Τέλος στα σενάρια περί tapering, ενισχύεται η επενδυτική «μανία» για τα ελληνικά ομόλογα

Κούρταλη Ελευθερία

Τέλος στα σενάρια περί tapering, ενισχύεται η επενδυτική «μανία» για τα ελληνικά ομόλογα, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Ο περιορισμός των ανησυχιών για τον πληθωρισμό αλλά και οι δηλώσεις αξιωματούχων της ΕΚΤ που δείχνουν ότι η στήριξη υπό το έκτακτο πρόγραμμα πανδημίας PEPP δεν αναμένεται να περιοριστεί σύντομα, έχει στείλει σε ράλι τα ομόλογα της περιοχής το τελευταίο διήμερο, με τα ελληνικά ομόλογα να υπεραποδίδουν και να επιβεβαιώνουν τον τίτλο του «ισχυρού επενδυτικού story» που έχουν αποκτήσει εν μέσω της πανδημίας.

Όπως σχολιάζουν οι αναλυτές, η ΕΚΤ δεν έχει κανέναν λόγο να βιαστεί και να προχωρήσει στο λεγόμενο tapering του PEPP, διακινδυνεύοντας την επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών, ειδικά τη στιγμή που η ανάκαμψη της ευρωζώνης είναι στα αρχικά της στάδια και παραμένει ευάλωτη.

Την προ-προηγούμενη εβδομάδα, η αγορά ομολόγων της ευρωζώνης σημείωσε ισχυρό sell-off λόγω των ανησυχιών για τον πληθωρισμό αλλά και τα σενάρια για μείωση του ρυθμού αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ μετά την προσεχή συνεδρίαση του Ιουνίου, λόγω του ανοίγματος των οικονομιών αλλά και της προόδου με τους εμβολιασμούς. Οι αποδόσεις των 10ετών γερμανικών τίτλων φλέρταραν με το μηδέν και αυξήθηκαν σε υψηλά δύο ετών, ενώ στα ιταλικά ομόλογα σκαρφάλωσαν άνω του 1% και σε υψηλά εννέα μηνών , με το ελληνικό 10ετές να κινείται επίσης άνω του 1%.

Ωστόσο, το μπαράζ δηλώσεων αξιωματούχων της ΕΚΤ ήταν αρκετό για να μηδενίσει τα όποια σενάρια για tapering, με τους επενδυτές να στρέφονται και πάλι με… μανία στα ομόλογα της περιοχής και ειδικά στα ελληνικά τα οποία έχουν πολλούς… άσσους στο μανίκι, με την απόδοση του ελληνικού 10ετούς να υποχωρεί κάτω στο 0,835% για πρώτη φορά από τις αρχές Απριλίου, ενώ το spread διαμορφώθηκε στις 102 μονάδες βάσης που είναι και τα χαμηλότερα επίπεδα από το 2008.

Η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ τόνισε πως η κεντρική τράπεζα παραμένει στη δέσμευσή της να διατηρήσει ευνοϊκούς τους όρους χρηματοδότησης χρησιμοποιώντας το φάκελο PEPP μέχρι τουλάχιστον τον Μάρτιο του 2022. Απαντώντας σε ερώτηση εάν υπάρχει στο τραπέζι το tapering του προγράμματος, απάντησε χαρακτηριστικά πως «είναι πολύ νωρίς και πραγματικά περιττό να συζητάμε μακροπρόθεσμα ζητήματα. Η εστίασή μας τον Ιούνιο θα είναι οι ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης για την οικονομία γενικά και σε όλους τους τομείς».

Τις δηλώσεις Λαγκάρντ ακολούθησε η παρέμβαση του Γιάννη Στουρνάρα, του διοικητή της ΤτΕ, ο οποίος μιλώντας στο Reuters τόνισε ότι η ΕΚΤ πρέπει διατηρήσει ανοιχτές τις στρόφιγγές της καθώς η οικονομία της ευρωζώνης εξακολουθεί να βρίσκεται εν μέσω της κρίσης της πανδημίας παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στον εμβολιασμό. Όπως τόνισε, η ανάκαμψη παραμένει εύθραυστη και χωρίς τα στοιχεία που να δείχνουν προς μία περίοδο υψηλού πληθωρισμό στο άμεσο μέλλον, είναι πολύ νωρίς για την ΕΚΤ να προχωρήσει στην επιβράδυνση των αγορών στο πλαίσιο του προγράμματος PEPP. «Έχει σημειωθεί επιτάχυνση στους εμβολιασμούς ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν περιορισμοί στα ταξίδια, επομένως δεν μπορώ να πω πως είμαστε εκτός κινδύνου»  δήλωσε ο Στουρνάρας.  Πάντως πρόσθεσε πως κάποια στιγμή το τέλος του PEPP θα έρθει και «θα πρέπει να σκεφτούμε μία ομαλή μετάβαση από το PEPP στο “κλασσικό” QE.

