Η Ηθικοποίηση και η Εκλογίκευση της Αντεκδίκησης

Συρμαλή Έλενα

Η Ηθικοποίηση και η Εκλογίκευση της Αντεκδίκησης

«…γνώμες και γεγονότα συγχέονται από τον άνθρωπο που είναι αβοήθητος στο λάθος και το πάθος»

                                                                                                               R. Eucken, 1983

Η ιδιωτική εκδίκηση αποτελεί κατά τον Bourdieu κοινωνικό εθισμό σε έναν τρόπο συμπεριφοράς που ουσιαστικά ακυρώνει την ορθολογική και κριτική σκέψη σχετικά με την επιλογή δράσης ενώ μοιάζει να ταυτίζεται με δύο μορφές εγκλήματος που κατηγοριοποίησε ο Pinatel. Από την μια μεριά παρουσιάζει στοιχεία «πρωτόγονου εγκλήματος» (έκρηξη από θυμό) και από την άλλη εμπεριέχει κάποια χαρακτηριστικά «ψευδο-δικαιοδοτικού εγκλήματος» καθώς σε πολλές περιπτώσεις ο δράστης θεωρεί ότι μέσω της πράξης του εφαρμόζει το δίκαιο για το σύνολο της κοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο επικοινωνούνται και «μεταφράζονται» βίαιες πράξεις κατά πολιτικών, μεταξύ οπαδών στον αθλητισμό όταν οι δράστες θεωρούν ότι η αντίπαλη ομάδα δεν «παίζει δίκαια», μεταξύ πολιτών που πιστεύουν ότι έχουν υποστεί κάποια ηθική ή υλική προσβολή κ.α. Βέβαια οι συλλογικές μορφές βίας εμπλέκουν επιπρόσθετα παράγοντες που σχετίζονται με τις νόρμες που διαμορφώνονται και τα χαρακτηριστικά του όχλου.

Πολλές φορές τέτοιες συμπεριφορές αναφέρονται ως «αυτοδικία». Ωστόσο  η αυτοδικία, αποτελεί πταίσμα κατά το νομικό μας σύστημα και είναι αυτοτελές ποινικό αδίκημα. Σύμφωνα με το άρθρο 331 Π.Κ.: “Όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται, τιμωρείται με κράτηση έως έξι  μήνες ή με πρόστιμο... Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση”. Το «δικαίωμα» πρέπει να είναι δικαστικώς επιδιώξιμο. Εξαιρέσεις τα άρθρα 282 και 985 του Α.Κ.

Ο Durkheim υποστηρίζει ότι η βία αποτελεί δείκτη διαμόρφωσης του ηθικού επιπέδου των κοινωνικών ομάδων, ενώ οι κυρώσεις που επιβάλλονται υποδεικνύουν πού βρίσκονται τα ηθικά όρια κάθε κοινωνίας. Η «συλλογική συνείδηση» είναι ουσιαστικά η κοινωνία εσωτερικευμένη σε κάθε ένα από τα μέλη της. Στις δυτικές κοινωνίες καθώς οι Δημοκρατίες εξελίσσονταν, τα ανοίκεια πάθη και τα φαινόμενα των αντιποίνων από πολίτες ή ομάδες ξεπεράστηκαν σταδιακά. Άλλωστε το Κράτος που δεν έχει την δυνατότητα να εγγυηθεί την προσωπική ασφάλεια των μελών του δεν έχει τα χαρακτηριστικά της πολιτικής κοινότητας. Ουσιαστικά η έκταση της Ανομίας συνδέεται με την ικανότητα μιας οργανωμένης κοινωνίας να προασπιστεί την Κοινωνική Ειρήνη.

Η χρήση βίας από πολίτες μεμονωμένα ή ομάδες με σκοπό την «δικαίωση» οδηγεί σταδιακά στην ανισότητα και στην υποτίμηση της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε ένα εξελικτικό στάδιο του φαινομένου και ενώ αυτή η λογική έχει γίνει ανεκτή στο πολιτικό γίγνεσθαι, θα ορίζουν τις τύχες των πολιτών όσοι έχουν την δυνατότητα να καθορίσουν την θέση τους ανάλογα με την φυσική τους δύναμη.

Η συλλογική-ενοποιημένη και η ατομική αντεκδίκηση έχουν ως βασικό χαρακτηριστικό τους την απανθρωποποίηση. Την απογύμνωση των ατόμων από την ανθρώπινη υπόσταση και αξιοπρέπεια. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό της είναι η ηθικοποίηση και η εκλογίκευσή της. Για να γίνει αυτό είναι απαραίτητος ένας υποστηρικτικός ψυχολογικός μηχανισμός ο οποίος σχετίζεται με το συναισθηματικό και συγκινησιακό κομμάτι της ανθρώπινης συνείδησης. Το βασικό στοιχείο της αντεκδίκησης είναι έως ένα βαθμό γνωστικό και σχετίζεται με μια υποκειμενική αντίληψη της πραγματικότητας. Σύμφωνα με τον Παπανούτσο, αντίληψη σημαίνει επιλογή. Όταν αναφερόμαστε σε επιλογές  και δη σε «ορθές επιλογές» θα πρέπει να σημειώσουμε παράλληλα ότι αυτές οφείλουμε να είναι απογυμνωμένες από το συγκινησιακό στοιχείο. Η ελευθερία δε συνεπάγεται την αναρχία ή την ασυδοσία στις επιλογές μας ενώ το κριτήριο ενός ορθολογικού ανθρώπου δεν μπορεί να είναι η κατάλυση των θεσμών μια που σε βάθος χρόνου αυτό θα λειτουργήσει εναντίον της δικής του ζωής. Οι παρορμητικές και επιθετικές συμπεριφορές εμπεριέχουν συναισθηματική ένταση, είναι προϊόντα κυρίως της εσωτερικής ορμής και δεν επιτρέπουν υπολογισμό των πράξεων και των αποτελεσμάτων τους.

