Για ένα κόκκινο πουκάμισο

Γιαννούλης - Γιαννουλόπουλος Γιώργος

Για ένα κόκκινο πουκάμισο

Ας κάνουμε μια αποτίμηση της επιτυχίας διακυβέρνησης αυτού του εξαμήνου, σημειώνοντας ότι η κυβέρνηση της "Αριστεράς" εξελέγη με την υπόσχεση της μείωσης του βάρους του χρέους για τους πολίτες, την αύξηση των αμοιβών της εργασίας και της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και τη μείωση της ανεργίας. 

Ανάπτυξη, ΑΕΠ και ανεργία

Το ΑΕΠ του 2014 ανήλθε σε 186 δις ευρώ, ενώ μετά από αρκετά χρόνια πτώσης είχε σημειώσει άνοδο 0.8%. Για το 2015 προβλέπονταν αύξηση με βάση τα στοιχεία των διεθνών οργανισμών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΔΝΤ, ΕΚΤ) και άλλων μελετητών, ύψους 2,5%. Δηλαδή στο τέλος του 2015 θα είχαμε 4,65 δις παραπάνω πλούτο στη χώρα. Αντ’ αυτού οι προβλέψεις τον Ιούλιο του 2015 δίνουν μια δραματική νέα ύφεση της τάξης του 4% για το έτος, η οποία πιθανότατα να είναι και υψηλότερη, ΜΕΙΟΝ 7,44 δις πλούτου για την ελληνική οικονομία.  Σύνολο απώλειας παραγωγής και εισοδήματος για τους πολίτες 12,09 δις ευρώ. 

Ο συνολικός πληθυσμός της χώρας ήταν στην αρχή του 2014, μετά από τη σταδιακή μείωση που υπέστη λόγω μετανάστευσης του παραγωγικού πληθυσμού και  υπογεννητικότητας, 10,992 εκατομμύρια κάτοικοι. Εκ των οποίων, ο ενεργός πληθυσμός (αν αφαιρεθούν οι υπερήλικες, συνταξιούχοι, παιδιά, φοιτητές, άνεργοι, ανήμποροι  κλπ) από 4,856 εκατομμύρια  το 2011 έχει ήδη πέσει αρκετά έως πολύ κάτω από τα 4 εκατομμύρια το 2015, ρυθμός που επιταχύνεται.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε κάτοικος  (περιλαμβανομένων των μη ενεργών) έχασε σε έξι μήνες περίπου 1.100 ευρώ πρόσθετο πλούτο το 2015, ή ότι κάθε ενεργός οικονομικά πολίτης χάνει  3.022 ευρώ μέσα στον χρόνο αυτό και μόνο.

Ενώ η αντιστροφή της τάσης δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί και θα εξαρτηθεί πλέον πλήρως από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων, τη σταθεροποίηση της οικονομίας και του τραπεζικού συστήματος και τη στήριξη των εταίρων στο πλαίσιο μιας νέας πολυετούς συμφωνίας, εάν σταθεροποιηθεί φυσικά η πολιτική κατάσταση και καταλήξει σε μια νέα βιώσιμη συμφωνία, ώστε να επανέλθει η χώρα σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης στο μέλλον.

Η ανεργία, που ήδη βρισκόταν στο πολύ υψηλό ποσοστό του 26% τον Δεκέμβριο του 2014, μετά την κορύφωσή της στο 27% λίγο νωρίτερα, από τον Ιανουάριο του 2015 άρχισε και πάλι την ανοδική της πορεία με απρόβλεπτες συνέπειες. Τα στοιχεία των συνεπειών στην ανεργία μετά το κλείσιμο των Τραπεζών και τις δραματικές συνέπειες στις επιχειρήσεις και τους παραγωγικούς κλάδους, το πλήγμα της αστάθειας στον τουρισμό στη μέση της τουριστικής περιόδου, αλλά και το χτύπημα από τα νέα μέτρα στους ανταγωνιστικούς κλάδους της Ελληνικής οικονομίας, τουρισμό και ναυτιλία, δεν είναι ακόμη διαθέσιμα, αλλά με αυτά τα δεδομένα κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει αισιόδοξες προβλέψεις.  Μια νέα σημαντική μείωση της αμοιβής της εργασίας είναι το φυσικό αποτέλεσμα της αναπόφευκτης αύξησης της πίεσης της ανεργίας.  Μετά από έξι μήνες πρωτοποριακής διακυβέρνησης  με υπόσχεση την αύξηση των αμοιβών της εργασίας, υπό την πίεση της μαζικής ανεργίας οδηγούμαστε στη σημαντική μείωση των αμοιβών των εργαζομένων στην επόμενη περίοδο.

