Π​​αρά τη σημαντική καθυστέρηση που καταγράφηκε στο θέμα της διευθέτησης των κόκκινων δανείων -αφού κανονικά θα έπρεπε να είναι το πρώτο θέμα στην ατζέντα από το 2010-, οι τράπεζες καλούνται πλέον να κάνουν σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση της μείωσης της μη εξυπηρετούμενης έκθεσής τους.

Το γεγονός ότι ακόμα δεν προχωράμε με τους επιθυμητούς ρυθμούς δυσκολεύει τις διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην προσπάθειά τους για πλήρη και άμεση εξυγίανση των ισολογισμών τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν θα περάσουν με επιτυχία τα stress tests. Αλλωστε, σε κάθε περίπτωση, αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα η προσπάθεια που συντελείται, η οποία είναι ούτως ή άλλως δύσκολη και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν το συγκεκριμένο πρόβλημα (βλ. Ιταλία, Πορτογαλία κ.ά.).

Διότι, στο τέλος της ημέρας, το μεγάλο ζητούμενο είναι να μη διαταραχθούν περαιτέρω η λειτουργία και η ισορροπία του τραπεζικού συστήματος της χώρας, ώστε αυτό να επανέλθει τάχιστα στη φυσιολογική του λειτουργία, δηλαδή στη χορήγηση ρευστότητας προς την αγορά.

Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτούνται δύο συγκεκριμένες παρεμβάσεις και κατευθύνσεις, που αμφότερες αφορούν τη ρύθμιση των κόκκινων δανείων. Απώτερος σκοπός είναι η ουσιαστική επίλυση του θέματος, χωρίς να προκληθούν αναταράξεις στον κοινωνικό ιστό.

Η πρώτη παρέμβαση αφορά την κατεύθυνση που πρέπει να έχουν οι 130.000 πλειστηριασμοί, που η κυβέρνηση με τους δανειστές έχει συμφωνήσει ότι πρέπει να γίνουν μέχρι το 2021.

Στο συγκεκριμένο θέμα, είναι μονόδρομος –κατά τη γνώμη μου– η απόλυτη στόχευση των στρατηγικών κακοπληρωτών. Ο πλειστηριασμός, ή η απειλή πλειστηριασμού για όσους μπορούν αλλά δεν θέλουν να πληρώσουν, είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να διασφαλίσουν οι τράπεζες τα συμφέροντά τους απέναντι σε αυτή την κατηγορία δανειοληπτών.

Πρώτον, γιατί ουδείς διαφωνεί με τον πλειστηριασμό των περιουσιακών στοιχείων όσων έχουν πάρει δάνεια, έχουν βγάλει τα χρήματα στο εξωτερικό και επιλέγουν να σταματήσουν την αποπληρωμή του δανείου τους.

Δεύτερον, γιατί η πίεση προς τους συγκεκριμένους οφειλέτες φαίνεται πως αποδίδει. Μόνο τυχαίο, δηλαδή, δεν είναι το γεγονός ότι τρεις στους δέκα οφειλέτες των οποίων τα ακίνητα απειλούνται με πλειστηριασμό σπεύδουν στα υποκαταστήματα για να ρυθμίσουν τις οφειλές τους και ότι, ταυτόχρονα, το ποσοστό των οφειλετών που προσέρχονται για ρύθμιση λίγο πριν τρέξει ο πλειστηριασμός είναι το ίδιο με αυτό των στρατηγικών κακοπληρωτών. Αρα αυτοί είναι που τρέχουν για ρύθμιση και όχι όσοι αδυνατούν πραγματικά να αντεπεξέλθουν.

Η δεύτερη παρέμβαση αφορά την κατεύθυνση που πρέπει να πάρουν οι διαπραγματεύσεις των τραπεζών με τους υπόλοιπους οφειλέτες. Οσους, δηλαδή, θέλουν αλλά δεν μπορούν να πληρώσουν. Αντικειμενικά. Αποδεδειγμένα.

Εδώ, η περίπτωση της Κύπρου μάς δείχνει τον δρόμο: Στη Μεγαλόνησο, με διάταξη νόμου, προβλέπεται το εξής όταν η τράπεζα πρόκειται να πουλήσει το δάνειο του οφειλέτη σε fund:

Αποστέλλεται στον δανειολήπτη επιστολή, με την οποία του ζητείται να καταθέσει τη δική του γραπτή προσφορά μέσα σε σαράντα πέντε εργάσιμες ημέρες, όπου θα αναφέρει το χρηματικό ποσό, τη χρονική περίοδο εξόφλησης και την πηγή των χρημάτων.

Κάτι αντίστοιχο, λοιπόν, μπορεί να γίνει και στη χώρα μας. Δεδομένου ότι έχουμε φτάσει πλέον στο σημείο όπου η πώληση των δανειακών χαρτοφυλακίων σε funds είναι άμεσης προτεραιότητας, πρέπει ο δανειολήπτης να έχει μια τελευταία ευκαιρία. Σε τι αφορά αυτή;

Στο ότι η τράπεζα πρέπει να απευθύνεται στον οφειλέτη, κάνοντάς του προσφορά για να αποπληρώσει το δάνειό του στην ίδια τιμή την οποία έχει προσφέρει το fund.

Ο δανειολήπτης θα έχει σαράντα πέντε εργάσιμες ημέρες για να απαντήσει. Αν βρει τα χρήματα, θα εξαγοράσει το δάνειό του, αν απαντήσει αρνητικά, τότε το δάνειο καταλήγει οριστικά στο fund.

Με αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνονται δύο στόχοι:

Αφενός, εξαντλούνται τα περιθώρια για τον οφειλέτη να αποπληρώσει την οφειλή του, χωρίς να κινδυνεύουν τα περιουσιακά του στοιχεία από τα funds.

Αφετέρου, η τράπεζα θα πετύχει υψηλότερα τιμήματα, λόγω του γεγονότος ότι το fund θα προσφέρει υψηλότερη τιμή με αυτή τη διαδικασία και υπό τον επικείμενο ανταγωνισμό με τον δανειολήπτη για το ποιος θα πάρει το δάνειο, από τη στιγμή που αν ο δανειολήπτης προσφέρει το ίδιο τίμημα δεν θα ξαναδοθεί στο fund το δικαίωμα της αντιπρότασης. Γνωρίζω ότι η συγκεκριμένη διαδικασία ίσως είναι περισσότερο χρονοβόρα. Αν, όμως, συμφωνηθεί με τους δανειστές, οι τράπεζες έχουν τον κατάλληλο μηχανισμό να τη φέρουν εις πέρας όσο αμεσότερα γίνεται και βεβαίως το κοινωνικό πρόσημο που θα προκύψει από αυτή τη διαδικασία είναι σίγουρα σημαντικότερο.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Β. Κόλλιας είναι πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.

 

Facebook Comments