Σχετίζεται η «αυτοδικία» με την  πεποίθηση; Τέτοιου είδους επιθέσεις τελούνται υπό το πρίσμα της δημιουργίας μιας πεποίθησης σε σχέση με την αλήθεια ή απλώς αποτελούν έκρηξη θυμού και οι δέκτες της βίας είναι μόνο εξιλαστήρια θύματα;

Η εκλογίκευση αυτών των συμπεριφορών καταφεύγοντας στα δήθεν «ηθικά» κίνητρα των δραστών υποκρύπτει έναν μεγάλο κίνδυνο. Πώς και από ποιούς ορίζονται τα όρια και το επίπεδο αγανάκτησης που όταν ξεπεραστούν δικαιολογείται μια πράξη βίας και αντεκδίκησης; Η αναγνώριση «ανώτερων» κινήτρων δημιουργεί αυτόματα και έναν «ιδεολογικό μανδύα αγανάκτησης» ο οποίος δικαιώνει τα αντίποινα από όποια πλευρά κι αν προέρχονται. Η λογική που κυριαρχεί είναι ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Ο L. Ferrajoli  (1985) σημειώνει ότι η «ηθικότητα του σκοπού» λειτουργεί ως βοηθητικός παράγοντας ώστε να αδιαφορούμε πλήρως για την «ηθικότητα των μέσων».  Βιώνουμε μια περίοδο Μανιχαϊστικών διαχωρισμών που οδηγούν στην δημιουργία παθητικών αντικειμένων τα οποία άγονται και φέρονται από δημαγωγούς ταγούς της πολιτικής ζωής. Οι διάφοροι «τιμωροί» των εγκληματιών, περιφέρουν το «δίκαιο των πρωτόγονων» μέσω των ροπάλων τους. Μια δυνατή εικόνα η οποία ερμηνεύεται σημειολογικά και παραπέμπει σε μια κοινωνία που τρώγοντας τις σάρκες της δημοκρατίας προσπαθεί να επιβάλλει το δίκαιο της φυσικής δύναμης.

Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο βέβαια η ανοχή μας σε άλλες μορφές βίας (π.χ. λεκτική) στις απειλές, στην αγένεια που φτάνει στα όρια της δυσφήμησης υπήρξε η κυρίαρχη πρακτική.

Η παρουσία πολιτικών (οι οποίοι έχουν εκλεγεί με δική μας ψήφο) που εκδηλώνουν αντικοινωνικές συμπεριφορές είτε με τον λόγο τους, είτε με τις πράξεις τους επιβραβεύεται από τους πολίτες σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Η βία έχει χρόνο επώασης και  behavioral patterns.

Το φαινόμενο της αντεκδίκησης περιέχει στοιχεία της «νηπιακής περιόδου» του ποινικού ελέγχου, τότε που οι νόμοι είχαν θρησκευτική υπόσταση. Το δίκαιο δεν μπορεί να ορίζεται και να αναλύεται συναισθηματικά. Το δίκαιο θα πρέπει να έχει ορθολογική βάση. Η εφαρμογή του Κανόνα δεν είναι δυνατόν να ανατίθεται σε άλλον πέραν των Θεσμών καθώς οι σχετικοποιήσεις και οι εκπτώσεις σχετικά με την ανοχή της Πολιτείας σε τέτοιες πράξεις απειλούν τα θεμέλια της Δημοκρατίας.

Ο Becker πριν κάποια χρόνια αναφερόταν στους «εργολάβους της Ηθικής». Αυτούς δηλαδή που δημιουργούν τον Κανόνα καθώς και σε αυτούς που φροντίζουν ώστε να εφαρμόζεται ο Κανόνας. Τα τελευταία χρόνια έχουμε τους νέους «εργολάβους της ηθικής», τους νέους Ηθικούς Σταυροφόρους. Είναι αυτοί που ασκούν μόνο κριτική στο κοινωνικό σύστημα και στους Θεσμούς χωρίς όμως να έχουν αντιπρόταση πραγματική. Μέσα από την εργαλειοποίηση του συναισθήματος, τον λαϊκισμό, τα ισοπεδωτικά μανιφέστα τους, την άμεση ή την έμμεση υποστήριξη της αντεκδίκησης κατά δικαίων και αδίκων, πετυχαίνουν να επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό ολόκληρες κοινωνικές ομάδες. Το λυπηρό είναι ότι μέσα από τον ανορθόδοξο και μηδενιστικό λόγο τους έχουν πετύχει να επιβάλλουν την ατζέντα τους στην πολιτική και κοινωνική ζωή.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

EUCKEN C., “ISOKRATES

BECKER H.,“ΟΙ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ”

HOGG A.A. & VAUGHAN G.M., “ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ”

LEAUTE J., “Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΒΙΑ”

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ Μ. “ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΟ Η΄ΑΝΟΜΙΑ”

ΚΟΝΤΑΞΗΣ Θ.Θ., “Ο ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ”

ΚΩΣΤΑΡΙΔΟΥ-ΕΥΚΛΕΙΦΗ Α. “Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΚΙΝΗΤΡΩΝ”

ΦΑΡΣΕΔΑΚΗΣ Ι.Ι., “Η ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΩΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ”