Η δικαστική εξουσία στην Ελλάδα: Πως χάθηκε η εμπιστοσύνη

Η δικαστική εξουσία συγκροτήθηκε ως θεσμική εγγύηση απέναντι στην αυθαιρεσία: να προστατεύει τον αδύναμο από τον ισχυρό, να ελέγχει την νομιμοποίηση των νόμων και να διασφαλίζει την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων (άρθρο 1, άρθρο 20 και άρθρο 87 συντ.). Συνοπτικά: αν η δικαιοσύνη δεν ανταποκρίνεται σε αυτόν τον πυρήνα, παύει να έχει λόγο ύπαρξης.
Αντί όμως να είμαστε υπερήφανοι για έναν θεσμό που θωρακίζει τα δικαιώματα, βλέπουμε να συσσωρεύονται παθογένειες που μετατρέπουν τη δικαστική εξουσία σε διακοσμητικό, αποκομμένο και σε μεγάλο βαθμό ανεύθυνο σώμα.
Εν αρχή όταν ο πολύς κόσμος ακούει για δικαστήρια ο νους του πάει κατευθείαν στα ποινικά που τραβάνε και τα φώτα της δημοσιότητας.
Σχεδόν τα ταυτίζει με τη δικαιοσύνη και αγνοεί πλήρως την ύπαρξη των αστικών και διοικητικών δικαστηρίων.
Όπως αγνοεί και τους δικηγόρους των τελευταίων αν και ξέρει όλους τους ποινικολόγους.
Όμως οι δικηγόροι των αστικών και διοικητικών δικαστηρίων είναι αυτοί που έσωσαν τα σπίτια και τα εργασιακά και άλλα δικαιώματα των πολιτών μέσα στην κρίση.
Τα ποινικά δικαστήρια δεν είναι ο τόπος ανάδειξης της ουσιώδους δικαιοσύνης, απλά τραβάνε τα πλήθη λόγω των εγκλημάτων και τα πλήθη έχουν συχνά ένστικτα αντίθετα με όσα ορίζει ο νομικός μας πολιτισμός.
Για να μην φτάνουμε όμως στα ποινικά δικαστήρια πρέπει να δούμε τι συμβαίνει στα αστικά και διοικητικά δικαστήρια που ο κόσμος αγνοεί καν ότι υπάρχουν, στους νόμους που ορίζουν τις κοινωνικές και οικονομικές μας συναλλαγές και κυρίως το μακρύ χέρι του κράτους επι του πολίτη.
Όταν καταρρέουν οι κοινωνικές συναλλαγές και η εμπιστοσύνη πολίτη με κράτος και την ευρωπαϊκή ένωση, και τα αστικά και διοικητικά δικαστήρια δεν κρατήσουν ισορροπίες όπως π.χ. με τα μνημόνια, τότε η κατρακύλα φαίνεται στα ποινικά δικαστήρια. Ο πολίτης κλέβει ο ένας τον άλλο, εκτρέπεται στον ανίσχυρο διπλανό του (ανήλικη βία, επιθέσεις ζώων κλπ) αντί να επαναστατήσει στην κεντρική διοίκηση η τους προστατευμένους ολιγάρχες.
Παράλληλα βλακωδώς ακούγεται συνέχεια το επιχείρημα να μην εκλέγεται η κορυφή της δικαιοσύνης από την κυβέρνηση, σαν η …μεγάλη μεταρρύθμιση. Τίποτα απολύτως δεν θα άλλαζε αν οι δικαστές εκλέγονταν μόνοι τους. Και μόνο που το ακούμε σα λύση από όλους πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις ότι μάλλον είναι προσχηματικό.
1. Η κρίση της μνημονιακής εποχής και ο ρόλος των δικαστών.
Η περίοδος από το 2010 και μετά αποτελεί σημείο καμπής. Η ελληνική κοινωνία βίωσε μέτρα που επιβάρυναν βίαια και μαζικά ελεύθερους επαγγελματίες και μικρομεσαίους.
