Η πραγματικότητα του ενός άκρου

Μπογδάνος Κωνσταντίνος

Η πραγματικότητα του ενός άκρου
Όταν ήρθαν τα μνημόνια, απέναντι στον όψιμα απορριπτέο δικομματισμό διαμορφώθηκαν δυνάμεις, που δια του λόγου του μίσους, του «ακτιβισμού», της απειλής, της λάσπης, ενίοτε της αυτοδικίας, ήλκυσαν στις τάξεις των υποστηρικτών τους μεγάλο κομμάτι των Ελλήνων. Η ιδεολογία στη διαδικασία αυτή δεν έχει κεντρική θέση. Στο επιθετικό αντιμνημόνιο δεν συντάχθηκαν πολίτες, που από τη μια μέρα στη άλλη μετετράπησαν σε ριζοσπάστες αριστερούς, νεοκομμουνιστές, αναρχικούς, εθνικιστές, εθνικοσοσιαλιστές, αλλά άνθρωποι μιας συγκεκριμένης αισθητικής και ιδιοσυγκρασίας, που επέλεξαν κόμμα από ένα μπουκέτο αντιδραστικών επιλογών ανάλογα με την πολιτική τους προδιάθεση και προϊστορία. Τα λεγόμενα «άκρα» αντλούν από το ίδιο υποσύνολο ψηφοφόρων.

Με την πάροδο του χρόνου και την διαρκή απώλεια εθνικού πλούτου, με τη μείωση της οικονομικής ελευθερίας και με την κατάσταση στη χώρα να επιδεινώνεται εν μέσω ταραχών, ένα κομμάτι του ακραίου τόξου κατάφερε τελικά να αναρριχηθεί στην εξουσία επικαλούμενο σύνολη την «δημοκρατική» παρακαταθήκη της μεταπολίτευσης, ανακινώντας ακόμα και εμφυλιακά συναισθήματα, εκμεταλλευόμενο την απόλυτη κατάρρευση του σοσιαλιστικού κέντρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρώτευσε στον διαγωνισμό αγανάκτησης και πλειοδοσίας και τα τελευταία δυόμιση χρόνια κυβερνά με την στήριξη μιας εθνικίζουσας λαϊκής δεξιάς, προσφέροντας στον πολιτικό πελάτη ένα μοναδικό προϊόν, που απευθύνθηκε στον νεοφώτιστο οπαδό του Βελουχιώτη, όσο και στον βασιλοχουντικό εθνικόφρονα.

Μπορεί οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να έχουν γίνει πλέον οι πιο σκληροί μνημονιακοί, αυτό όμως δεν τους αφαίρεσε την ακραία φυσιογνωμία τους. Είναι στο DNA τους να φέρονται σαν αντιπολιτευόμενοι ακόμα και την ώρα που ενεργούν ως όργανα των δανειστών, να ρημάζουν και συγχρόνως να υβρίζουν – και, κυρίως, να αφήνουν χώρο σε όσους επιθυμούν να δημιουργούν ταραχή (ωραία κατάσταση γαρ), εξασφαλίζοντας την ύπαρξη βαλβίδας εκτόνωσης. Η υιοθέτηση των σκληρότερων μέτρων πάει χέρι-χέρι με την απουσία «καταστολής», ακόμα και την ενθάρρυνση της «αντίστασης». Τα Εξάρχεια έχουν αυτονομηθεί, η εξωκοινοβουλευτική αριστερά έχει ελευθέρας παντού, η ακροαριστερά χορεύει, ενώ η ΧΑ έχει βρει ξανά την ηρεμία της, μετά τις διώξεις που υπέστη επί Σαμαρά.

Ειδικά στο ζήτημα ΧΑ, η σχέση της με τη συγκυβέρνηση παρουσιάζει στοιχεία σιωπηρής συνεννόησης. Με ψήφους της ΧΑ έπεσε η ΝΔ, δεν βγήκε η χώρα από το μνημόνιο το ’15 και αντ’αυτού κυβέρνησαν Τσίπρας και Καμμένος. Με ψήφους της ΧΑ επίσης, στη συνέχεια, πέρασαν νομοθετικές διατάξεις των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που έκλεισαν κέντρα κράτησης λαθρομεταναστών, όπως η Αμυγδαλέζα, και σταμάτησαν την επιχείρηση-σκούπα «Ξένιος Ζευς». Συγχρόνως, οι δίκες της ΧΑ συναντούν διαρκώς κωλύματα, αναβάλλονται, ή χρονίζουν – εντός ενός περιβάλλοντος, που, κατά τα άλλα, παρουσιάζει πλήθος παρεμβάσεων της πολιτικής εξουσίας επί της δικαστικής. Καμία πίεση δεν ασκείται, ώστε να διαλευκανθεί, κατά πόσο η ΧΑ είναι και κατά το νόμο εγκληματική οργάνωση.

Όμως, δεν υπάρχει συμφωνία, ούτε ανταλλαγή. Η επιβίωση της ΧΑ αποτελεί απολύτως λογικό στρατηγικό στόχο των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, διότι τους γλιτώνει από την απειλή μιας «σοβαρής» (κατά τη διάσημη τηλεοπτική ατάκα) ακροδεξιάς, που απαλλαγμένη από ανθρωποειδείς φυσιογνωμίες, μαχαιροβγάλτες και σβάστικες, θα απευθυνόταν στους ψηφοφόρους με αξιώσεις που ενισχύονται από την ανά την Ευρώπη εθνικιστική δυναμική. Όσο ο Τσίπρας θα μετατρέπεται στο απόλυτο «συστημικό δεκανίκι», ο πυρήνας των ψηφοφόρων του θα δελεάζεται περισσότερο από μιαν αντιδραστική εθνικολαϊκή ρητορική, παρά από τη λελογισμένη πρόταση της ΝΔ. Αν δεν υπήρχε η ΧΑ, η εκλογική έκφραση του χώρου, που οι χρυσαυγίτες καλύπτουν τώρα, θα ήταν ολέθρια για τη συγκυβέρνηση.

Δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με τη «θεωρία των δύο άκρων», όσο με την πραγματικότητα του ενιαίου ενός.