'

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Καψή Μάρω

Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Παραμονή Χριστουγέννων του 2014. Η δυνατή βροχή σχηματίζει ποτάμια νερού και λάσπης στους δρόμους. Ο Εβενέζης Εσκρούνδιος σκουντάει με την ομπρέλα του ένα ξαπλωμένο σώμα στο πεζοδρόμιο. «Βρωμιάρηδες, λαθρομετανάστες!» μουρμουράει και βγάζει γρήγορα το κλειδί του γραφείου από την τσέπη του. Μπαίνει γρήγορα, κοιτώντας καχύποπτα γύρω του μήπως τον ακολουθεί κανείς. Οι δυο υπάλληλοι που έχουν μείνει στην εταιρεία, από τους πενήντα και βάλε που είχε κάποτε, δεν σηκώνουν καν τα μάτια τους από την οθόνη του υπολογιστή. Το βλέμμα του Εσκρούνδιου καρφώνεται στον δείκτη του χρηματιστηρίου που τρεμοπαίζει γύρω από τις 800 μονάδες. «Καταραμένη ύφεση!». Οι υπάλληλοι τινάζονται απότομα, σαν να ξυπνούν από λήθαργο. «Χρόνια πολλά κύριε διευθυντά!» προλαβαίνουν να ψελλίσουν. «Αν είναι τέτοια, κακόχρονο να΄ χουμε!» τους πετάει και τους γυρίζει την πλάτη μπαίνοντας στο γραφείο του.

Πιάνει στα χέρια του την εφημερίδα. «Μαύρες κακές και άραχνες οι ειδήσεις και σήμερα» μονολογεί. Η Βουλή δεν εξέλεξε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στην δεύτερη ψηφοφορία. Αβεβαιότητα, κινδυνολογία. Θα γίνουν εκλογές; Θα βγει ο ΣΥΡΙΖΑ; Θα φύγει η Ελλάδα από την Ευρωζώνη; Πέφτει το ρούβλι και η Ρωσία στα κόκκινα. Οι Γερμανοί σφίγγουν τα λουριά και απειλούν ότι λεφτά τέλος. Προμηνύεται μαύρη η επόμενη χρονιά για τα δημοσιονομικά και την οικονομία της χώρας. Μόνο φόροι κι άλλοι φόροι προβλέπονται. Ανάπτυξη πουθενά, ρευστό ούτε για δείγμα. Σβήνουν ή φεύγουν από τη χώρα και οι πιο υγιείς επιχειρήσεις… Τις σκέψεις του Εσκρούνδιου διακόπτει το διακριτικό χτύπημα του Γιάννη, του υπαλλήλου του, στην πόρτα.

«Με συγχωρείτε, κύριε διευθυντά…» ψελλίζει διστακτικά ο Γιάννης. «Ξέρετε, παραμονή Χριστουγέννων σήμερα και λέγαμε με τον Γιώργο μήπως…» «Δεν φαντάζομαι να θέλετε να πληρωθείτε!» του το ξέκοψε ο Εσκρούνδιος. «Όπως ξέρεις το ταμείο είναι άδειο. Αφού δεν καταφέρατε να κάνετε είσπραξη, ούτε τα χρωστούμενα από τους πελάτες, μην περιμένετε να τα βάλω από την τσέπη μου!». «Καταλαβαίνω, κύριε, αλλά λέγαμε μήπως μπορούμε να φύγουμε λίγο νωρίτερα σήμερα, μπας και φτάσουμε σπίτια μας κάποια λογική ώρα». «Και τι θα κάνετε στο σπίτι σας;» αντιγύρισε ο Εσκρούνδιος; «Φοβάστε μην κρυώσει το φαγητό; Πάλι πέρδικα φουαγκρά θα φάτε;» χασκογέλασε. «Μάλλον για γλάρο το βλέπω.»