Το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, Φάμπιο Πανέτα τόνισε από την πλευρά τους ότι η οικονομία βρίσκεται «μακριά από το σημείο όπου μπορούμε να δούμε αυτόνομη ανάπτυξη». Υποστήριξε ότι εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα και εξήγησε ότι «το κενό παραγωγής, το κενό απασχόλησης και το κενό πληθωρισμού είναι οι βασικές μεταβλητές για να καθορίσουμε πότε έχουμε πραγματικά προχωρήσει πέρα από την φάση της πανδημίας». Η ανάκαμψη του πληθωρισμού χαρακτηρίζεται ως μεταβατική, όπως πρόσθεσε, ενώ σε ότι αφορά το PEPP, μόνο μια συνεχής αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων, που αντικατοπτρίζεται σε μια ανοδική τάση του υποκείμενου πληθωρισμού και η ευθυγράμμιση του πληθωρισμού με τον στόχο της ΕΚΤ, θα μπορούσε να δικαιολογήσει μείωση του ρυθμού αγορών. «Μια συζήτηση για τη σταδιακή μείωση του PEPP είναι σαφώς πρόωρη», όπως τόνισε.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι την τελευταία εβδομάδα οι ελληνικές αποδόσεις (10ετία) έχουν υποχωρήσει κατά σχεδόν 20% και κινούνται πλέον σημαντικά κάτω από τις αντίστοιχες ιταλικές, οι οποίες παρά την αποκλιμάκωση χθες διαμορφώθηκαν στο 0,93%, στρώνοντας το έδαφος για μία ακόμη έξοδο της Ελλάδας στις αγορές σύντομα. ‘Άλλωστε η στρατηγική του ΟΔΔΗΧ παραμένει εμπροσθοβαρής και σίγουρα θέλει να αποφύγει τις εξόδους στο β’ μισό του έτους όπου τα πράγματα θα είναι πολύ πιο ευμετάβλητα για τα ομόλογα, συνολικά λόγω του τείχους ανοσίας που αναμένεται να έχει χτιστεί από τα εμβόλια και να έχει «ανεβάσει» τις προσδοκίες για την οικονομία, των όποιων μηνυμάτων από την ΕΚΤ, της μείωσης της εκδοτικής δραστηριότητας γενικότερα στην ευρωζώνης καθώς τα μέτρα στήριξης θα αρχίσουν να αίρονται ενώ θα εισρεύσουν κεφάλαια από την Ε.Ε αλλά και της πορεία των αποδόσεων στις ΗΠΑ όπου οι αναλυτές εκτιμούν ότι η απόδοση του 10ετούς θα κινηθεί ακόμη υψηλότερα και προς το 2%.

Η HSBC σημείωσε μάλιστα σε έκθεσή της πως τα ελληνικά ομόλογα είναι πολύ ελκυστικά, ενώ είναι περισσότερο προστατευμένα από τα ιταλικά χάρη και στο χαμηλότερο έλλειμμα του προϋπολογισμού που θα σημειώσει φέτος η Ελλάδα σε σχέση με την Ιταλία, «αβαντάροντας» έτσι τα όποια σχέδια του ΟΔΔΗΧ. Με βάση και την κλείδα κεφαλαίου της Ελλάδας, η ΕΚΤ θα κατέχει το 50% των επιλέξιμων ελληνικών ομολόγων στο επόμενο οκτάμηνο και αυτό κατά τη βρετανική τράπεζα, συνεπάγεται ότι τα ελληνικά ομόλογα θα συνεχίσουν να υποστηρίζονται από την ΕΚΤ.

Σημαντική ψήφο εμπιστοσύνης έδωσε και η Moody’s σημειώνοντας σε νέα έκθεσή της ότι οι ανάγκες αναχρηματοδότησης του ελληνικού χρέους είναι χαμηλές για τα επόμενα χρόνια, με τα υψηλότερα επίπεδα να εντοπίζονται το 2023 ( 11,5 δισ. ευρώ), τη στιγμή που η μέση διάρκειά του είναι μακρά, ενώ η διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων είναι εντυπωσιακή. Παρά την πανδημία, στο τέλος του 2020 ανήλθαν στα 31 δισ. ευρώ (16,9% του ΑΕΠ του 2019), ένα πολύ σημαντικό απόθεμα που καλύπτει περισσότερα από δύο χρόνια των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών της κυβέρνησης. Έτσι ο οίκος θεωρεί ότι ο κίνδυνος ρευστότητας της Ελλάδας είναι μηδενικός, κάτι που αντικατοπτρίζει και την επιλεξιμότητά της στο πρόγραμμα PEPP της ΕΚΤ, τα πολύ υψηλά ταμειακά διαθέσιμα της ελληνικής κυβέρνησης και την πολύ μακρά μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους,