Τί πρέπει να διεκδικήσει η Ελλάδα στις συζητήσεις για τη ρύθμιση του Χρέους

Σιάτρας Γιάννης

Τί πρέπει να διεκδικήσει η Ελλάδα στις συζητήσεις για τη ρύθμιση του Χρέους

Από πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Οικονομικών κ. Στουρνάρα, αλλά και από άλλους ανώτερους κυβερνητικούς παράγοντες, ή και βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας, διαφαίνεται ότι, στο ζήτημα της μείωσης του Δημοσίου χρέους, η διεκδίκηση της Ελλάδας θα περιοριστεί στη χρονική επιμήκυνσή του για μερικές δεκαετίες και στη μείωση των επιτοκίων.

 

Βασικά επιχειρήματα για τη στάση αυτή είναι ότι, α) αφ ενός μεν τα Συντάγματα των δανειστριών χωρών απαγορεύουν τη διαγραφή μέρους των δανείων τους προς την Ελλάδα και β) ότι, σε τελική ανάλυση, αυτό που έχει σημασία σε ένα χρέος είναι το κόστος εξυπηρέτησής του και όχι το απόλυτο ύψος του χρέους.

 

Τα επιχειρήματα αυτά είναι έωλα. Και επικίνδυνα για την πορεία της χώρας. Αφ ενός μεν ελέγχεται εάν όντως υπάρχει τέτοια διάταξη στα Συντάγματα των δανειστριών χωρών. Αφ ετέτου, πέραν από το κόστος εξυπηρέτησης, το ύψος του χρέους έχει τεράστια σημασία, πολύ δε περισσότερο όταν συζητιέται η επιμήκυνση για μερικές δεκαετίες, ή όταν το χρέος έχει τη δυσθεώρητη διάσταση που έχει σήμερα το Ελληνικό Δημόσιο χρέος.

 

Από την άλλη πλευρά, δε θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι, κατά τη διαχείριση της κρίσης της από τους Ευρωπαίους εταίρους, η Ελλάδα αδικήθηκε κατάφωρα. Οι πρωταγωνιστές της περιόδου εκείνης, ανοιχτά πλέον παραδέχονται (όπως έκανε ο κ. Όλι Ρεν πριν μερικές μόλις μέρες) ότι, οι χειρισμοί και οι αποφάσεις τους την άνοιξη του 2010, δεν αποσκοπούσαν στη διάσωση της Ελλάδας, αλλά των Ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες διακρατούσαν Ελληνικά ομόλογα συνολικής ονομαστικής αξίας άνω των € 200 δισεκατομμυρίων. Έχει αποδειχθεί (και το περιγράφω στο βιβλίο μου “Οι ζημιές μας, κέρδη τους – Η λεηλασία της Ελλάδας”, Εκδόσεις EuroCapital, 2013) ότι, λόγω των χειρισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ένα μεγάλο τμήμα του χρέους τελικά δεν “κουρεύτηκε” και μεταφέρθηκε στις Κυβερνήσεις και τις Κεντρικές Τράπεζες της Ευρωζώνης. Το χρέος αυτό έπρεπε να είχε “κουρευτεί” κατά το 2012. Το χρέος αυτό είναι που σήμερα βρίσκουμε μπροστά μας και καλούμαστε -για μία ακόμη φορά- να αντιμετωπίσουμε. Βεβαίως, σήμερα έχουμε -ως χώρα- χάσει όλα τα πλεονεκτήματα που είχαμε το 2010, όταν ξεκινούσε η κρίση.

 

Η διεκδίκηση από τους Ευρωπαίους εταίρους της -κατά το δυνατό- αποκατάστασης της βλάβης, θα ήταν μία δίκαιη απαίτηση. Εάν η Κυβέρνηση δεν έχει το θάρρος ή τη δυνατότητα να απαιτήσει τη διαγραφή τμήματος του χρέους (βέβαια, ο μόνιμα δανειζόμενος, ή αυτός που επί χρόνια φέρεται υποτακτικά στους δανειστές του, δύσκολα μπορεί να προβάλλει απαιτήσεις) και επιμένει να κινείται στη γραμμή της “χρονικής επιμήκυνσης και της μείωσης των επιτοκίων” θα πρέπει τουλάχιστον να προσέξει κάποια σημεία:

 

