Γιατί τρίτο rebranding… δύσκολα θα υπάρξει

Όσο περνούν οι ημέρες, γίνεται ολοένα και πιο εμφανές ότι το νέο βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα δεν λειτουργεί ως εργαλείο επανατοποθέτησης, αλλά ως θρυαλλίδα που ανατινάζει παλιές ισορροπίες και ξυπνά μνήμες που ο ίδιος θα προτιμούσε να μείνουν θαμμένες.
Κάθε σελίδα μοιάζει να εξοργίζει πρώην συνεργάτες, κάθε κεφάλαιο να ανοίγει πληγές σε κοινωνικές ομάδες, κάθε αφήγηση να προκαλεί αντιδράσεις από ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα από πρώτο χέρι. Το βιβλίο που προοριζόταν να παρουσιάσει τον «νέο Αλέξη», τελικά ανασταίνει τον παλιό – εκείνον που πολλοί θέλουν να ξεχάσουν.
Στο πολιτικό πεδίο, η πιο ορατή συνέπεια είναι η επανενεργοποίηση του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, ενός χώρου που τα τελευταία χρόνια είχε ατονήσει. Το βιβλίο κάνει όσους είχαν απομακρυνθεί από τη συζήτηση να επιστρέψουν με θυμό, θυμίζοντας τις εντάσεις του 2015 και τις αποφάσεις που σημάδεψαν την οικονομία και την κοινωνία. Αν στόχος του κ. Τσίπρα ήταν να αμβλύνει εντυπώσεις και να εμφανιστεί ως πιο ώριμος πολιτικός, το αποτέλεσμα φαίνεται ακριβώς αντίθετο: η δημόσια συζήτηση φουντώνει γύρω από τα σφάλματα, τις αντιφάσεις και τα γεγονότα που ο ίδιος επιχειρεί να ανασκευάσει.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, είναι απορίας άξιο πώς κρίθηκε σκόπιμο να ανοίξει ξανά έναν κύκλο αυτοαναφορικότητας. Αντί να παρουσιάσει μια θεωρητική πρόταση για το μέλλον, ο κ. Τσίπρας επιλέγει να ξετυλίξει το παρελθόν του. Και αυτό, όπως σωστά παρατηρούν πολιτικοί αναλυτές, λειτουργεί σαν μπούμερανγκ: τα λάθη που είχαν ξεχαστεί ή έστω υποχωρήσει στη δημόσια μνήμη, επανέρχονται δυναμικά στην επιφάνεια.
Την ίδια στιγμή, η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το πρόσωπό του δεν φαίνεται να συνοδεύεται από θετικό κλίμα. Αντίθετα, η προβολή τροφοδοτείται από διαφωνίες, αποκαλύψεις και επιθέσεις που προέρχονται ακόμη και από στελέχη που υπήρξαν δίπλα του επί χρόνια. Είναι όμως αυτός ο ιδανικός τρόπος για να χτίσει κανείς το υπόβαθρο ενός νέου κόμματος; Πόσο «θετικό» μπορεί να είναι το rebranding όταν κάθε αντίδραση βγαίνει από το ίδιο στρατόπεδο;
Υπάρχει και μια δεύτερη παγίδα: η υπερβολική προβολή. Το μιντιακό σύστημα –όπως πάντα– μεγενθύνει το εφήμερο. Ο Τσίπρας επιστρέφει στη δημόσια σφαίρα, γίνεται viral, προκαλεί συζητήσεις. Όμως συζητήσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα ψήφους. Αν μετά από τόσο θόρυβο, το νέο κόμμα του κινηθεί σε μονοψήφια επίπεδα, το πολιτικό πλήγμα θα είναι βαρύ και ίσως μη αναστρέψιμο.
Ο ίδιος, βέβαια, παίζει το χαρτί της επαναπροσέγγισης της κοινής γνώμης. Αλλά σε μια χώρα που δεν ξεχνά εύκολα, το να ανοίγεις μόνος σου τον φάκελο του παρελθόντος μπορεί να αποδειχθεί η πιο επικίνδυνη πολιτική επιλογή. Γιατί τρίτο rebranding, όπως σχολιάζουν ήδη πολλοί, δύσκολα θα υπάρξει.
Facebook Comments