροπρόθεσμες επενδύσεις, όπως είπε. Αυτό ακριβώς είναι που χρειάζεται η Ελλάδα αυτή τη στιγμή και ο ίδιος διαισθάνεται μία θετική αύρα η οποία θα οδηγήσει σε ευκαιρίες το 2020. Δεδομένου του ότι ο τραπεζικός τομέας είναι περισσότερο υποστηρικτικός σε επενδυτές και το ευρύτερο περιβάλλον έχει σαφώς βελτιωθεί τώρα, είναι η σωστή τώρα για τους επενδυτές με μεγάλα στρατηγικά σχέδια να επενδύσουν σε μακροπρόθεσμα ιδιωτικά κεφάλαια.  «Οι αποδόσεις μπορεί να είναι λίγο χαμηλές την τωρινή στιγμή, αλλά η Ελλάδα παραμένει ο πιο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός στην Ευρώπη», υπογράμμισε.

Οι προοπτικές για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές, σημείωσε από την πλευρά τους ο Alex Blades, Partner στην Paulson & Co, προσφέροντας τρεις λόγους που συνδράμουν σε αυτή την κατεύθυνση. Πρώτον, το αναπτυξιακό πρόγραμμα της νέας κυβέρνησης. Παρόλο που σημειώθηκε πρόοδος κατά τη διάρκεια της κρίσης για να τεθεί σε τάξη η δημοσιονομική κατάσταση, μπορούμε όλοι να δούμε την ποιοτική διαφορά με τη νέα κυβέρνηση: Ένα συγκροτημένο πρόγραμμα ανάπτυξης, η μείωση της φορολογίας, οι μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα, η δέσμευση για επίσπευση των ιδιωτικοποιήσεων και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ενώ τα οικονομικά μεγέθη πηγαίνουν στη σωστή κατεύθυνση. Δεύτερον, η εφαρμογή του σχεδίου Ηρακλής θα βοηθήσει τις τράπεζες να αντιμετωπίσουν και να μειώσουν τα προβληματικά κόκκινα δάνεια. Και ο τρίτος λόγος, είναι η ανοδική κίνηση στις αξίες των ακινήτων. Οι τράπεζες έχουν σημαντικές ποσότητες ακινήτων ως ασφάλειες για δάνεια. Οι υψηλότερες τιμές των περιουσιακών στοιχείων θα έχουν θετικό αντίκτυπο τόσο στη δημιουργία νέων δανείων και στην αντιμετώπιση των προβληματικών.