Ο Νίκος Εγγονόπουλος σαν σήμερα το 1985 έβαλε την τελευταία πινελιά στον πίνακα της ζωής του. Γεννήθηκε την 21η Οκτωβρίου του 1907. Πάντα αυθεντικός και ουσιαστικός εκπρόσωπος του υπερρεαλισμού βρέθηκε στο στόχαστρο επιθέσεων για τα έργα του τόσο ως ζωγράφος όσο και ως ποιητής. Ο ίδιος δήλωνε επαγγελματίας ζωγράφος ενώ για τα ποιήματά του πάλι είχε πει: «Ζήτημα εντελώς προσωπικό» και «Μου αρκούσε, κυρίως, που τα έγραφα». Επίσης, υπήρξε καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, σκηνογράφος, μεταφραστής, συγγραφέας κριτικών μελετών και δοκιμίων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οικουμενικός ποιητής και ταυτόχρονα ποιητής της «ελληνικότητας», έτσι όπως μοναδικά την όρισε η Γενιά του ’30 της οποίας ήταν κύριος εκφραστής. Τις βασικές του σπουδές ολοκλήρωσε στο Παρίσι το 1927. Πέντε χρόνια μετά γράφθηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Καθηγητές του ήταν ο θεμελιωτής της ελληνικής ζωγραφικής του 20ου αιώνα Κωνσταντίνος Παρθένης, που πολεμήθηκε ανηλεώς από συναδέλφους του και ακαδημαϊκούς της εποχής του χαρακτηριζόμενος ως «ανορθογραφία», ο επίσης εκπρόσωπος της Γενιάς του ‘30 Φώτης Κόντογλου, ο Ανδρέας Ξυγγόπουλος και συμμαθητής του ο Γιάννης Τσαρούχης. Ο Κ. Παρθένης τον μύησε στην τέχνη του Manet, του Seurat, του Cezanne, του Θεοτοκόπουλου, οι Φ. Κόντογλου και Α. Ξυγγόπουλος στη βυζαντινή ζωγραφική.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έκανε ελεύθερες σπουδές σε Παρίσι, Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Σπουδές στο Παρίσι έκαναν και ο Γιώργος Σεφέρης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Οδυσσέας Ελύτης, κ.α. Όπως είχε πει φαίνεται να ανακαλύπτει και να «καταλαβαίνει» την ελληνική ποίηση και ζωγραφική από τους Γάλλους ποιητές και ζωγράφους. Στον υπερρεαλισμό τον μύησαν οι Τζόρτζο ντε Κίρικο και Ανδρέας Εμπειρίκος ενώ επηρεάστηκε και από το Γιάννη Μόραλη. Χαρακτηριστική και ενδεικτική του ιδίου, ωστόσο, αποτελεί η δήλωσή του «Στον  υπερρεαλισμό  δεν  προσχώρησα  ποτέ. Τον  είχα  μέσα  μου όπως  το  πάθος  μου  για  τη  ζωγραφική, από  τότε  που  γεννήθηκα». Ο Νίκος Εγγονόπουλος, εν αντιθέσει με άλλους ποιητές όπως ο Ο. Ελύτης και ο Γ. Σεφέρης, είχε εξ αρχής διαμορφωμένη τόσο την ποιητική του αντίληψη όσο τη γλώσσα και το ύφος του.

Είχε βιώσει τη Μικρασιατική καταστροφή, όπως και ο Φ. Κόντογλου, λόγω της φαναριώτικης καταγωγής του πατέρα του. Στα πρώτα νεανικά του χρόνια επηρεάστηκε από τον ποιητή Χατζή Σεχρέτ που επικεντρωνόταν στον έρωτα και την φαντασία και έκρινε τη λογική ως ψυχρή απομονώνοντας τη:
«Ποιητική μου πηγή υπήρξε ο τουρκοαλβανός Χατζή Σερχέτ που ήταν αυλικός του Πασά… υβριστικό βιβλίο… Ο Χατζή Σερχέτ αρχίζει ως εξής την ποίηση του : Με πιάνει η ζούρλα και ο σεβντάς μιαν γραφή να αρχίσω, μου σκοτιστεί ο ντουνιάς και αράδα παλαβώνω..  Φανταστείτε εμένα, τον θρεμμένο με καρτεσιανές αρχές τι εντύπωση μου έκανε! Οφείλω να πω ότι από τα πρώτα σχολικά μου χρόνια με είχε τσαντίσει ο ορθολογισμός των Γάλλων. Ο Χατζή Σερχέτ στάθηκε η αποκάλυψη της παντοτινής αλήθειας».

