Ο χρυσός έχει τη φήμη ενός χρηματοοικονομικού «ασφαλούς καταφυγίου» σε θυελλώδεις περιόδους.
Ωστόσο, φέτος, έχει κινηθεί περισσότερο σαν τρενάκι του τρόμου παρά σαν ένα «ψύχραιμο» λιμάνι. Έπειτα από μήνες πολέμου και μία εκεχειρία που αποδείχθηκε (τουλάχιστον) εύθραυστη, ο χρυσός αντί να έχει «ανεβάσει» τις αποδόσεις των επενδυτικών χαρτοφυλακίων, τα έχει ζημιώσει.
Στα τέλη Ιανουαρίου, η τιμή του χρυσού εκτινάχθηκε στο ιστορικό υψηλό των 5.600 δολαρίων η ουγγιά, και έχει χάσει περίπου 30% από τότε, και πλέον κινείται κοντά στο επίπεδο των 4.500 δολ. Βέβαια, εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα με βάση τα ιστορικά δεδομένα, έχοντας αυξηθεί σχεδόν 300% την τελευταία δεκαετία.
Ένας πόλεμος που «θεωρητικά» θα ήταν ξεκάθαρα «θετικά νέα» για τον χρυσό, έχει καταστήσει το πολύτιμο μέταλλο λιγότερο ελκυστικό, ωθώντας το να «συμπεριφέρεται» πλέον σαν risk-asset, σαν περιουσιακό στοιχείο υψηλού ρίσκου, όπως είναι για παράδειγμα οι μετοχές.
Παραδόξως, όμως, όταν ανακοινώθηκε τον περασμένο μήνα η ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν, ο χρυσός συνέχισε να κατρακυλά και βρέθηκε και τότε κάτω και από το επίπεδο των 4.000 δολαρίων για πρώτη φορά από τον Νοέμβριο του 2025, πριν ανακάμψει ελαφρώς στη συνέχεια.
Κατά τους αναλυτές, υπάρχει λογική σε αυτό το παράδοξο. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, το ισχυρότερο δολάριο ΗΠΑ και η ασθενέστερη ζήτηση των επενδυτών έχουν επηρεάσει την αγορά, αναγκάζοντας τους επενδυτές να επανεκτιμήσουν τους παράγοντες που οδήγησαν στο ράλι των προηγούμενων ετών.
Η βουτιά του «κίτρινου μετάλλου» ανάγκασε ορισμένες κεντρικές τράπεζες να πουλήσουν χρυσό τους τελευταίους μήνες, για να βοηθήσουν στην υπεράσπιση των νομισμάτων τους, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, η οποία πούλησε και αντάλλαξε 20 δισ. δολάρια σε χρυσό για να υπερασπιστεί την λίρα, ενώ και η Ρωσία πούλησε επίσης χρυσό για να στηρίξει τα δημοσιονομικά της ταμεία.
«Το sell-off του χρυσού μπορεί να φαίνεται περίεργο δεδομένης της συνεχιζόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Ωστόσο, η αδυναμία του χρυσού υπογραμμίζει τον βαθμό στον οποίο οι αγορές έχουν μετατοπίσει την εστίασή τους από τη ζήτηση ασφαλούς καταφυγίου προς τις επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων και των αυστηρότερων χρηματοοικονομικών συνθηκών», εξηγεί η Εύα Μάνθεϊ, αναλύτρια εμπορευμάτων στην ING.
Σημαντικό μέρος της εξήγησης της ισχυρή πτώσης που έχει καταγράψει φέτος ο χρυσός μετά τα ιστορικά υψηλά, βρίσκεται στους λόγους που είχαν οδηγήσει στο ράλι του πριν. Η τιμή του εκτοξεύθηκε κατά 70% το 2025, με ώθηση όχι μόνο από τη συσσώρευση αποθεμάτων από τις κεντρικές τράπεζες, αλλά και από νέους αγοραστές, όπως τα ETFs χρυσού, καθώς και άλλους ιδιώτες επενδυτές. Οι θέσεις σε ETF χρυσού στις αρχές του 2026 άγγιξαν το υψηλότερο επίπεδο από το 2022.
Ωστόσο, ο πόλεμος στο Ιράν οδήγησε τους συμμετέχοντες στην αγορά να μειώσουν το ρίσκο στα χαρτοφυλάκιά τους και να ρευστοποιήσουν θέσεις για να καλύψουν ζημίες ή και να διατηρήσουν ρευστότητα. Ο χρυσός, λόγω και του ισχυρού ράλι το προηγούμενο διάστημα, ήταν μεταξύ των πρώτων assets που πωλήθηκαν.
Τα ETFs χρυσού κατέγραψαν καθαρές εκροές 55 τόνων κατά τη διάρκεια του Μαρτίου έως τον Μάιο, αντιστρέφοντας την τάση μετά από εννέα συνεχόμενους μήνες εισροών, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Συμβουλίου Χρυσού. Και τον Ιούνιο οι εκροές συνεχίστηκαν, κατά 74 τόνους ή 9 δισ. δολάρια.