Χρέος και δανεισμός

Από τον Ιούνιο έως και τον Δεκέμβριο του 2014 το ΔΝΤ επέμενε να επισημαίνει στις εκθέσεις του ότι, λόγω της πλημμελούς εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων του προγράμματος από την προηγούμενη κυβέρνηση, οι δανειακές ανάγκες της χώρας θα ανέρχονταν για τη διετία 2015-2016 σε 25 δις ευρώ, εκ των οποίων 12 δις ευρώ αποτελούσαν το λεγόμενο δημοσιονομικό κενό, που έπρεπε να καλυφθεί με πρόσθετη χρηματοδότηση έναντι της ολοκλήρωσης των μεταρρυθμίσεων. Το χρέος ακόμη και έτσι θα κορυφωνόταν στο 177% του ΑΕΠ το 2014  και εν συνεχεία θα αποκλιμακώνονταν σταδιακά λόγω της συνέχισης της ανάπτυξης της χώρα αλλά και της δεκαετούς περιόδου χάριτος στις πληρωμές που είχε εξασφαλίσει η Ελλάδα, στο 160% του ΑΕΠ το 2016 και κάτω από το 135% το 2020, ώστε να καταστεί βιώσιμο. Το δημοσιονομικό κενό θα καλύπτονταν με πρόσθετα μέτρα 1,5 με 2,5 δις και το υπόλοιπο με πρόσθετη χρηματοδότηση  από τους εταίρους. 

Μετά από 5 μήνες (ομολογημένα πλέον) σχεδιασμένης καταστροφικής ασάφειας (προς όφελος και με επιχορήγηση τίνος, άραγε;), τον Ιούνιο του 2015, πριν το δημοψήφισμα, το ΔΝΤ εκτιμούσε τις δανειακές ανάγκες της Ελλάδας σε 60 δισεκατομμύρια ευρώ.  Ενώ αμέσως μετά, τον Ιούλιο του 2015 στην πρόσφατη έκθεσή του, λόγω των καταστροφικών συνεπειών του δημοψηφίσματος, της πολιτικής αστάθειας, του κλεισίματος των τραπεζών και των capital controls, η πρόβλεψη ανήλθε σε 85 (!) δις και μέτρα 12,5 δις (!).

Δηλαδή, μέσα σε έξι μήνες «επιτυχών» χειρισμών της Ελληνικής Κυβέρνησης, του Πρωθυπουργού και των στενών συνεργατών του, που υποκριτικά έλεγαν και λένε πως αποβλέπουν στη μείωση και διαγραφή μέρους του χρέους, το χρέος αυξήθηκε κατά 60 δις ευρώ (85-25 δις). και η όποια μικρή ελάφρυνση συμφωνηθεί πλέον - εάν συμφωνηθεί -  δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να καλύψει αυτή τη διαφορά.  Κάθε ένας από τους 10,99 εκατομμύρια κατοίκους της χώρας ( συνταξιούχος, άνεργος, παιδί, ανήμπορος, όλοι)  επιβαρύνθηκε  με 5.460 ευρώ πρόσθετου χρέους.  Κάθε οικονομικά ενεργός πολίτης, ο οποίος πληρώνει και για τους υπόλοιπους, επιβαρύνθηκε με 13.100 ευρώ χρέους.

