Η πολιτική ιστορία έχει ήδη δώσει αρκετά μαθήματα για τα περίφημα προεκλογικά πακέτα.
Το 2019, η κυβέρνηση Τσίπρα έβαλε χρήματα στους λογαριασμούς των συνταξιούχων λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές. Οι συνταξιούχοι πήραν το βοήθημα, αλλά στην κάλπη έστειλαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση.
Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και με τον Κώστα Σημίτη. Το 2003 άνοιξε το ταμείο στη ΔΕΘ, μοίρασε το μεγαλύτερο πακέτο της εποχής και περίμενε πολιτική ανάκαμψη. Η δημοσκοπική βελόνα, όμως, δεν κουνήθηκε.
Το μήνυμα παραμένει απλό. Ο πολίτης παίρνει τα χρήματα, καλύπτει μια ανάγκη και την επόμενη ημέρα κοιτάζει μπροστά. Δεν ψηφίζει από ευγνωμοσύνη. Ψηφίζει με βάση τον φόβο, την ελπίδα και κυρίως την προσδοκία.
Εδώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Απέναντί του δεν βλέπει σήμερα έναν αντίπαλο με καθαρή προοπτική εξουσίας. Ούτε ο Νίκος Ανδρουλάκης ούτε ο Αλέξης Τσίπρας πείθουν ακόμη ότι μπορούν να περάσουν την πόρτα του Μαξίμου.
Άρα, το Μέγαρο Μαξίμου δεν χρειάζεται να παρασυρθεί από το σύνθημα «δώσε κι άλλα». Οι απαιτήσεις δεν τελειώνουν ποτέ. Αντίθετα, η δημοσιονομική σταθερότητα χτίζει αξιοπιστία και αφήνει περιθώριο για στοχευμένες παρεμβάσεις.
Η ΔΕΘ μπορεί να δώσει πολιτική ώθηση. Δεν μπορεί, όμως, να αγοράσει εμπιστοσύνη ούτε να εγγυηθεί εκλογική νίκη.