Οι δύο σχολές στην αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων

Παπαδόπουλος Ιωάννης

Οι δύο σχολές στην αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων

Την περασμένη Πέμπτη το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να διαθέσει 8 δισ. ευρώ τα επόμενα δύο χρόνια για την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων, που εξελίσσεται στο υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα της Νότιας Ευρώπης σήμερα.

Πράγματι οι αριθμοί είναι εντελώς ανησυχητικοί: Η νεανική ανεργία προσεγγίζει ήδη το 60% στην Ελλάδα και την Ισπανία, ενώ στην Ιταλία και την Πορτογαλία το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 40%.

Σε απόλυτους αριθμούς πάνω από 6 εκατομμύρια άνθρωποι, ηλικίας 15-24 ετών, βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας. Αυτή η εξέλιξη προμηνύει μία «χαμένη γενιά», με τεράστια σπατάλη του ανθρώπινου κεφαλαίου που έχει συσσωρεύσει η συλλογική επένδυση σε εκπαίδευση και κατάρτιση των νέων. Προετοιμάζει όμως και το έδαφος για κοινωνική αποσταθεροποίηση, εφόσον δεν ληφθούν κατεπείγοντα και πολύ δυναμικά μέτρα ανάσχεσης του φαινομένου.

Οι περιοχές που θα λάβουν κονδύλια κατά προτεραιότητα θα είναι οι περιφέρειες εκείνες με ποσοστό νεανικής ανεργίας άνω του 25%.

Ταυτόχρονα τα κράτη-μέλη ενθαρρύνονται ρητορικά να προχωρήσουν άμεσα στη θεσμοθέτηση ενός μηχανισμού «Εγγύησης για τη Νεολαία», που θα παρέχει μία θέση εργασίας, ένα πρόγραμμα σπουδών ή μία κατάρτιση εντός τεσσάρων μηνών από την είσοδο ενός νέου στην ανεργία ή από την έξοδό του από το εκπαιδευτικό σύστημα. Πρωτεύοντα ρόλο σε αυτήν την πρωτοβουλία της Ε.Ε. παίζει η γερμανική κυβέρνηση, η οποία φοβάται ότι θα της χρεωθεί η αλματώδης αύξηση της ανεργίας λόγω των υφεσιακών προγραμμάτων λιτότητας που έχουν επιβληθεί, κατόπιν δικής της κυρίως απαίτησης, απ’ άκρου εις άκρον της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Είναι σίγουρο ότι το ευρωπαϊκό κονδύλιο είναι υπερβολικά μικρό, για να αναχαιτίσει το φαινόμενο, ιδίως σε περίοδο αποπληθωρισμού χρέους και κρίσης ρευστότητας λόγω της τεράστιας απομόχλευσης του τραπεζικού τομέα. Ωστόσο το πρόβλημα αυτής της πρωτοβουλίας είναι βαθύτερο: Σε τέτοιες βαθιά υφεσιακές συνθήκες είναι ορθό να στοχεύουμε ειδικά στην ανεργία των νέων ή πρέπει αντιθέτως να αναληφθούν δράσεις για την τόνωση των αναπτυξιακών προοπτικών της οικονομίας συνολικά;

Εδώ οι γνώμες διίστανται. Άλλοι οικονομολόγοι λένε ότι δεν έχει νόημα να απομονώνουμε την ανεργία των νέων και να την αντιμετωπίζουμε ξεχωριστά από το συνολικό πρόβλημα της ανεργίας, διότι τα δεδομένα των οικονομικών κύκλων δείχνουν πως η εξέλιξη των ποσοστών της νεανικής ανεργίας απλώς ακολουθεί τις αντίστοιχες τάσεις της συνολικής ανεργίας σε ποσοστό 2 προς 1.

Με άλλα λόγια, όταν ο οικονομικός κύκλος είναι καθοδικός και η ανεργία ανεβαίνει, η ανεργία των νέων ανεβαίνει και αυτή σε ανάλογο ποσοστό, ενώ οι νέοι άνεργοι είναι κατά μέσο όρο διπλάσιοι των συνολικών ανέργων.

Άλλοι οικονομολόγοι αντιθέτως θεωρούν ότι το πρόβλημα παρουσιάζει μία αυτοτέλεια ως «bottleneck», δηλαδή ως εμπόδιο εισόδου στην αγορά εργασίας λόγω ανεπάρκειας των προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης και αναντιστοιχίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας. Με άλλα λόγια θεωρούν ότι το αίτιο του προβλήματος είναι κυρίως διαρθρωτικό και δεν οφείλεται στη μείωση της συνολικής ζήτησης λόγω συνθηκών δημοσιονομικής περιστολής και νομισματικής πειθαρχίας.

Το παράδοξο -αλλά μόνο εκ πρώτης όψεως- είναι ότι σε αυτήν την πολεμική και τα δύο μέρη έχουν δίκιο. Ωστόσο το δίκιο του ενός θα έπρεπε να ζυγίζει παραπάνω στη ζυγαριά των πολιτικών αποφάσεων. Ναι μεν κλασικά αντικυκλικά μέτρα, όπως οι φορολογικές ελαφρύνσεις ή οι επιχορηγήσεις για τη δημιουργία ή τη διατήρηση θέσεων εργασίας σε επιχειρήσεις, έχουν μικρή αποτελεσματικότητα, εφόσον συχνά χρησιμοποιούνται για άλλους εταιρικούς σκοπούς και όχι για την πρόσληψη ανειδίκευτων ή κοινωνικά περιθωριοποιημένων νέων.

Από την άλλη όμως, αν δεν σχεδιαστεί και υλοποιηθεί ταχύτατα ένα μακροοικονομικό μίγμα που να περιλαμβάνει δημοσιονομική επέκταση, νομισματική χαλάρωση, προώθηση της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής και Δημοσιονομικής Ένωσης και εγγύηση για μεγάλες επενδύσεις, κατ’ αρχήν δημόσιες και κατόπιν ιδιωτικές μέσω μόχλευσης κεφαλαίων, ακόμη και οι καλύτερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στα εκπαιδευτικά συστήματα και στις αγορές εργασίας δεν θα αποτρέψουν την κοινωνική ανάφλεξη.