Για τους γονείς που χάνουν τα παιδιά τους δεν υπάρχει λέξη. Καμία γλώσσα δεν έχει βρει ακόμη όρο να περιγράψει αυτό το κενό. Γι’ αυτό και σιωπώ μπροστά σε χαροκαμένους γονείς. Όμως άλλο η σιωπή μπροστά στον πόνο κι άλλο η αποδοχή της μετατροπής του σε πολιτικό κεφάλαιο.

Όταν είδα τη Μαρία Καρυστιανού στο κατάμεστο Σύνταγμα, στη συγκέντρωση για τα Τέμπη, να μοιράζει φιλιά σαν σταρ του σινεμά, με ξένισε. Όπως και ότι προσπαθούσε να κρύψει το χαμόγελό της αλλά δυσκολευόταν. Όχι γιατί δεν «δικαιούται» τη δημόσια παρουσία, αλλά γιατί η σκηνή έμοιαζε λιγότερο με μνήμη και περισσότερο με παράσταση. Ο πόνος είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει ρόλο.

Και τώρα κατέφθασε η (προ)αναγγελία κόμματος. Μεγάλες κουβέντες, αντισυστημικός μανδύας, πολιτική «χωρίς δεξιά και αριστερά», πολιτική «χωρίς πολιτικούς». Πρώτο κόμμα, με πρόσωπα συγκεκριμένα και γνωστά, με τον συνήγορό της σε ρόλο εκπροσώπου Τύπου, να ανοίγει συζητήσεις για δημοψηφίσματα για τη μοναρχία(!) και τη… μοιχεία. Νωρίτερα, βέβαια, η ίδια εκκίνησε την επαναφορά στον δημόσιο διάλογο ζητημάτων ήδη λυμένων εδώ και δεκαετίες: οι αμβλώσεις ως θέμα δημόσιας διαβούλευσης.

Αυτό δεν είναι αθώο. Δεν είναι «προσωπική άποψη». Είναι επικίνδυνο. Γιατί πλέον δεν μιλά μόνο ως χαροκαμένη μητέρα, αλλά ως πολιτικό πρόσωπο. Και είναι διπλά επικίνδυνο γιατί μιλά ως ιατρός, αμφισβητώντας κατακτήσεις που κερδήθηκαν με αγώνες άλλων γυναικών, πολύ πριν εκείνη ανέβει στο βήμα.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι μπήκε στην πολιτική. Το πρόβλημα είναι ότι το έκανε ενώ είχε δηλώσει πως δεν θα το κάνει. Ούτε καν «για να δικαιωθεί». Από το απυρόβλητο της Αγίας, εμφανίστηκε ένα πρόσωπο κυνικό, απολύτως πολιτικό. Και κάπως έτσι, δικαιώνονται όσοι από την αρχή μιλούσαν για πολιτική εκμετάλλευση των Τεμπών. Για το ότι κάποιοι πατούν –χωρίς ενδοιασμό– πάνω σε πτώματα για να ανελιχθούν πολιτικά.

H Μαρία Καρυστιανού / Φωτογραφία αρχείου Eurokinissi

Facebook Comments