Ο πρωθυπουργός παρουσίασε μέτρα για νοικοκυριά, εργαζομένους και συνταξιούχους, ενώ παράλληλα έθεσε σαφή όρια στις παροχές.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να ικανοποιήσει κάθε αίτημα, καθώς μια ανεξέλεγκτη δημοσιονομική επέκταση θα απειλούσε τη σταθερότητα της οικονομίας. Με αυτόν τον τρόπο, επιχείρησε να συνδυάσει την κοινωνική στήριξη με τη διατήρηση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας.
Ωστόσο, το πολιτικό μήνυμα ξεπέρασε τα μέτρα. Ο κ. Μητσοτάκης άνοιξε καθαρά τη συζήτηση για τρίτη κυβερνητική θητεία της Νέας Δημοκρατίας και παρουσίασε τον εαυτό του ως εγγυητή της σταθερότητας μέσα σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν βλέπει κυβερνητική λύση χωρίς τη Νέα Δημοκρατία, εφόσον το κόμμα κερδίσει ξανά τις εκλογές. Έτσι, επανέφερε το δίλημμα ανάμεσα σε μια αυτοδύναμη κυβέρνηση και ένα ετερόκλητο σχήμα κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Στο στόχαστρό του έβαλε τον Αλέξη Τσίπρα, το ΠΑΣΟΚ, τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και άλλες δυνάμεις. Ιδιαίτερα για τον πρώην πρωθυπουργό, χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα και υποστήριξε ότι το πολιτικό του «rebranding» δεν έπεισε τους πολίτες.
Ανοιχτός πόλεμος με τον Αντώνη Σαμαρά
Η πιο σημαντική πολιτική εξέλιξη, πάντως, αφορά τη μετωπική σύγκρουση με τον Αντώνη Σαμαρά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατηγόρησε τον πρώην πρωθυπουργό ότι γνωρίζει πώς να προκαλεί ζημιά στη ΝΔ και τον κάλεσε να αναλογιστεί την υστεροφημία του.
Ο Αντώνης Σαμαράς απάντησε αμέσως και εξαπέλυσε προσωπική επίθεση κατά του πρωθυπουργού. Κατηγόρησε την κυβέρνηση για ακρίβεια, αλαζονεία, διαφθορά, υπερφορολόγηση και πολιτική κατευνασμού, ενώ χαρακτήρισε τη σημερινή ΝΔ «κόμμα Μητσοτάκη».
Η ταχύτητα και η ένταση της απάντησης δείχνουν ότι οι δύο πλευρές εγκαταλείπουν πλέον κάθε προσπάθεια συνεννόησης. Ταυτόχρονα, συνεργάτες του πρώην πρωθυπουργού οργανώνουν πυρήνες υποστήριξης στη Βόρεια Ελλάδα, όπου η κοινωνική δυσαρέσκεια δημιουργεί πολιτικό χώρο για νέες κινήσεις.
Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει τον κίνδυνο διαρροών προς τα δεξιά. Γι’ αυτό ο πρωθυπουργός θα επιδιώξει να κρατήσει τη ΝΔ στο πολιτικό κέντρο, ενώ ταυτόχρονα θα προβάλλει το δίλημμα «σταθερότητα ή ακυβερνησία» στον δρόμο προς τις κάλπες.
Γ.Ε