Ταυτόχρονα, τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα που απαιτήθηκαν σε αυτή τη φάση μόνο επιβάρυναν κάθε κάτοικο της χώρας με περίπου 910 ευρώ τον χρόνο, επιπροσθέτως από τα περίπου 225 ευρώ που ήταν η απαραίτητη επιβάρυνση στην αρχή του 2015.

  Οι κατά κεφαλήν επιβαρύνσεις είναι μετριοπαθώς υπολογισμένες, διότι στηρίζονται στον συνολικό και στον αντίστοιχο παραγωγικό πληθυσμό του 2014, και δεν λαμβάνουν υπόψη την προϊούσα και επιταχυνόμενη μείωση και του ενός και του άλλου, λόγω της μαζικής μετανάστευσης των παραγωγικών κατοίκων και της πρόβλεψης αύξησης της ανεργίας. Απομένουν κάθε μέρα πιο λίγοι για να πληρώσουν πιο πολλά.

Είμαι πεπεισμένος ότι τα επιτεύγματα αυτά θα περιγράφονται στα βιβλία της οικονομικής ιστορίας του μέλλοντος ως υπόδειγμα της οικονομικής καταστροφής στην οποία μπορεί να οδηγήσει η κατάρρευση και η διαφθορά της πολιτικής τάξης σε μια Δημοκρατία. Περισσότερο ίσως και από την Αργεντινή, περισσότερο και από τη Βενεζουέλα. Όχι μόνο λόγω του ύψους των χρηματοοικονομικών μεγεθών και σε απόλυτα μεγέθη και σε σχέση με το μέγεθος της Ελληνικής οικονομίας, αλλά διότι η Ελλάδα διέθετε ένα πολύ μεγαλύτερο διεθνές κεφάλαιο αναγνωρισιμότητας και επιτυχούς πορείας. Βρισκόταν ήδη ψηλά κι έτσι έπεσε από πολύ ψηλότερα.  

Πέρα από τα καθαρά άμεσα οικονομικά στοιχεία που αντικατοπτρίζονται σε αυτούς τους απρόσωπους δείκτες, που όμως μετρούν την ευμάρεια, τις ελπίδες και τους πόνους των ανθρώπων, συνέβησαν και άλλα γεγονότα, πολύ βαθύτερα. 

Υπήρξε μια καθολική απώλεια της εμπιστοσύνης. Τόσο στην πολιτική αξιοπιστία της χώρας και των εκπροσώπων της, όσο και στην οικονομία. Οι συνέπειες του πρώτου είναι η απώλεια διαπραγματευτικής ισχύος της χώρας. Του δεύτερου είναι τραγικότερες ίσως.  Οι συναλλαγές, η ρευστότητα, η λειτουργία, ο δανεισμός, οι επενδύσεις των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, επλήγησαν δραματικά με αποτέλεσμα την απώλεια ανταγωνιστικότητας των εγχώριων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Και ακόμη χειρότερα, η εμπιστοσύνη των παραγωγικών κατοίκων στη χώρα τους και στις προοπτικές της, με αποτέλεσμα να την εγκαταλείπουν πλέον μαζικά, μαζί με τις επιχειρήσεις και τα κεφάλαια, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή αλλού.  Αναζητώντας αυτό που ψευδεπίγραφα τους υποσχέθηκαν: ελπίδα και το δικαίωμα να ονειρεύονται το μέλλον τους καλύτερο από το παρόν.

Έξι μήνες «Πρώτη Φορά», επιτυχία δεν το λες πάντως!

Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις ευθύνες των κυβερνώντων για την οικονομική αυτή καταστροφή, και κυρίως, όχι των αφελών και ιδεοληπτικών που την εκτέλεσαν, αλλά αυτών που ανέμεναν να αποκομίσουν ή και απεκόμισαν ήδη σημαντικά κέρδη από αυτήν. 

