Σε αλλαγή διαπραγματευτικής γραμμής οδηγεί την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας η καθολική άρνηση των εκπροσώπων των δανειστών να συζητήσουν ή έστω να ακούσουν την ελληνική επιχειρηματολογία για την επαναφορά των κλαδικών συμβάσεων στο προσκήνιο των συλλογικών διαπραγματεύσεων και τον καθορισμό του κατώτατου μισθού από τους ίδιους τους κοινωνικούς εταίρους.

Η αποχώρηση των επικεφαλής των τεσσάρων θεσμών – πιστωτών από την Αθήνα σηματοδοτεί εκ των πραγμάτων την αναγκαιότητα επανακαθορισμού τόσο των στόχων όσο και των τακτικών του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου, ο οποίος δεχόμενος την «ακραία» στάση των πιστωτών, προσπάθησε κατά την τελευταία συνάντηση της Πέμπτης να «κλείσει» έστω κάποια μικρά και ήσσονος σημασίας θέματα, όπως για παράδειγμα ο εκσυγχρονισμός του συνδικαλιστικού νόμου ή η δυνατότητα μερικής επιδότησης μειωμένου ωραρίου, για να αποφευχθούν οι ομαδικές απολύσεις.

Στον αντίποδα, άφησε για το νέο ραντεβού του Νοεμβρίου τα «δύσκολα» θέματα των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με αιχμή τη δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) και τη θεσμοθέτηση υποκατώτατου μισθού στους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας. Η νέα «γραμμή Μαζινό» της ελληνικής κυβέρνησης αναμένεται να στηθεί γύρω από τον σεβασμό των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων και κατά δεύτερο λόγο των διεθνών συμβάσεων, προκειμένου να αναχαιτιστεί η πίεση για τον ΟΜΕΔ αλλά και τους μισθούς των νέων.

Αναλυτικά, κατά τις δύο συναντήσεις του κ. Κατρούγκαλου με τους δανειστές, οι εκπρόσωποι των θεσμών δεν αρκέστηκαν σε μια διερευνητική ανταλλαγή απόψεων, με βάση το πόρισμα της επιτροπής εμπειρογνωμόνων. Μπήκαν στην ουσία των κρίσιμων θεμάτων που βρίσκονται στο τραπέζι, με εμφανή στόχο να καθορίσουν τα όριά τους. Αυτό που έκαναν, δε, ξεκάθαρο είναι πως δύσκολα θα δεχθούν την επαναφορά σε ισχύ των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την υπερίσχυση των κλαδικών συμβάσεων έναντι των επιχειρησιακών, υποστηρίζοντας πως το παλιό σύστημα διαπραγμάτευσης ήταν «στρεβλό» και οδήγησε σε χαμηλή παραγωγικότητα. Παράλληλα, έβαλαν για τα καλά στη διαπραγμάτευση και το θέμα της μονομερούς προσφυγής στη διαιτησία. Υπενθυμίζεται πως ο ΣΕΒ έχει χαρακτηρίσει «θεμελιώδη στρέβλωση» τη δυνατότητα που έχει ο εργαζόμενος να προσφεύγει μονομερώς στον ΟΜΕΔ. Να σημειωθεί ότι η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής επανήλθε σε ισχύ (είχε καταργηθεί έπειτα από μνημονιακή παρέμβαση) ύστερα από σχετική απόφαση του ΣτΕ το 2014. Παράλληλα, οι δανειστές, κάνοντας χρήση του πορίσματος των εμπειρογνωμόνων μόνο σε ορισμένα σημεία, φάνηκε να δέχονται θετικά την πρόταση για υποκατώτατο μισθό στους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας (στο 90% του κατώτατου τον πρώτο χρόνο και το 95% τον δεύτερο), ενώ ζήτησαν και αλλαγές στον τρόπο λήψης των αποφάσεων για την προκήρυξη απεργίας, ζητώντας να συμμετέχει στη γενική συνέλευση το 50% συν ένας των εργαζομένων.

Ο κ. Κατρούγκαλος, από την πλευρά του, επεδίωξε να κλείσει γρήγορα τα μικρά και πλέον ανώδυνα θέματα, με στόχο να φανεί προς τους δανειστές ότι η διαπραγμάτευση ξεκινά με καλή διάθεση. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται, για παράδειγμα, η αποδοχή για μικρές αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο, ώστε να διευρυνθούν οι δυνατότητες απόλυσης συνδικαλιστών για ποινικά θέματα, επιδιώκοντας παράλληλα να αφήσει εκτός δύσκολα θέματα όπως είναι η προκήρυξη απεργιών. Αλλά και στο θέμα των ομαδικών απολύσεων, ο κ. Κατρούγκαλος δεν απέκλεισε, την –υπό προϋποθέσεις– αποδοχή της πρότασης των «Σοφών» για μειωμένο (όχι όμως και μηδενικό) ωράριο σε εργαζομένους που κινδυνεύουν με ομαδικές απολύσεις. Ηδη στο υπουργείο Εργασίας εξετάζουν τη δυνατότητα μερικής επιδότησης του μειωμένου ωραρίου, σε περίπτωση που υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του συνδικάτου της επιχείρησης.

Το μεγάλο «αγκάθι», βέβαια, έχει να κάνει με την έγκριση ή όχι των ομαδικών απολύσεων, θέμα για το οποίο αναμένεται η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Κατά τη συνάντησή τους με τους εκπροσώπους των πιστωτών μάλιστα, εκπρόσωποι των εργοδοτικών οργανώσεων και συγκεκριμένα της ΕΣΕΕ έθεσαν ως αίτημα και την αύξηση του επιτρεπόμενου ποσοστού ομαδικών απολύσεων στο 10%.

Πλέον, η ελληνική διαπραγματευτική γραμμή στήνεται στη βάση της νομιμότητας, με τον κ. Κατρούγκαλο να ξεκαθαρίζει ρητά ότι τα θέματα αρχής και μεθοδολογίας πρέπει να ισχύουν και για τις δύο πλευρές και να γίνονται σεβαστά.

Στην πράξη, πλέον, το υπουργείο Εργασίας θα επιδιώξει να αποτρέψει οποιαδήποτε παρέμβαση στη λειτουργία του ΟΜΕΔ, με ισχυρό όπλο την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε το 2014 την κατάργηση της μονομερούς προσφυγής (κατά κύριο λόγο από την πλευρά των εργαζομένων) αντισυνταγματική. Στο θέμα του υποκατώτατου μισθού για τους νέους εργαζομένους, θα επιχειρήσει να στηριχθεί στην κρίση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που χαρακτήρισε τη διάκριση στην αμοιβή λόγω ηλικίας αντιβαίνουσα τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη. Βέβαια, θα αναγκαστεί να προσαρμόσει την ελληνική νομοθεσία στην υπό έκδοση απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις ομαδικές απολύσεις, θέμα το οποίο έχει λίγο πολύ προεξοφληθεί καθώς η εισήγηση του γενικού εισαγγελέα ήταν κόλαφος κατά της χώρας μας.

 

Facebook Comments