Επιρροές είχε και από το Διονύσιο Σολωμό, τον Άλμπατρο Μπολνταίρ, τον Φρήντριχ Χέλντερλιν, τον Γκιγιώμ Απολλιναίρ, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, τον Κωνσταντίνο Καρυωτάκη και τον Ανδρέα Εμπειρίκο.

Εργαζόταν πάντα και ζούσε λιτά. Το 1927 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και μετά την απόλυσή του το 1928-1930 εργάστηκε ως μεταφραστής σε μιαν τράπεζα και ως γραφιάς στο Πανεπιστήμιο, τα επόμενα περίπου τρία χρόνια ως ωρομίσθιος σχεδιαστής στη Διεύθυνση σχεδίου Πόλεως. Το 1934 τοποθετήθηκε στην Τοπογραφική Υπηρεσία και το 1940 μονιμοποιήθηκε με το βαθμό του Σχεδιαστή Α΄ Τάξεως. Πέντε χρόνια μετά αποσπάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου, θέση που διατήρησε μέχρι το 1956. Το 1949 συμμετείχε μαζί με τους Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, Γιάννη Μόραλη και Γιάννη Τσαρούχη στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου Αρμός με σκοπό την προώθηση μιας σύγχρονης αισθητικής πρότασης στον ελληνικό χώρο. Με την ομάδα θα εξέθεσε έργα του δύο φορές στο ελληνικό περίπτερο στη Νέα Υόρκη. Παράλληλα εργάστηκε στο Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδομήσεως και σε συνεργασία με την αρχιτεκτονική ομάδα του Δημήτρη Πικιώνη σχεδίαζε νέα κτίρια.

Η έκδοση της πρώτης του ποιητικής συλλογή «Μην ομιλείτε χωρίς τον οδηγό» τον Ιούνιο του 1938 σε 200 αντίτυπα αποτέλεσε στόχο υβριστικών σχολίων και χλευασμού. Το αντίστοιχο συνέβη και με την έκδοση της ποιητικής του συλλογής «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής»  σε 200 έντυπα το Σεπτέμβρη του 1939. Την αρχή είχε κάνει ο Ανδρέας Εμπειρίκος με την υπερρεαλιστική «Υψικάμινο» το 1935 ο οποίος ναι μεν δέχθηκε κριτική χωρίς όμως να γελοιοποιηθεί, όπως ο Ν. Εγγονόπουλος, από ομότεχνούς του και μέσα της εποχής. 
Αυτό που είχε πει ο ίδιος ο καλλιτέχνης: «Η στάση των ανθρώπων του πνεύματος.. μπροστά μου, άλλοι έκαναν τον φίλο, άλλοι τον επιεική,  πίσω μου όμως όλοι τους συνένωναν τις φωνές τους  με το σκυλολόι. Να εκδικηθούν με τον τρόπο τους εκείνον που έκανε αυτό που οι ίδιοι ποθούσαν και δεν είχαν την ικανότητα».

Του άρεσαν τα καφενεία του Πειραιά, οι ταβέρνες και τα καπηλειά της Αθήνας. Επιπλέον, επηρεάστηκε ελαφρώς και από το ρεμπέτικο τραγούδι, το οποίο αγαπούσε όπως και τον Τσιτσάνη, κάτι που φαίνεται στη «Γιαβουκλού» και τη «Σύντομη βιογραφία του ποιητή Κ. Καβάφη». Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, που εκτιμούσε, διωκόταν από την Ακαδημία Αθηνών και συγκεκριμένα τον Κωστή Παλαμά όπως και ο ίδιος από τους αντίστοιχους της εποχής του.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Οδυσσέας Ελύτης για τον Νίκο Εγγονόπουλο:
«Δεν ήταν εύκολος στις γνωριμίες. Εννιά στις δέκα ήταν βέβαιο πως θα σε προγκίξει με ευγένεια αλλά και με σαρκασμό. Κρατήθηκε μέσα σε μια φτώχεια αλλά  με αξιοπρέπεια πρίγκιπα. Τους επαίνους τους έδιωχνε μακριά όπως και τις λοιδορίες. Κοκκινοπρόσωπος, με φωτεινά μάτια και φωνή εξαιρετικά υποβλητική, φορούσε  μόνιμα ένα χρυσό δαχτυλίδι στο δείκτη του δεξιού του χεριού που ήταν αδύνατον να μην το παρατηρήσεις, είτε όταν σου μιλούσε (με τις μεγάλες ιερατικές χειρονομίες του), είτε όταν σιωπούσε… Κανείς δεν γνώρισε όσο αυτός τη γαλλική ποίηση. Έφθανε μια νύξη  μόνο να κάνεις σε   ένα κείμενο, ας ήταν το πιο σπάνιο, για να σου συνεχίσει με άψογη προφορά.. Η τακτική του αιφνιδιασμού ήταν η αγαπημένη του μέθοδος που εφάρμοζε στην πρώτη επαφή του με τους ανθρώπους».

