Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για την αποστολή των βεβαιώσεων αποδοχών στην ΑΑΔΕ.
Στο τέλος Φεβρουαρίου εκπνέει η κρίσιμη προθεσμία για εργοδότες, ασφαλιστικά ταμεία και λοιπούς υπόχρεους. Η έγκαιρη διαβίβαση των στοιχείων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προσυμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων, ενόψει του ανοίγματος της ηλεκτρονικής πλατφόρμας στις 16 Μαρτίου. Οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περισσότερες από 1,5 εκατ. προσυμπληρωμένες δηλώσεις, αριθμός αυξημένος σε σχέση με πέρυσι.
Η διαδικασία των προσυμπληρωμένων δηλώσεων μειώνει σημαντικά τη γραφειοκρατία για μισθωτούς και συνταξιούχους, απαιτεί όμως προσεκτικό έλεγχο. Τα στοιχεία για εισοδήματα και παρακρατήσεις φόρου είναι «κλειδωμένα», γεγονός που σημαίνει ότι τυχόν λάθη διορθώνονται μόνο μέσω του φορέα που εξέδωσε τη βεβαίωση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο φορολογούμενος θα χρειαστεί να προχωρήσει σε τροποποιητική δήλωση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στις ηλεκτρονικές δαπάνες, καθώς πρέπει να καλύπτουν το 30% του φορολογητέου εισοδήματος. Αν το όριο δεν επιτευχθεί, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος 22% στη διαφορά. Ο σχετικός κωδικός παραμένει ανοιχτός και μπορεί να διορθωθεί με τα απαραίτητα αποδεικτικά συναλλαγών μέσω POS, e-banking ή καρτών.
Εξίσου κρίσιμος είναι ο έλεγχος των τεκμηρίων διαβίωσης. Κατοικίες, αυτοκίνητα και λοιπά περιουσιακά στοιχεία ενδέχεται να αυξήσουν το τεκμαρτό εισόδημα, δημιουργώντας πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση. Η διαφορά μπορεί να καλυφθεί με ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, δωρεές ή κληρονομιές. Παράλληλα, η ορθή δήλωση των προστατευόμενων τέκνων μπορεί να μειώσει τον φόρο ακόμη και κατά 1.800 ευρώ ή περισσότερο.
Η αποπληρωμή του φόρου γίνεται σε οκτώ μηνιαίες δόσεις, με την πρώτη στο τέλος Ιουλίου. Όσοι επιλέξουν εφάπαξ εξόφληση κερδίζουν έκπτωση έως 4%, ανάλογα με τον χρόνο υποβολής. Πέρυσι, πάνω από 1,4 εκατ. φορολογούμενοι πλήρωσαν εφάπαξ φόρους ύψους 2,17 δισ. ευρώ, αποδεικνύοντας ότι η έγκαιρη τακτοποίηση παραμένει στρατηγική επιλογή για χιλιάδες νοικοκυριά.