Νέο άλμα κατέγραψαν οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη, επαναφέροντας στο προσκήνιο τους φόβους για ένα νέο κύμα ενεργειακών πιέσεων, τόσο στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας όσο και στο συνολικό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Τα προθεσμιακά συμβόλαια ενισχύθηκαν άνω του 6%, ξεπερνώντας τα 42 ευρώ/MWh, ενώ ενδοσυνεδριακά η τιμή «έσπασε» και το ψυχολογικό όριο των 43 ευρώ/MWh, επίπεδα που αποτελούν το υψηλότερο σημείο από τον Μάρτιο του 2025.
Η κίνηση αυτή δεν θεωρείται τυχαία. Αντίθετα, αντανακλά έναν συνδυασμό παραγόντων προσφοράς και ζήτησης, που επαναφέρουν την αβεβαιότητα στην ευρωπαϊκή ενεργειακή εξίσωση, σε μια περίοδο όπου η αγορά προσπαθεί να ισορροπήσει μετά την κρίση των προηγούμενων ετών.
Ο βασικότερος καταλύτης της ανόδου είναι η αυξημένη ζήτηση, καθώς οι καιρικές συνθήκες σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης κινούνται σε χαμηλότερα του μέσου όρου επίπεδα για την εποχή. Η ανάγκη για θέρμανση οδηγεί σε ταχύτερη απορρόφηση των αποθεμάτων, μειώνοντας το περιθώριο ασφαλείας ενόψει της συνέχισης του χειμώνα. Παρά το γεγονός ότι οι αποθήκες φυσικού αερίου παραμένουν σε καλύτερη κατάσταση σε σύγκριση με τα χρόνια της ενεργειακής κρίσης, η ταχύτητα αποστράγγισης προκαλεί νευρικότητα στις αγορές.
Ταυτόχρονα, οι ανησυχίες για την πλευρά της προσφοράς παραμένουν έντονες. Η Ευρώπη εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές LNG, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη σε διεθνείς διακυμάνσεις, τεχνικά προβλήματα σε εγκαταστάσεις υγροποίησης ή αυξημένο ανταγωνισμό από ασιακές αγορές. Κάθε ένδειξη περιορισμού της διαθεσιμότητας ή μετατόπισης φορτίων αρκεί για να πυροδοτήσει ανοδικές κινήσεις στις τιμές.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επίπτωση στη χονδρική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να παίζει καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό της οριακής τιμής ρεύματος σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές. Όταν το κόστος του αερίου αυξάνεται, η επίδραση μεταφέρεται άμεσα στις τιμές ηλεκτρισμού, ανεβάζοντας το κόστος για παρόχους και, με χρονική υστέρηση, για τους τελικούς καταναλωτές.
Η εξέλιξη αυτή αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό, καθώς η ενέργεια παραμένει κρίσιμος παράγοντας κόστους για τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τις υπηρεσίες. Σε ένα περιβάλλον όπου οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν να εδραιώσουν την αποκλιμάκωση των τιμών, μια νέα ενεργειακή πίεση θα μπορούσε να περιπλέξει τη νομισματική στρατηγική.
Για τις κυβερνήσεις, το νέο ράλι αποτελεί προειδοποιητικό σήμα. Παρότι έχουν ληφθεί μέτρα ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού, η αγορά δείχνει ότι παραμένει ευάλωτη σε εξωγενείς κραδασμούς. Η ανάγκη για επενδύσεις σε αποθήκευση, διασυνδέσεις και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καθίσταται εκ νέου επιτακτική.
Σε επίπεδο προοπτικών, οι αναλυτές εμφανίζονται διχασμένοι. Από τη μία πλευρά, η προοπτική αυξημένης παγκόσμιας προσφοράς LNG τα επόμενα χρόνια λειτουργεί ως παράγοντας αποκλιμάκωσης. Από την άλλη, η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι κλιματικές μεταβολές και η εξάρτηση από εισαγωγές διατηρούν υψηλό τον βαθμό μεταβλητότητας.
Το βέβαιο είναι ότι η πρόσφατη άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου υπενθυμίζει πως η ενεργειακή κρίση δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως, αλλά παραμένει ένας παράγοντας που μπορεί ανά πάσα στιγμή να επιστρέψει στο προσκήνιο. Για την Ευρώπη, το στοίχημα της ενεργειακής επάρκειας και της σταθερότητας των τιμών παραμένει ανοιχτό — και κάθε ανοδικό ξέσπασμα λειτουργεί ως υπενθύμιση των δομικών προκλήσεων που εξακολουθούν να υπάρχουν.