Ο υπάλληλος κατέβασε τα μάτια και έσφιξε κρυφά τις γροθιές, συγκρατώντας την απάντηση που ήθελε να δώσει. Αντί γι αυτό, απάντησε ήρεμα «Ξέρετε, η σύζυγός μου βγήκε από το νοσοκομείο μαζί με τον μικρό. Είπαν ότι δεν μπορούν να τον κρατήσουν άλλο, αφού είμαστε ανασφάλιστοι και έτσι και αλλιώς δεν μπορούν να κάνουν πια πολλά πράγματα με τα φάρμακα, αν δεν κάνει εκείνη την επέμβαση…» «Ναι, ναι, ξέρω» τον έκοψε ο Εσκρούνδιος. «Καλά… αν είναι έτσι, μπορείτε να φύγετε μισή ώρα νωρίτερα.» Ο υπάλληλος έφυγε σκυφτός, αφού πρώτα ψέλλισε μισό «ευχαριστώ» και «Καλά Χριστούγεννα».

Απορροφημένος από τους λογαριασμούς του ο Εσκρούνδιος, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε η ώρα. Υπολόγιζε τι χρωστάει στην εφορία, στην τράπεζα, στα ασφαλιστικά ταμεία. Ανηφορική ζαλάδα. Από την άλλη οι πωλήσεις ανύπαρκτες, το ίδιο και τα έσοδα. Κατηφορική ζαλάδα. Ξαφνικά ακούει ένα ζωηρό χτύπημα στην πόρτα. Οι υπάλληλοι είχαν φύγει. «Κάτι θα ξέχασαν, φαίνεται» σκέφτηκε και πήγε ν’ ανοίξει. Κοίταξε πρώτα από το ματάκι της πόρτας, μην είναι τίποτα ληστές και βλέπει μια κοπέλα. Ανοίγει την πόρτα ίσα-ίσα, όσο για να ρωτήσει απότομα «Τι θέλετε;». Η κοπέλα του χαμογελά. Όμορφη, ξανθιά. «Εσάς θα ήθελα, κύριε Εσκρούνδιε». Καθώς ο Εσκρούνδιος αναρωτιέται ποια μπορεί να είναι, η κοπέλα σπρώχνει ελαφρά την πόρτα. «Μου επιτρέπετε;» του λέει με γλυκιά φωνή και το ίδιο χαμόγελο. «Πε… περάστε» της λέει και της δείχνει μια πολυθρόνα. «Ευχαριστώ, δεν θα καθίσω. Ήρθα για να σας πάρω». «Να με πάρετε;» την ρωτά με έκπληξη ο Εσκρούνδιος. «Να πάμε πού;». «Θα σας πάω ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο, σε κάποια άλλα Χριστούγεννα» του είπε το πνεύμα και τον τύλιξε σε ένα λευκό σύννεφο.

Παραμονή Χριστουγέννων του 2009. Το γραφείο γεμάτο κόσμο, υπαλλήλους που εύχονται ο ένας στον άλλο «Καλές Γιορτές» και ανταλλάσσουν μικροδώρα. Κούριερ φέρνουν καλάθια με ποτά από πελάτες και προμηθευτές. Ο λογιστής κάνει απογραφή. «Όλα καλά για την ώρα» σκέφτεται. «Αλλά κάποιοι πελάτες έχουν αρχίσει να καθυστερούν συστηματικά τις πληρωμές τους. Πιο πολύ ανησυχώ για το δημόσιο, έχει ξεφύγει από την συνηθισμένη καθυστέρηση πληρωμών. Ίσως προσπαθούν να «σπρώξουν» λίγο τις δαπάνες στον επόμενο προϋπολογισμό. Ελπίζω να μας εξοφλήσουν με τον καινούριο χρόνο, αλλιώς θα έχουμε πρόβλημα. Οι τράπεζες βέβαια δεν περιμένουν, αν και ο δανεισμός μας δεν είναι υψηλός σε σχέση με τα ίδια κεφάλαια». Τη στιγμή που τα σκέφτεται αυτά, μπαίνει μέσα ο Διευθυντής φορτωμένος κουτιά με γλυκά. «Κεραστείτε!» φωνάζει. «Το Υπουργείο μας κατακύρωσε τον διαγωνισμό!». Παλαμάκια και σφυρίγματα ακολουθούν την ανακοίνωση. «Μεγάλη προμήθεια αυτή, θα εξασφαλίσει τα πάγια έξοδα όλης της χρονιάς» λέει ο Εσκρούνδιος στον λογιστή που γνέφει συμφωνώντας. «Αρκεί να εισπράξουμε στην ώρα μας» σκέφτεται ο λογιστής, αλλά από μέσα του, για να μην χαλάσει την γιορτινή ατμόσφαιρα.