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Νίκο Εγγονόπουλο:
«Νικόλαε Εγγονόπουλε, βράχε τραχύτατε του Ελμπασάν, και πράσινη απαλή δαντέλλα του Βοσπόρου, σε χαιρετώ αλβανιστί, με το δεξί μου χέρι εμπρός εις την καρδιά, και τη θερμή παλάμη μου απλωμένη παράλληλα στο οιονδήποτε χώμα που πατώ…».

Πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως  εργασίας αιχμαλώτων από όπου τελικά κατάφερε να δραπετεύσει. Συμμετείχε στην Επαγγελματική έκθεση ζωγραφικής στο Ζάππειο το 1942 και το 1943 του ανατέθηκε να  σχεδιάσει παλιά σπίτια της Αθήνας  από τον σύλλογο «Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης». Εκείνη την περίοδο έγραψε τον «Μπολιβάρ», ένα κορυφαίο ποίημα που εκφράζει το όραμα της οικουμενικής ελευθερίας και ευτυχίας μέσα από την «ελληνικότητα».

Ο «Μπολιβάρ» εκδόθηκε το 1944 σε 340 αντίτυπα. Έλαβε θερμής αποδοχής από τους νέους υπέπεσε όμως και στην αντίληψη των Γερμανών. Καταδιώχθηκε και φυγαδεύτηκε από το στενό του φίλο Ανδρέα Εμπειρίκο στο υπόγειο του σπιτιού του. Σε εκείνο το υπόγειο ζωγράφιζε μανιωδώς, έργα που στην εποχή του κανείς δεν εκτιμούσε.

 

«Είσαι η αλήθεια

Μπολιβάρ είσαι ωραίος, ωραίος σαν Έλληνας

Είσαι του Ρήγα, του Ρήγα Φεραίου παιδί,

Του Αντωνίου Οικονόμου και του Πασβαντζόγλου αδελφός

Είσαι ο λευτερωτής της νότιας Αμερικής

Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι γιος σου.»

 Με τη συμμετοχή του στη Μπιενάλε το 1949 άρχισαν  οι  κριτικοί  να  τηρούν τα προσχήματα και  τα έργα του να αποκτούν ένα στοιχειώδες κύρος. Βραβεύθηκε το 1958 από το Υπουργείο Παιδείας για την ποιητική του συλλογή «Εν ανθηρώ ελλήνι λόγω» που εκδόθηκε ένα χρόνο πριν σε 500 αντίτυπα. Τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό του Γεώργιου Ά για το έργο του στη ζωγραφική το 1966. Του απονεμήθηκε το παράσημο Σταυρός του Ταξιάρχη του Φοίνικος το 1971. Κέρδισε ξανά το Ά Κρατικό βραβείο Ποιήσεως το 1979.

«Νέα περί του θανάτου του Iσπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Aυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Kαμίνο Nτε Λα Φουέντε.

 

.una accion vil y disgraciado.