Ταυτόχρονα, η δικαστική αντίδραση ανύπαρκτη: αποφάσεις και νομολογίες του Συμβουλίου της Επικρατείας και άλλων δικαστηρίων επικύρωσαν πολιτικές που στην πράξη κατέστρεψαν παραγωγικά κύτταρα (βλ. ΣτΕΟλομ. 668/2012, Ολομ. 2307/2014 ως ενδεικτικά παραδείγματα μνημονιακής νομολογίας).
Η νομοθετική επιλογή να επιβάλλονται φόροι και εισφορές ανεξάρτητα από το πραγματικό εισόδημα (π.χ. ενώ κάποιος δεν εισπράττει ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΕΥΡΩ) και να επιβαρύνεται με Δημόσια Βάρη της τάξης των 5-6.000 ευρώ (περίπου — τέλος επιτηδεύματος, τεκμήρια, προκαταβολή φόρου, υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές) συνιστά σαφή προσβολή του δικαιώματος στην εργασία και της επαγγελματικής ελευθερίας (άρθρο 22 Σ).
Όταν όμως τα δικαστήρια κρίνουν ως συνταγματικές τέτοιες ρυθμίσεις, τότε η δικαιοσύνη παύει να είναι φραγμός και μετατρέπεται σε συνεταίρο της κρατικής αυθαιρεσίας.
Από τότε το πράγμα προχώρησε κι άλλο μέσω της χειραγώγησης των ΜΜΕ και της κατάργησης του ελληνικού κράτους από τα μνημόνια και τους δανειστές: πλέον απαγορεύεται να είναι κανείς -έστω και πρόσκαιρα- φτωχός. Αποκλείεται. Είτε λέει ψέματα είτε φταίει ο ίδιος γιατί είναι τεμπέλης και έχουμε …ανάπτυξη.
Άλλωστε στόχος ύπαρξης της χώρας δεν είναι πια η διαφύλαξη δικαιωμάτων των πολιτών αλλά η …..καταπολέμηση της φοροδιαφυγής!
2. Ανενεργές νομικές διατάξεις — η πρακτική της αποφυγής της ουσίας
Υπάρχει ένα οργανωμένο μοτίβο αποφυγής της ουσιαστικής κρίσης: επικαλούμενη τυπικά κωλύματα και αοριστίες, η Δικαιοσύνη συχνά παρακάμπτει την ουσία.
Διατάξεις του Αστικού Κώδικα όπως πχ για την πλάνη επί πωλήσεως, την αντίθεση δικαιοπραξιών επι χρηστών ηθών ή τον αδικαιολόγητο πλουτισμό πλην κλίσε περιπτώσεων (άρθρα 138 επ., 178 ΑΚ, αντίστοιχα) συχνά μένουν «νομολογιακό κενό γράμμα».
Τότε γιατί άραγε υπάρχουν στους κώδικες μας;
Αν ψάξει κανείς δεκάδες διατάξεις του ΑΚ , θα δει ότι δεν έχουν εφαρμοστεί σχεδόν ποτέ. Καμία νομολογία δεν υπάρχει γι αυτές.
Γιατί άραγε; Φαίνονται σήμερα σχεδόν ρομαντικές. Μα γιατί έχουμε νεοφιλελευθερισμό που έχουν ασπαστεί οι δικαστές βέβαια.
Που να φανταζόταν ο παλιός νομοθέτης πως θα καταντούσε η Ελλάδα μετά από 50-100 χρόνια.
Έπειτα, όταν ο πολίτης περιμένει 3–5 χρόνια για μια απόφαση και το δικαστήριο επικαλείται τυπικό πρόσκομμα για να μην εισέλθει στην ουσία, τότε μιλάμε για πλήρη αρνησιδικία και υπονόμευση του άρθρου 20 Σ για την δικαστική προστασία.
Η επίκληση απαραδέκτων λόγω μη προσκόμισης ενσήμων, τελών, αντιγράφων και μάλιστα εν μέσω συγκεκριμένων αποκλειστικών προθεσμιών είναι το δεύτερο κύριο εργαλείο απόρριψης ενοχλητικών δικογράφων όταν ο δικαστής ντρέπεται να απορρίψει ρητά.
Κανονικά κάθε έλλειψη πρέπει να καλύπτεται μεταγενέστερα χωρίς συνέπειες. Ακόμα το περιμένουμε.
3. Η έλλειψη θάρρους και η συστηματική αποχή από τον συνταγματικό έλεγχο.