α) Τα ομόλογα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Πρόκειται για τα ομόλογα που αυθαίρετα (και κατά παράβαση του Καταστατικού της) ξεκίνησε να αγοράζει η ΕΚΤ από τις 10/5/2010 έως το Φεβρουάριο του 2012. Συνολικά αγόρασε ομόλογα ονομαστικής αξίας περίπου € 75 δισεκατομμυρίων, σε μία μέση τιμή μεταξύ του 70 και 73 (δηλαδή 70% ως 73% της ονομαστικής τους αξίας). Τα ομόλογα αυτά δεν “κουρεύτηκαν”, ενώ σήμερα αποπληρώνονται στην ΕΚΤ (η οποία στο μεταξύ τα έχει μεταβιβάσει στις Κεντρικές Τράπεζες του Ευρωσυστήματος) στο 100% της ονομαστικής τους αξίας! Τα ομόλογα αυτά φέρουν πανάκριβα επιτόκια (άνω του 5%) τα οποία επίσης αποπληρώνονται κανονικά. Κάθε χρόνο, η χώρα χάνει περίπου € 2,0 δισεκατομμύρια από την υπόθεση αυτή.

 

Η Ελλάδα μπορεί, δικαιούται και οφείλει να διεκδικήσει την ανταλλαγή των ομολόγων αυτών με νέα, που θα αντιπροσωπεύουν μόνον το κόστος αγοράς τους από την ΕΚΤ και τα οποία θα φέρουν μικρότερα επιτόκια (για παράδειγμα, το επιτόκιο euribor 12 μηνών ή το προεξοφλητικό επιτόκιο της ΕΚΤ) και θα είναι μακρύτερης λήξης.

Σήμερα, τα ομόλογα αυτά υπολογίζονται περίπου σε € 41 δισεκατομμύρια, από τα οποία, ομόλογα ύψους € 17,5 δισεκατομμυρίων λήγουν στη διετία 2014-2015.

 

β) Το κόστος ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών.

Η ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων “συστημικών” τραπεζών που έγινε την άνοιξη του 2013, στοίχισε περίπου € 25 δισεκατομμύρια ευρώ (δε συνυπολογίζονται κεφάλαια που είχαν δοθεί στις τράπεζες σε προγενέστερο χρόνο). Το ποσό αυτό επιβαρύνει σήμερα το Δημόσιο χρέος. Αντίθετα, ο χειρισμός της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών της Ισπανίας, έγινε με χρέωση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (EFSF). Η Ελλάδα, δικαιούται, οφείλει και μπορεί να ζητήσει να υπάρξει ο ίδιος χειρισμός, αν όχι για όλο το ποσό των € 50 που προβλέφθηκε ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανακεφαλαιοποίηση των Τραπεζών της, αλλά έστω για το ποσό των € 25 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς και το ποσό που ενδεχόμενα θα χρειαστεί για την επόμενη ανακεφαλαιοποίηση (εκτιμάται σε περίπου € 5 δισεκατομμύρια).

 

γ) Η επιμήκυνση της διάρκειας του χρέους για ένα διάστημα 25 έως 45 ετών.

Η αρχική διάρκεια του διακρατικού δανεισμού (όπως επίσης και του δανεισμού από το ΔΝΤ) είχε πενταετή διάρκεια. Με βάση μεταγενέστερες αποφάσεις του Συμβουλίου Κορυφής και του Eurogroup, τα δάνεια από τις Κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, επιμηκύνονταν φθάνοντας σε διάρκεια ακόμη και τα 15 χρόνια. Όμως, όπως είναι εύκολα κατανοητό, αυτό δεν έλυσε το πρόβλημα. Απλά το μετέθεσε χρονικά, εξυπηρετώντας με τον τρόπο αυτό πολιτικές σκοπιμότητες των Ευρωπαίων, αλλά και των Ελλήνων πολιτικών.

 

Η επιμήκυνση είναι η καλύτερη από τις “χειρότερες” λύσεις που μπορούν να υπάρξουν για το Ελληνικό χρέος. Είναι μία άδικη λύση. Και για την Ελλάδα γενικά, αλλά και για τις επόμενες γενιές των Ελλήνων, ειδικότερα. Η εξέλιξη αυτή “δένει” την Ελλάδα χειροπόδαρα και της αφαιρεί τη δυνατότητα άσκησης ανεξάρτητης πολιτικής. Με άλλα λόγια, την ξαναφέρνει σε εποχές παλαιές, όπου -με πρόσχημα τα χρέη- οι ξένοι απαιτούσαν να έχουν λόγο στις κύριες αποφάσεις της χώρας.

Στην περίπτωση που τελικά προκριθεί η λύση της επιμήκυνσης, αυτή θα πρέπει έχει διάστημα 25 έως 45 έτη και να προβλέπει τη διασπορά των λήξεων του χρέους μέσα σε διάστημα μίας 20ετίας. Το μέγεθος του χρέους είναι κολοσσιαίο και η προσπάθεια εξόφλησής του δε θα πρέπει να αποτελέσει το αίτιο για την εκδήλωση ενός νέου κύκλου υπερχρέωσης της χώρας.