Ο βασικότερος ωστόσο παράγοντας πίσω από την πτώση του χρυσού, ακόμα και μετά την εκεχειρία, είναι οι προοπτικές για τα επιτόκια. Μετά και τη συνεδρίαση της Fed τον Ιούνιο και τη ρητορική του νέου προέδρου, Κέβιν Γουόρς, οι προσδοκίες για νομισματική χαλάρωση που κυριαρχούσαν στις αρχές του έτους «έσβησαν», οδηγώντας τις αποδόσεις των αμερικάνικων ομολόγων και το δολάριο υψηλότερα, με τους επενδυτές πλέον να αναμένουν αύξηση επιτοκίων και στις ΗΠΑ. Αυτό έχει δημιουργήσει ένα μη ευνοϊκό σκηνικό για τον χρυσό, ο οποίος συνήθως δυσκολεύεται όταν οι πραγματικές αποδόσεις αυξάνονται και το δολάριο ενισχύεται.
Τα υψηλότερα επιτόκια τείνουν να μειώνουν την ελκυστικότητα των μη αποδοτικών (non-yielding ) περιουσιακών στοιχείων όπως ο χρυσός. Καθώς οι αποδόσεις των μετρητών και των κρατικών ομολόγων ενισχύονται, οι επενδυτές απομακρύνονται από τα πολύτιμα μέταλλα γενικότερα.
Ταυτόχρονα, οι γεωπολιτικές εντάσεις απέτυχαν να δημιουργήσουν το είδος των εισροών ασφαλούς καταφυγίου που παρατηρήθηκαν σε προηγούμενες περιόδους αβεβαιότητας. Αντίθετα, οι αγορές έχουν επικεντρωθεί στις πληθωριστικές επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων και στο τι θα μπορούσαν να σημαίνουν για τη νομισματική πολιτική.
Οι τεχνικοί στρατηγικοί αναλυτές της Bank of America προειδοποιούν ότι η διόρθωση του χρυσού μπορεί να έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της, κάνοντας παραλληλισμούς με τις καταστροφικές bear markets που ακολούθησαν τις μεγάλες κορυφώσεις του πολύτιμου μετάλλου το 1980 και το 2011.
«Η τρέχουσα διόρθωση είναι μόλις 24 εβδομάδων σε σύγκριση με την προηγούμενη άνοδο των 121 εβδομάδων», όπως επισημαίνουν. «Ενώ ο χρυσός υποχωρήσει κοντά στα 4.000 δολάρια, η διόρθωση παραμένει δυσανάλογα μικρή σε σχέση με το ράλι που προηγήθηκε».
Η BofA εξηγεί πως οι τρεις bear markets χρυσού από το 1970 έχουν δει διόρθωση που έφτασε τουλάχιστον το 50% της ανόδου που προηγήθηκε. Εάν το 2026 αποδειχθεί ανάλογο με αυτούς τους προηγούμενους κύκλους, αυτό συνεπάγεται κίνδυνο πτώσης του χρυσού προς τα 3.315 δολάρια, όπως τονίζει. Πάντως, η αμερικάνικη τράπεζα βλέπει περιθώρια για μια βραχυπρόθεσμη ανάκαμψη πρώτα, τονίζοντας ότι ένα ριμπαόυντ προς τα 4.325-4.500 δολάρια μπορεί να προηγηθεί της πτώσης.
Από την πλευρά τη, η Goldman Sachs εμφανίζεται αισιόδοξη, επισημαίνοντας πως οι αγορές χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες είναι πιθανό να παρέχουν ένα κατώτατο όριο ν εν μέσω πιθανής προσωρινής καθοδικής πίεσης στην τιμή του χρυσού από την επιθετική τιμολόγηση της Fed.
«Συνεχίζουμε να βλέπουμε την αυξημένη συσσώρευση χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες ως μια πολυετή τάση, καθώς οι κεντρικές τράπεζες διαφοροποιούν τα αποθεματικά τους για να αντισταθμίσουν τους γεωπολιτικούς και οικονομικούς κινδύνους. Διατηρούμε την υπόθεσή μας για μέση μηνιαία αγορά χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες ύψους 50 τόνων το 2026 και 40 τόνων/μήνα το 2027», όπως επισημαίνει.
Η διαφοροποίηση των κεντρικών τραπεζών των αναδυόμενων αγορών – μετά το πάγωμα των ρωσικών αποθεματικών το 2022 – παραμένει η βάση της πρόβλεψης της Goldman για άνοδο της τιμής του χρυσού προς τα 4.900 δολάρια έως το τέλος του 2026. Κυκλικά, ωστόσο, ο χρυσός αντιμετωπίζει βραχυπρόθεσμες αντιξοότητες καθώς οι αγορές προεξοφλούν αυξήσεις επιτοκίων από την Fed φέτος εν μέσω ανησυχιών για τον πληθωρισμό, επηρεάζοντας την ευαίσθητη στα επιτόκια ζήτηση για ETFs χρυσού. «Αναμένουμε ότι οι αντιξοότητες που σχετίζονται με την Fed θα αντιστραφούν με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι οικονομολόγοι μας εκτιμούν ότι δεν θα υπάρξουν αυξήσεις επιτοκίων από την Fed», εξηγεί η Goldman.
Μεσοπρόθεσμα, όπως τονίζει οι κίνδυνοι για την τιμή του χρυσού παραμένουν ανοδικοί. Το μερίδιο του χρυσού στα ιδιωτικά χαρτοφυλάκια παραμένει χαμηλό και οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις -συμπεριλαμβανομένου του Ιράν και των ευρύτερων εντάσεων- ενδέχεται να επιταχύνουν τη διαφοροποίηση πέρα από τις κεντρικές τράπεζες και στους ιδιώτες επενδυτές.