Η Σχολή Δικαστών (ΕΣΔΙ) και η πρακτική εισαγωγής νέων δικαστών έχουν μεταβάλει το προφίλ του δικαστικού σώματος.
Πολλοί δικαστές δεν κρίνουν ποτέ τίποτα ως αντισυνταγματικό, είτε από επαγγελματική επιφυλακτικότητα, είτε από ενσωμάτωση σε έναν ελιτισμό που αποφεύγει την αντιπαράθεση με την εξουσία.
Η ικανότητα και το θάρρος για την εξουδετέρωση της παρανομίας του νομοθέτη αποτελούν θεμελιώδεις ιδιότητες ενός δικαστή· αν λείπουν, το τελικό αποτέλεσμα είναι η αποδόμηση της εμπιστοσύνης στον θεσμό.
Είναι εντυπωσιακό ότι πάντα η λογική και σωστή άποψη στο ΣΤΕ φερ ειπείν είναι αυτή της μειοψηφίας. Όμως δεν γίνεται πάντα η πλειοψηφία του να βγάζει συνταγματικά όλα τα φορομπηχτικά μέτρα σε βάρος των πολιτών και μιλάει κι από πάνω για συνταγματικώς ανεκτά πράγματα. Κάπως έτσι έκαψαν να γίνονται ανεκτοί οι ίδιοι στα αυτιά μας, άλλωστε απευθύνονται στους συνομιλητές τους που είναι οι….συστημικοί πολιτικοί των ΒΠ και τα κανάλια των ΒΠ.
4. Οικονομική ανεξαρτησία, μισθολογικά προνόμια και κοινωνική απομάκρυνση
Η οικονομική ανεξαρτησία των δικαστών είναι αναγκαία για την ανεμπόδιστη άσκηση των καθηκόντων τους. Όταν όμως μετατρέπεται σε μισθολογική υπερβολή χωρίς ταυτόχρονο εγγυημένο μηχανισμό ελέγχου, δημιουργεί προβλήματα. Οι δικαστές πια έχουν γίνει μέλη της ανώτερης μεσαίας τάξης· ζουν «μακριά» από την κοινωνία, στις καλές (BΠ) συνοικίες, της Αθήνας προφανώς, χωρίς να βιώνουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο μικρομεσαίος.
Πρόσφατα το ΣτΕ, δικαστές δηλαδή που δεν έχουν ζήσει ούτε ώρα μακριά από την Αθήνα, είχε άποψη να μην κτίζουν οι επαρχιώτες στα εκτός σχεδίου χωράφια τους και τους τα αχρήστεψε, ενώ ακόμα ακόμα τους έβαλε και χέρι στα εντός σχεδίου! Δηλαδή να ζουν πακτωμένοι και στα χωριά όπως και στην Αθήνα ο ένας καβάλα στον άλλο! Αυτός είναι ο νομικός τους πολιτισμός. Τα έβαλαν μάλιστα και με τους νομάρχες του 80, ότι δήθεν δεν ήξεραν τι έκαναν στα χωριά του νομού τους -που τα ήξεραν σαν το χέρι τους, αλλά τα ήξεραν καλυτέρα οι δικαστές από τη Φιλόθεη. Εξοργιστικά πράγματα.
Η μισθολογική τους άνεση όμως προσφέρθηκε σαν δέλεαρ για να είναι ανεξάρτητοι από το κράτος η τον εύπορο διάδικο που τυχόν θα τους δελέαζε. Όχι όμως για να συνταθούν τελικώς ταξικά μαζί τους.
5. Η υπερεκπροσώπηση γυναικών — πραγματικά ζητήματα ισορροπίας, ΕΣΔΙ κλπ
-Στο σημείο αυτό πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: η μαζική είσοδος γυναικών στο σώμα των δικαστών ήταν κοινωνικά επιθυμητή, αλλά η υπερεκπροσώπηση έως και 70–90% σε ορισμένες βαθμίδες εγείρει θεσμικά ερωτήματα ισορροπίας.