Το τηλέφωνο χτυπάει και το σηκώνει ο Γιάννης. Στην άλλη άκρη της γραμμής είναι η γυναίκα του που τον ενημερώνει ασθμαίνοντας ότι είναι καθ΄οδόν για το μαιευτήριο. «Το μωρό έρχεται λίγο πρόωρα» του λέει. Ο Γιάννης αρπάζει το σακάκι και την τσάντα του και φεύγει τρέχοντας, καθώς οι συνάδελφοι και ο Διευθυντής του εύχονται «καλά γεννητούρια».

Ο Εσκρούνδιος ανοίγει τα μάτια του, χαμογελώντας ακόμα. Κοιτά γύρω του, το θεοσκότεινο γραφείο. Συνειδητοποιεί ότι έβλεπε όνειρο, αλλά είναι βέβαιος ότι όλα αυτά συνέβησαν στ’ αλήθεια. Κάποτε. Ανασηκώνεται λίγο στην φθαρμένη δερμάτινη πολυθρόνα του, που τρίζει. Έξω, στο δρόμο, απόλυτη ησυχία. «Τι ώρα να είναι;» αναρωτήθηκε. «Είναι δώδεκα παρά πέντε, παραμονή Χριστουγέννων του 2019» του απαντά μια ανδρική φωνή, σκληρή και κρύα σαν ατσάλι, μέσα από το σκοτάδι. Ο Εσκρούνδιος πετάγεται τρομαγμένος. «Ποιος μίλησε;» «Το μέλλον» του απαντά ο άνδρας καθώς βγαίνει από τη σκιά που τον κάλυπτε. Φορά κουστούμι ατσαλάκωτο, αλλά με μια δεύτερη ματιά ο Εσκρούνδιος βλέπει ότι το σακάκι είναι παλιομοδίτικο και φθαρμένο στους αγκώνες. «Τι θέλεις;» τον ρωτά ο Εσκρούνδιος. «Θέλω να σου δείξω κάτι» του απαντά το πνεύμα και τον οδηγεί προς το παράθυρο. «Τι βλέπεις εκεί έξω;» τον ρωτά. «Τίποτα» απαντά μουδιασμένος ο Εσκρούνδιος. «Βλέπεις καταστήματα; Κόσμο;». «Βλέπω τα καταστήματα κλειστά, άδεια, σπασμένες βιτρίνες και κόσμο πουθενά». «Πού είναι οι υπάλληλοί σου;» τον ρωτά ο άντρας. Ο Εσκρούνδιος κοιτά από το ενδιάμεσο τζάμι του γραφείου του, προς την άδεια αίθουσα. Μερικά μισοσπασμένα γραφεία, χωρίς υπολογιστές, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς καν καρέκλες. Αυτό έχει μείνει από την άλλοτε κραταιά επιχείρησή του. Τα υπόλοιπα τα πήρε η τράπεζα, στην τελευταία κατάσχεση. Αμυδρά θυμάται πώς απέλυσε και τους τελευταίους υπαλλήλους, αφού δεν μπορούσε πια να τους πληρώσει, τους είχε ανασφάλιστους  και τους χρωστούσε ένα σωρό μισθούς. Θυμάται τον ένα χρόνο που έκανε στη φυλακή για χρέη προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Ευτυχώς ήταν μόνο ένας χρόνος, γιατί το δικαστήριο συνυπολόγισε αυτά που του χρωστούσε το δημόσιο, ακόμα και μετά το πέμπτο διαδοχικό «κούρεμα» στις οφειλές του προς τους ιδιώτες προμηθευτές. Θυμάται την κηδεία του παιδιού του Γιάννη, καθώς η ασθενική εκ γενετής καρδούλα του δεν άντεξε. Κι όμως, αν είχαν χρήματα να κάνουν εκείνη την επέμβαση, ίσως και να σωζόταν. Αλλά ποιος γιατρός να χειρουργήσει χωρίς να πληρωθεί και ποιο νοσοκομείο να τους περιθάλψει χωρίς ασφάλιση, χωρίς υλικά, χωρίς φάρμακα; 