Των διεθνών κερδοσκόπων που με μικρή επένδυση στην αποσταθεροποίηση μιας μικρής χώρας με ευάλωτη και διεφθαρμένη πολιτική τάξη με διάφορους τρόπους, είχαν τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζουν τοποθετήσεις τους, κερδοσκοπώντας στις ισοτιμίες του δεύτερου παγκόσμιου νομίσματος, του ευρώ, και σε οικονομικά στοιχεία της μεγαλύτερης οικονομικής ζώνης του κόσμου. Εύκολο να βγάλεις λεφτά όταν με μια δήλωση ενός Λαφαζάνη, μια μπούρδα ενός Βαρουφάκη, ανεβοκατεβαίνουν τα χρηματιστήρια και οι ισοτιμίες έστω και μερικά σεντς. Ειδικά, αν θα μπορούσες να τις προβλέψεις κάπως. 

Των Ελλήνων πλουσίων- χρεοκοπημένων με θαλασσοδάνεια και μετοχοδάνεια εκατοντάδων εκατομμυρίων, που όμως εξακολουθούν ακόμη να ελέγχουν τις αυτοκρατορίες τους και στοιχηματίζουν στην καταστροφή για να επιβιώσουν (δες σχετικά "Πλειστηριασμοί και λαϊκισμός, του Γιώργου Προκοπάκη). Αφού ο σύγχρονος κόσμος δεν τους διασφαλίζει την επιβίωσή τους ως προύχοντες κι αφέντες, καθότι παρασιτικοί και μη ανταγωνιστικοί, προτιμούν και προωθούν έναν κόσμο που τους ταιριάζει και τους περιέχει ως αφεντικά, τον υπανάπτυκτο και διεφθαρμένο.

Πέρα από το ενδιαφέρον που έχει η διερεύνηση των σχέσεων ανάμεσα στη διοικούσα τάξη της χώρας και τις ισχυρές αυτές ομάδες εντός και εκτός των συνόρων, υπάρχει ένα δεύτερο, ιστορικό και κοινωνιολογικό στοιχείο με ιδιαίτερη βαρύτητα: η αποδοχή του πασιφανώς  ψευτοαριστερού αφηγήματος από μεγάλη μερίδα του πληθυσμού χωρίς σοβαρές αντιστάσεις, σαν έτοιμοι από καιρό. Αυτή δεν εξηγείται μόνο με τη συστηματική παραπληροφόρηση και την έλλειψη παιδείας. Δεν εξηγείται αν δεν ανατρέξει κανείς στους ανοιχτούς λογαριασμούς ενός πολέμου που διέλυσε τον κοινωνικό ιστό της χώρας και την πολιτική της δομή, έξι δεκαετίες πριν, του Εμφυλίου. Τους λογαριασμούς που ποτέ δεν έκλεισαν, με ευθύνη των νικητών και τη συνενοχή της ηγεσίας των νικημένων.

Έτσι απόμειναν πολλοί παγιδευμένοι να συζητούν με σοβαρότητα περισσή τα μυθεύματα και τις τσαρλατανιές μιας κατ’ όνομα αριστεράς, που κυριαρχεί ελέω "ηθικής ανωτερότητας". Και ξορκίζει το εκάστοτε "κακό", όχι με επιχειρήματα και προτάσεις υπέρ των πλέον αδύναμων ή έστω της ουτοπίας της, αλλά κράζοντας ονόματα και αναζητώντας ενόχους και φταίχτες, όπως φιλελεύθερος, δεξιός, πουλημένος και, ακόμη χειρότερα, εθνοθρησκευτικές ξενοφοβικές ιαχές, όπως Γερμανός, Αμερικάνος, τρισκατάρατος ξένος.

Μια ολόκληρη κοινωνία αλύτρωτη, κυνηγημένη από το φάντασμά της, εμψυχωμένο με αριστοτεχνικά τρυκ από κοινούς απατεώνες, τσαρλατάνους που παριστάνουν τα μέντιουμ με την ουτοπία, βυθίζεται στη μιζέρια για ένα κόκκινο πουκάμισο αδειανό, για μια Ελένη.