Τα δύο φύλα έχουν κοινές αλλά και -κυρίως- διαφορετικές οπτικές τόσο στη ζωή όσο και στην απονομή δικαίου· η μονομέρεια σε επίπεδο φύλου μπορεί να δημιουργήσει συστηματική μεροληψία απέναντι σε αδύναμα κοινωνικά στρώματα (βλ. έρευνες και παρατηρήσεις για διαφορές στην επιβολή ποινής και στην κοινωνική ευαισθησία καθώς και στην ισχυρότατη προτίμηση των γυναικών για άνδρες με μεγαλύτερο εισόδημα από αυτές που εγκυμονεί κινδύνους κοινωνικής μεροληψίας).
-Παρατηρείται αρκετά συχνά το φαινόμενο υποψήφιοι για τη Σχολή Δικαστών να επιμένουν να συμμετέχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις τρεις, τέσσερις ή ακόμη και πέντε συνεχόμενες χρονιές. Το φαινόμενο αυτό, αν και παρουσιάζεται συχνά ως ένδειξη επιμονής, είναι στην πραγματικότητα βαθιά προβληματικό για μια σειρά από λόγους.
Η προετοιμασία για τη Σχολή Δικαστών απαιτεί τεράστιο κόστος οικονομικό. Το εξαντλητικό διάβασμα, το οποίο συνεπάγεται την εγκατάλειψη ή σοβαρή υποβάθμιση άλλων δραστηριοτήτων, επαγγελματικών ή κοινωνικών, ώστε ο υποψήφιος να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μελέτη αλλά και τη φοίτηση σε ακριβά φροντιστήρια, το κόστος των οποίων ελάχιστοι μπορούν να καλύψουν.
Ο συνδυασμός τριών παραγόντων —
(α) της δυνατότητας να μην εργάζεται κανείς,
(β) της καταβολής μεγάλων χρηματικών ποσών για φροντιστήρια,
(γ) και της επανάληψης αυτής της διαδικασίας επί δύο, τρία ή και τέσσερα έτη —
είναι χαρακτηριστικά που απαντώνται σχεδόν αποκλειστικά στις μεσαίες και ανώτερες μεσαίες κοινωνικές τάξεις.
Έτσι, η πρόσβαση στη Σχολή Δικαστών παύει να είναι ουσιαστικά ισότιμη και μετατρέπεται σε προνόμιο συγκεκριμένων ευπόρων στρωμάτων.
Μάλιστα, οι πιο άνετοι να ανταποκριθούν σε αυτή τη μακροχρόνια και δαπανηρή διαδικασία είναι οι νέες γυναίκες.
Σπανίως θα δει κανείς άνδρα να παραμένει άνεργος για τόσα χρόνια, αποκλειστικά και μόνο με την προοπτική εισαγωγής στη Σχολή Δικαστών. Το γεγονός αυτό οδηγεί αντικειμενικά σε δυσανάλογη εισροή του γυναικείου φύλου στο δικαστικό σώμα, όχι λόγω ικανότητας ή αξιοκρατίας, αλλά λόγω κοινωνικοοικονομικών συνθηκών.
Το αποτέλεσμα είναι διπλά αρνητικό:
α) εισέρχονται στο δικαστικό σώμα άτομα σχεδόν αποκλειστικά από συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις, οι οποίες δεν είναι αντιπροσωπευτικές της κοινωνικής διαστρωμάτωσης του ελληνικού λαού,
β) άτομα που στερούνται ουσιαστικών εμπειριών ζωής και επαφής με δύσκολες κοινωνικές και επαγγελματικές καταστάσεις.
Ανακύπτει έτσι εύλογα το ερώτημα:
πώς μπορούν τέτοιοι άνθρωποι να αξιολογήσουν και να κρίνουν πολίτες, όταν τους λείπουν βασικά βιώματα και εμπειρίες της πραγματικής ζωής;
Για όλους τους παραπάνω λόγους, θα έπρεπε να υπάρχουν συγκεκριμένες ασφαλιστικές δικλίδες στο σύστημα εισαγωγής στη Σχολή Δικαστών, όπως:
1. Απαγόρευση συμμετοχής στις εξετάσεις μετά τη δεύτερη αποτυχημένη χρονιά.
2. Θέσπιση ηλικιακού ορίου εισαγωγής, τουλάχιστον μεταξύ 35 και 40 ετών, ώστε να διασφαλίζεται η ύπαρξη ουσιαστικών εμπειριών ζωής.