 

δ) Μείωση του επιτοκίου του χρέους – Θέσπιση “ρήτρας ΑΕΠ”

Σήμερα, με βάση την απόφαση του Eurogroup της 21/2/2012, για το χρέος της προς τις χώρες της Ευρωζώνης, η Ελλάδα χρεώνεται με επιτόκιο “euribor” πλέον 1,50%. Το επιτόκιο “euribor” βρίσκεται σήμερα σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα (βρίσκεται στο 0,30%, ενώ κατά τη διάρκεια της “Ελληνικής κρίσης” κυμάνθηκε από 0,19% έως 1,61%). Η Ελλάδα θα πρέπει να διεκδικήσει την περαιτέρω μείωση του επιτοκίου που καταβάλλει. Στις παρούσες συνθήκες ύφεσης, η χώρα δεν αντέχει να πληρώνει τόκους που φθάνουν στα € 7 δισεκατομμύρια (αυτό είναι περίπου το ποσό που καταβάλλει σήμερα), καθώς αυτό αποτελεί το 4% του ΑΕΠ της. Εάν η χώρα κατορθώσει να μειώσει τις δαπάνες των τόκων περίπου στο μισό, ο Προϋπολογισμός (και μαζί του και η κοινωνία) θα πάρουν μία μεγάλη ανάσα.

 

Θα ήταν λογικό, αφού θα απέτρεπε την είσοδο της χώρας σε νέες περιπέτειες, εάν η Κυβέρνηση διεκδικούσε τη θέσπιση μίας “ρήτρας ΑΕΠ” στους τόκους εξυπηρέτησης του χρέους που θα κατέβαλε ανά έτος.

Αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει μέσω μίας συμφωνίας με τους δανειστές ότι, κατά τη διάρκεια ζωής του -συγκεκριμένου- χρέους, η χώρα θα πληρώνει τόκους για την εξυπηρέτησή του που θα φθάνουν ως ένα συγκεκριμένο όριο, ως ποσοστό του ΑΕΠ. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό θα φθάνει μεταξύ του 2,0% και του 2,5% του ΑΕΠ. Με βάση το σύνολο του χρέους, το ποσοστό αυτό θα βαίνει μειούμενο, αναλογικά με το βαθμό εξόφλησης του χρέους ή και με την άνοδο του ΑΕΠ, όπως αυτά θα αρχίσουν να συμβαίνουν στο απώτερο μέλλον.

 

Σημειώνεται ότι στα χρόνια εκδήλωσης της κρίσης, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους για την Ελλάδα ξεπερνούσε ακόμη και τα επίπεδα του 7% του ΑΕΠ).

 

Μία ρήτρα αυτού του είδους θα είχε προφανή οφέλη, αφού θα διατηρούσε τη δαπάνη των τόκων, σε ένα ελεγχόμενο επίπεδο, γεγονός το οποίο θα αποτελούσε έναν σταθεροποιητικό παράδειγμα στις προσπάθειες δημοσιονομικού σχεδιασμού τις οποίες θα πρέπει να κάνει η χώρα κατά τα επόμενα χρόνια.

Βεβαίως, μία τέτοια συμφωνία κατά την εφαρμογή της έχει αρκετές λεπτομέρειες οι οποίες δεν είναι σκόπιμο να αναφερθούν στο παρόν άρθρο.

 

ε) Η θέσπιση “ρήτρας αποπληθωρισμού”.

Η λύση της επιμήκυνσης του χρέους, πέραν από την κοινωνική κοινωνική αδικία που επισύρει, ή την αδικία προς την Ελλάδα, είναι και οικονομικά επικίνδυνη.

 

Ένα διάστημα 30 ή 40 ή ακόμη και 50 ετών, είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο διάστημα, στο οποίο πολλά μπορούν να συμβούν. Η χώρα, θα πρέπει να πετύχει την εξασφάλισή της από τους κινδύνους που μπορεί να κρύβει το μέλλον. Και αυτό μπορεί να γίνει με δύο τρόπους:

 

Πρώτον, τη θέσπιση της “ρήτρας αποπληθωρισμού”. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθούμε, σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού, κατά τη διάρκεια του χρόνου, μειώνεται η αξία και το “βάρος” ενός χρέους. Αντίθετα, σε περιβάλλον αποπληθωρισμού (πτωτική πορεία των τιμών), η αξία ενός χρέους αυξάνεται και το ίδιο κάνει και το “βάρος” που αυτό συνεπάγεται. Καθώς στα χρόνια αυτά σημειώνεται μία πρωτόγνωρη μεταβολή των δεδομένων της παγκόσμιας οικονομίας (εξέλιξη που συνδέεται με την άνοδο των αναπτυσσόμενων οικονομιών και τη μετατόπιση του “κέντρου βάρους” της διεθνούς οικονομίες προς άλλες περιοχές της γης), η εμφάνιση μίας παρατεταμένης ύφεσης και κυρίως, η εμφάνιση -και διατήρηση για αρκετά χρόνια- ενός περιβάλλοντος αποπληθωρισμού, δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να αποκλεισθεί. Ή, στο κάτω-κάτω, δεν έχουν δικαίωμα να αποκλείσουν μία τέτοια περίπτωση, αυτοί που σήμερα χαράσσουν πολιτική.