 

η τέχνη κι’ η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε

να πεθάνουμε

 

περιφρόνησις απόλυτη

αρμόζει

σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους

τις έρευνες

τα σχόλια επί σχολίων

που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν

αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες

γύρω από τις μυστηριώδικες κι’ αισχρές συνθήκες

της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα

υπό των φασιστών

 

μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει

πως

από καιρό τώρα

― και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα ―

είθισται

να δολοφονούν

τους ποιητάς»

Περιγραφή: http://2.bp.blogspot.com/-sWuOdgRdrqU/UjmMa-ecO3I/AAAAAAAACW8/0Gr9F1PfQvI/s1600/%CE%98%CE%B7%CF%83%CE%AD%CE%B1%CF%82+%CE%BA%CE%B1%CE%B9+%CE%9C%CE%B9%CE%BD%CF%8E%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CF%82+1960.JPG

Έκανε δύο γάμους.
Η πρώτη του γυναίκα Νέλλη Ανδρικοπούλου είχε πει:  «Ένας υπερρεαλιστής δεν παντρεύεται όπως ένας αστός. Οι στόχοι του Εγγονόπουλου στο γάμο -κι ο θεός ξέρει αν ήταν άνθρωπος με στόχους (και με στόχαστρα)- ήταν, όπως και στην τέχνη, ριζοσπαστικοί, βαθιά ανατρεπτικοί. Δε θ’ ανεχό­ταν τις συμβατικές -καμιά από τις συμβατικές- αποστάσεις μεταξύ μας. Οδηγό του είχε, όχι μόνο στη ζωγραφική μα και στη ζωή του, τον αγαπημένο δάσκαλο του Κ. Παρθένη, ο οποίος σε κάποια φάση της ζωής του είχε πάψει να μιλά και δίδασκε ζωγραφική. Ο Εγγονόπουλος έβλεπε τον εαυτόν τον κυρίως σαν ζωγρά­φο – “επαγγελματίας” τόνιζε με τη βαθιά φωνή του χαμογε­λώντας πονηρά, λαξεύοντας το βλέμμα πίσω απ’ τα κοκάλινα γυαλιά και στρώνοντας με τη λευκή του χέρα τα ατίθασα μαλλιά του.».
Η δεύτερη γυναίκα του Λένα Τσιόκου-Εγγονοπούλου για εκείνον: «Δεν υποτασσόταν σε τίποτε. Και ιδιαίτερα στο χρήμα. Σήμερα, βέβαια, η καταδίωξη αυτή μου φαίνεται πολύ φυσική. Αυτά που έδει­χνε στή ζωγραφική και στην ποίηση του έμοιαζαν παράλογα. Ήταν ρηξικέλευθα, επαναστατικά. Με ποιά μέσα, στα 1938, θα μπορούσε να τα επιβάλει; Όταν, μάλιστα, κοινωνικά, ήταν ένας απλός γρα­φιάς . Ο διασυρμός έφτασε μέχρι το θέατρο. Κορόιδευαν στίχους του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου. Ο Εμπειρίκος το ‘παιρνε πιό ελαφριά. Ο Νίκος έβλεπε να ποδοπατούν αυτό που είχε δημιουργή­σει με το αίμα της καρδιάς του. Μου ‘λεγε χαρακτηριστικά: «Προσπα­θώ να μπω στη μάζα και δεν μπορώ». Δεν ήθελε να γίνεται προκλητι­κός. Έτσι του έβγαινε. Ήταν στο ίδιο το πετσί του. Το ελεύθερο, ανεξάρτητο πνεύμα του, η ειλικρίνεια του, φαίνεται, ενοχλούσαν. Ε­νοχλούσε ακόμη το ότι δεν έπαιζε το κοινωνικό παιγνίδι των φιλο­φρονήσεων, της κολακείας και δεν εκτιμούσε το περίφημο αστικό κα­τεστημένο: «Πολύ καλός αυτός, ψηλός και πλούσιος» όπως έλεγε ο ίδιος διακωμωδώντας τους αστούς.».

Πέθανε δοξασμένος αν και τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ήταν κυνηγημένος προκαλώντας θυελλώδεις αντιδράσεις. Στα έργα του δημιουργούσε τη δική του πραγματικότητα. Με τα πινέλα του, τα καβαλέτα του, τα μολύβια του και τις λευκές του κόλλες ως όπλα άλλαζε τον κόσμο (του). Είναι ο Νίκος Εγγονόπουλος και σαν σήμερα την 31η Οκτωβρίου του 1985 ολοκλήρωσε το δικό του υπερρεαλιστικό ποίημα.

 

Facebook Comments