3. Υποχρεωτικό πλαφόν στις θέσεις ανδρών και γυναικών, ώστε να αποφεύγεται η Ομφάλη μονομέρεια στο δικαστικό σώμα.
(Στο πρόσφατο συνέδριο των υποστηρικτών του Εθνικού Συντηρητισμού στις ΗΠΑ δεν υπήρχε ομιλία που να συζητήθηκε περισσότερο από αυτήν της συγγραφέα Helen Andrews για τη “Μεγάλη Θηλυκοποίηση” (“Great Feminization“) της αμερικάνικης, αλλά και γενικότερα της δυτικής, κουλτούρας . Στην προκλητική αυτή ομιλία η Andrews υποστηρίζει ότι η αυξημένη παρουσία γυναικών σε θεσμικά όργανα, πανεπιστήμια και επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας τους, δίνοντας έμφαση στο συναισθηματισμό, τη συναίνεση και την αποφυγή ρίσκου. Συνδέει αυτή τη “θηλυκοποίηση” με την άνοδο του “woke” και τονίζει τους κινδύνους για το νομικό σύστημα και άλλους κρίσιμους θεσμούς. Εδώ όλο το κείμενο της)
6. Οι δικηγόροι ως «σάκος του μποξ» — η κατάρρευση του σεβασμού
Οι δικηγόροι συχνά βλέπουν επιθετικότητα από πελάτες τους για μικρά ή μεγάλα ζητήματα στα δικαστήρια, ενώ ΔΕΝ ευθύνονται οι ίδιοι για αυτά αλλά: α) η ελληνική νομοθεσία και γραφειοκρατία και β) πρακτικά, οι δικαστές που έχουν και τον τελευταίο λόγο.
Δυστυχώς πολλοί δικηγόροι παρουσιάζουν τα πάντα ως εφικτά για να μην απωλέσουν την εμπιστοσύνη των πελατών και την αχλή του παντοδύναμου, ενώ στην πραγματικότητα το λάθος και η ατυχία καραδοκεί· στην πραγματικότητα το 51% της έκβασης εξαρτάται από την τύχη, ήτοι νομοθεσία και δικαστές και το μακρό χρόνο που παρεμβάλλεται στη διαδικασία.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι επομένως δεν τρώνε μόνο την γκρίνια που τους αναλογεί -ή όχι, αλλά κυρίως αυτή που ο πολίτης θα έπρεπε να απευθύνει στους δικαστές και τον Υπουργό Δικαιοσύνης·
οι πολίτες φυσικά φοβούνται να τα βάλουν με τους τελευταίους (που να τους βρουν άλλωστε) ξεσπώντας στον σάκο του μποξ: το δικηγόρο τους.
Ώστε όλοι οι νομικοί θεσμοί από τις σχολές μέχρι ότι ακολουθεί με τις συνήθεις επωδούς περί αξιοπρέπειας του δικηγόρου αλλά και σεβασμού της δικαιοσύνης κάνουν μόνο ένα πράγμα: δημιουργούν ένα πρότυπο μαζοχιστικής προσωπικότητας, που συλλέγει ψυχολογικά προβλήματα αδιαμαρτύρητα και ψυχοσωματικά λίγο αργότερα.
Κοντολογίς οι δικηγόροι δέχονται δυσανάλογη πίεση για τις κακοτοπιές της δικαιοσύνης από τους πολίτες και οι δικαστές μηδενική.