 

Μία “ρήτρα αποπληθωρισμού” θα μπορούσε να προβλέπει ότι, η ονομαστική αξία του χρέους θα μειώνεται, στην περίπτωση εμφάνισης μίας παρατεταμένης ύφεσης η οποία θα οδηγούσε τις τιμές προς τα κάτω. (Σημείωση: Μία “ρήτρα αποπληθωρισμού” είναι κάτι ασυνήθιστο στη διεθνή χρηματοοικονομική, αφού μέχρι πρόσφατα, ο αποπληθωρισμός -αντίθετα με τον πληθωρισμό- σπάνια είχε αποτελέσει πρόβλημα στη διεθνή κοινότητα.)

 

στ) Προσδιορισμός μόνιμων λύσεων, μέσα από ένα περιβάλλον “οικονομικής ένωσης” της Ε.Ε.

Καθώς οι ηγέτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά και από την εμπειρία της κρίσης των χωρών του νότου, αντιλήφθηκαν ότι η ασταθής λειτουργία της Ευρωζώνης μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη συνολική διαδικασία ολοκλήρωσης -ή ακόμη και την ύπαρξη- της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφάσισαν να επιταχύνουν τη διαδικασία της μετεξέλιξής της.

 

Έτσι, σχεδιάστηκε ένας “οδικός χάρτης” με βάση τον οποίο μέσα σε διάστημα 5 ετών, από το Δεκέμβριο του 2012, θα έχουν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες διαδικασίες για την επίτευξη μίας “πραγματικής”, όπως την αποκαλεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οικονομικής και νομισματικής ένωσης, η οποία θα αποτελέσει την απαραίτητη προϋπόθεση για την τελική δημιουργία μίας “πολιτικής ένωσης” (Ευρωπαϊκή Επιτροπή: “A blueprint for a deep and genuine Economic and Monetary Union – Launching a European Debate”, Βρυξέλλες, 30 Νοεμβρίου 2012). Στα πλαίσια αυτών των προσπαθειών, πρόσφατα έγιναν σημαντικά βήματα για την επίτευξη της “τραπεζικής ένωσης”, η οποία συνιστά έναν από τους βασικούς “πυλώνες” της “οικονομικής ένωσης”.

 

Δυστυχώς, η Ελλάδα δείχνει να μη συμμετέχει στο διάλογο αυτόν. Καμία συζήτηση δε γίνεται για τα ζητήματα αυτά στην ελληνική κοινωνία! Και όμως, η πραγματική και μόνιμη λύση του δημοσιονομικού προβλήματος (όπως και άλλων προβλημάτων) της χώρας, βρίσκεται στο αποτέλεσμα που θα δημιουργεί μέσα από τις διαδικασίες διαλόγου που πραγματοποιείται αυτή την περίοδο. Εκεί, σ αυτές τις σχεδιαζόμενες διαδικασίες, θα πρέπει να επικεντρωθεί η Ελληνική Κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και γενικότερα, όλοι οι θεσμικοί παράγοντες της ελληνικής κοινωνίας.

 

Το μέλλον της χώρας δεν προοιωνίζεται καθόλου εύκολο. Τα λάθη του παρελθόντος συντέλεσαν καθοριστικά σ αυτό. Κατά τους επόμενους μήνες, η χώρα έχει μία ευκαιρία να διορθώσει -κατά ένα μέρος- μερικά από τα λάθη αυτά και να περιορίσει τις αρνητικές τους συνέπειες.

 

Όμως, για να επιτευχθεί αυτό, η Κυβέρνηση της χώρας θα πρέπει να δείξει τόλμη, αποφασιστικότητα και διεκδικητικότητα, στοιχεία που δυστυχώς, δεν έδειξε έως σήμερα. Στις συζητήσεις για το ζήτημα του Εθνικού χρέους, οι εκπρόσωποι της χώρας θα πρέπει να συμμετάσχουν μετά από έναν μεγάλο και ευρύ διάλογο, μετά από μία καλή προετοιμασία και κυρίως, μετά από μία ευρύτερη πολιτική συμφωνία.