7. Η απαίτηση για λογοδοσία — συγκεκριμένα μέτρα (δημόσιοι θεσμοί ελέγχου)
α) οι δικαστές πρέπει να τηρούν μητρώο με τα περιουσιακά τους στοιχεία προσβάσιμο σε κάθε πολίτη· κάθε αδικαιολόγητη προσαύξηση στο μέλλον ή κατόπιν ελέγχου πρέπει να είναι λόγος αποπομπής τους από τον ύψιστο θεσμό που εκπροσωπούν, β) πρέπει να παύσει ο θεσμός της αναφοράς τους στον Άρειο Πάγο και να αντικατασταθεί με έλεγχο τους από ανεξάρτητη αρχή ειδικά για θέματα κακοδικίας και μεροληψίας — όπερ μέχρι σήμερα ΔΕΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ αποτελεσματικά, παρά μόνο όταν καθυστερούν αποφάσεις
Οι δικαστές, ως ασκούντες εξουσία και όχι μόνο, είναι δημόσια πρόσωπα, σε αντίθεση με ό,τι έχουν συνηθίσει να πιστεύουν. Αλλά σε αντίθεση με τους βουλευτές η υπουργούς, ούτε κριτικάρονται στα ΜΜΕ ούτε καλούνται σε συνεντεύξεις. Η ρητή αναφορά στο όνομα τους και η κριτική είναι στοιχείο δημοκρατίας.
Επιπλέον, η δικαστική εξουσία δεν έχει κανένα μηχανισμό εσωτερικού ελέγχου και αξιολόγησης, σε αντίθεση με την εκτελεστική που κάθε τέσσερα χρόνια μπορείς να την αλλάξεις πλήρως.
Το ίδιο έπρεπε να συμβαίνει και με τους δικαστές· η μονιμότητα είναι σωστή μόνο με την προϋπόθεση ότι θα ελέγχονται και θα αντικαθίστανται τακτικά όταν μεροληπτούν. Η επίκληση «σεβασμού της δικαιοσύνης» δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας σε κάθε περίπτωση.
Δεν έχει βγει ένας δικαστής τόσα χρόνια να κάνει πραγματικές δηλώσεις αυτοκριτικής. Κι όταν παρουσιάζεται μια απόλυση λένε ότι δεν ήταν ανεντιμότητα ή ανηθικότητα αλλά υπηρεσιακή ανεπάρκεια. Ναι, υπάρχει πειθαρχική διαδικασία· αλλά μόνο όταν καθυστερούν αποφάσεις. Όταν κάνουν όμως απίστευτα λάθη, όπως π.χ. να ΜΗ βλέπουν έγγραφα κρίσιμα, σχετικά κλπ;
10. Η πρόταση για σώμα ενόρκων και κοινωνικές διαστάσεις της κρίσης
Σε υποθέσεις δημοσίου βάρους, όπως φορολογικές διαφορές που κρίνουν ποια κοινωνικά στρώματα θα πληρώσουν το βάρος κρίσιμων περιόδων, πρέπει να συμμετέχει σώμα ενόρκων ή πολίτες με αποτέλεσμα αντιπροσώπευσης (βλ. κανόνες για δίκαιη δίκη, άρθρο 6 ΕΣΔΑ). Η νομολογία του ΣτΕ, ιδίως στις αποφάσεις μετά το 2010, υπερχρέωσε τον έναν στους δύο Έλληνες, την ίδια ώρα που μια μειοψηφία είχε 300 δις στο εξωτερικό — και η κοινωνική αποδοχή της Δικαιοσύνης κατρακυλάει. Η δημοκρατική λογοδοσία απαιτεί ότι οι αποφάσεις που έχουν κατανεμητικό χαρακτήρα δεν μπορούν να μένουν αποκλειστικά στα χέρια ενός κλειστού σώματος ανεξέλεγκτων δικαστών.
11. Πολίτικες και ιδεολογικές διαφορές με την ιδεολογική διαστρωμάτωση των πολιτών.
Ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με την αντιπροσωπευτικότητα του δικαστικού σώματος είναι η εμφανής δυσαναλογία που παρατηρείται ανάμεσα στις ιδεολογικές τάσεις των δικαστών και σε εκείνες του κοινωνικού συνόλου.
Ενώ ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, υπολογιζόμενο τουλάχιστον σε 30-40%, αυτοπροσδιορίζεται ως πατριωτικό ή έντονα δεξιό, τέτοια ιδεολογική κατεύθυνση δεν φαίνεται να εκπροσωπείται στο εσωτερικό του δικαστικού κλάδου.
Ομοίως ένα ποσοστό αρκετά μεγαλύτερο ασπάζεται την άποψη του κοινωνικού κράτους, κάτι το όποιο επίσης δεν βλέπουμε να εκπροσωπείται.
Αντίθετα, το σώμα εμφανίζει μια σαφή ροπή προς πιο «προοδευτικές» θέσεις (στα κοινωνικά θέματα, όχι όμως στα οικονομικά), κάτι που δημιουργεί μια εγγενή απόσταση από τις ευρύτερες πεποιθήσεις της κοινωνίας.
Παρόμοιο φαινόμενο έχει παρατηρηθεί στο παρελθόν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν είχε καταγραφεί σχεδόν πλήρης κυριαρχία προοδευτικών ακαδημαϊκών στα πανεπιστήμια, με συνέπεια να κατηγορηθούν τα ιδρύματα αυτά ότι παράγουν ένα είδος μονομερούς προπαγάνδας και επιβάλλουν έναν στενό ιδεολογικό ορίζοντα στους φοιτητές τους.
Η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ ανέδειξε το ίδιο ακριβώς πρόβλημα εκεί και με τους δικαστές το οποίο εκτείνεται σε εναγκαλισμό τους με την ριζοσπαστική αριστερά. Θεωρητικά λοιπόν οι δικαστές είναι ακομμάτιστοι αλλά στην πράξη με τις αποφάσεις τους μια χαρά παράγουν πολιτικά αποτελέσματα. Το ζήτημα της δυσαναλογίας, λοιπόν, δεν είναι τυχαίο ή αποκομμένο, αλλά συνδέεται με βαθύτερες ανισορροπίες αντιπροσωπευτικότητας που πλήττουν τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον θεσμό και την κοινωνία.
Περαιτέρω, η υπερ-εκπροσώπηση των γυναικών στο δικαστικό σώμα έχει δημιουργήσει μια επιπρόσθετη απόκλιση, δεδομένου ότι σε ορισμένα κοινωνικά ζητήματα οι απόψεις τους διαφέρουν σημαντικά από εκείνες της ανδρικής πλειοψηφίας στην κοινωνία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιδιαίτερη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται πλέον τα αδικήματα που σχετίζονται με την κακομεταχείριση ζώων, καθώς πολλές αποφάσεις φανερώνουν μια σχεδόν υπερβολική ευαισθησία, οδηγώντας σε ποινές που δεν συμβαδίζουν με τις έως πρόσφατα κρατούσες πεποιθήσεις της ελληνικής παράδοσης.
Είναι γνωστό ότι, μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες, η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν απέδιδε στα ζώα ανθρώπινα χαρακτηριστικά ή ψυχή, ούτε θεωρούσε ότι οι παραβάτες σχετικών διατάξεων έπρεπε να τιμωρούνται τόσο αυστηρά. Επομένως, η σημερινή τάση του δικαστικού σώματος δεν αποκλίνει μόνο από την ευρύτερη κοινωνική βούληση αλλά και από την ίδια την ιστορική και πολιτισμική συνέχεια του τόπου.
12. Άλλοι λόγοι επηρεασμού της ισότητας των οπλών των διαδίκων.
Ένα δεύτερο μείζον ζήτημα αφορά τα δικαστικά έξοδα, τα οποία μέχρι και το 2010 υπολογίζονταν με έναν απλό και εύλογο τρόπο. Οι δικαστές, αξιοποιώντας την ευχέρεια που τους παρείχε ο νόμος, συνήθως είτε τα συμψηφίζανε είτε τα καθόριζαν σε χαμηλά επίπεδα, της τάξης των 200 ή 300 ευρώ, ακόμη και σε υποθέσεις μεγάλης οικονομικής αξίας. Έτσι, η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη ήταν εφικτή για όλους τους πολίτες, καθώς ακόμη και ο διάδικος που έχανε τη δίκη δεν αντιμετώπιζε δυσανάλογο οικονομικό βάρος. Με την εισαγωγή όμως των μνημονιακών ρυθμίσεων του 2010 επιχειρήθηκε αρχικά , με το πρόσχημα της αποσυμφόρησης των δικαστηρίων, να αποτραπεί η προσφυγή των πολιτών στη Δικαιοσύνη μέσω της επιβολής υψηλών παραβόλων και μιας δυσανάλογης φόρμουλας για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων των ηττημένων. Το αποτέλεσμα ήταν οι οικονομικά ισχυροί να εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να δικάζουν δεκάδες υποθέσεις τον χρόνο, ενώ οι μικρομεσαίοι πολίτες, που συχνά είχαν μόνο μία υπόθεση να φέρουν ενώπιον της Δικαιοσύνης σε όλη τους τη ζωή, ουσιαστικά αποθαρρύνονταν από το να διεκδικήσουν το δίκιο τους τόσο με τα υψηλα παράβολα αλλά και τυχόν απρόβλεπτα υψηλα δικαστικά έξοδα.
Η πρακτική αυτή εκφοβισμού μέσω υπέρογκων δικαστικών εξόδων δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα αλλά, αντιθέτως, αναδείχθηκε διεθνώς σε μέσο εκφοβισμού ή και εξόντωσης αντιπάλων, όπως συνέβη σε πολλές υποθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού.
Η μετατροπή των δικαστικών εξόδων σε «όπλο» δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας και αδικίας, καθώς αφήνει απροστάτευτους όσους βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι του Δημοσίου ή μεγάλων οικονομικών σχημάτων. Για τον λόγο αυτό, καθίσταται αναγκαία μια νομοθετική ρύθμιση που θα επιβάλει ανώτατο όριο στα δικαστικά έξοδα, ανεξάρτητα από τις επιμέρους κρίσεις των δικαστών, διασφαλίζοντας έτσι την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη χωρίς φόβο υπέρμετρης οικονομικής επιβάρυνσης. Παράλληλα, θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές ρήτρες προστασίας του αδύναμου διαδίκου, ώστε σε δίκες όπου ο πολίτης βρίσκεται απέναντι στο κράτος ή σε μια ισχυρή εταιρεία, να υπάρχει νομοθετικά κατοχυρωμένη πρόνοια που θα τον προφυλάσσει από εκδικητικές ή δυσανάλογες επιβαρύνσεις.
13. Συγκεκριμένες προτάσεις πολιτικής και νομικής μεταρρύθμισης
α) **Ανεξάρτητη αρχή ελέγχου κακοδικίας και διαφθοράς** (όχι η σημερινή αναφορά στον Άρειο Πάγο που αποδεικνύεται ανεπαρκής). Η αρχή αυτή πρέπει να έχει πρόσβαση στο πόθεν έσχες, αρμοδιότητα άμεσης διερεύνησης και δυνατότητα πρότασης αποπομπής/αναστολής. Οι διάδικοι θα πρέπει να μπορούν να αξιολογούν αρνητικά δικαστές που τυχόν προέβηκαν σε χονδροειδή σφάλματα. Σε έναν ορισμένο αριθμό αιτιολογημένων αναφορών, ο δικαστής θα πρέπει να περνά πειθαρχικό η και να απολύεται. Η κατάθεση αναφορών μπορεί να γίνεται σε ειδικό γραφείο των δικηγορικών συλλόγων.
β) **Υποχρεωτική επαγγελματική εμπειρία** πριν από την εισαγωγή στη Δικαιοσύνη (π.χ. 10 έτη άσκησης δικηγορίας ή σημαντική εμπειρία στον ιδιωτικό τομέα). Αυτό θα μειώσει την απόσταση κοινωνικής τριβής.
δ) **Ποσοστώσεις και ηλικιακά όρια** ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία φύλων και η ωριμότητα στη λήψη αποφάσεων (π.χ. πλαφόν 50%-50% και ελάχιστη ηλικία 40 ετών).
ε) **Συμμετοχή σώματος ενόρκων σε υποθέσεις δημόσιου βάρους και σε υποθέσεις που αφορούν διανομή κοινωνικών βαρών (φορολογικά, ασφαλιστικά). Υποχρεωτική η ποικίλη σύνθεση τους εξίσου από τον τομέα της αυτοαπασχολησης και των μισθωτών αλλά και γεωγραφικά (επαρχία – Αθήνα) για να καλύπτονται όλες οι βιοτικές διαφορές. Κατάργηση του αποξενωμένου κοινωνικά ΣΤΕ.
Η δικαστική εξουσία πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη μόνο από την εκτελεστική εξουσία. Αλλά η ανεξαρτησία χωρίς λογοδοσία οδηγεί σε ασυδοσία και αποξένωση από την κοινωνία.
Facebook Comments