Ο Εσκρούνδιος ακούμπησε τους αγκώνες πάνω στο γραφείο του, που ήταν πλέον ένα παλιό τραπέζι κουζίνας που μάζεψε από τα σκουπίδια και στήριξε με τις παλάμες το κεφάλι του που πονούσε από τις αναμνήσεις. «Όλα χάθηκαν» μονολόγησε. «Δεν μπορώ πια να κάνω τίποτα». «Ίσως και να μπορείς» του απάντησε το πνεύμα. Ο Εσκρούνδιος είχε ξεχάσει την παρουσία του, απορροφημένος καθώς ήταν στις σκέψεις του. «Πες μου τι να κάνω για να τα διορθώσω όλα αυτά και θα το κάνω» ικέτεψε το πνεύμα.

«Πάμε πιο πίσω. Πολύ πιο πίσω.» του λέει το πνεύμα και τον βουτάει από το χέρι. Ο Εσκρούνδιος νιώθει να φεύγει το πάτωμα κάτω από τα πόδια του και αρχίζει να πέφτει, σαν να βρίσκεται σε ένα τεράστιο χωνί. Το πνεύμα τον κρατά σφιχτά από το χέρι όσο πέφτουν και στροβιλίζονται. Προσγειώνονται πάνω σε κάτι σκληρό, σαν μάρμαρο. Βρίσκονται σε μια τεράστια πλατεία, που μοιάζει με την Πλατεία Συντάγματος. Γύρω τους συγκεντρωμένος κόσμος πολύς, κρατά σημαίες, πράσινες, μπλε, κόκκινες. Από τα μεγάφωνα ακούγεται εκκωφαντική μουσική και κάθε τόσο μια φωνή δίνει το σύνθημα «Ήρθε η ώρα της Αλλαγής». Η μουσική χαμηλώνει και μέσα από χρωματιστούς καπνούς ο Εσκρούνδιος διακρίνει τη σιλουέτα ενός ηγέτη στην ψηλή εξέδρα, να μιλά με ένταση και ρυθμό, αλλά κανείς δεν ακούει καθαρά τα λόγια του. Μόνο κάθε τόσο οι σημαίες γύρω του κυματίζουν, αλλά δεν φαίνονται τα πρόσωπα των ανθρώπων που τις κουνούν. Μέσα στη φασαρία ξεχωρίζει μερικές λέξεις του ηγέτη: «ΕΟΚ», «αγρότες», «κονδύλια», «επιδοτήσεις», «επίδομα», «σύνταξη», «προσλήψεις»… Μια ιαχή ακούγεται από το πλήθος που δονείται στο άκουσμα κάθε λέξης και επαναλαμβάνει την τελευταία φράση του ηγέτη: «Δως τα όλα»!

Ο Εσκρούνδιος νιώθει τον ιδρώτα του να στάζει. Βάζει το χέρι στην τσέπη για να βρει το μαντήλι του. Αγγίζει κάτι χάρτινο και κάτι σκληρό. Βγάζει από την τσέπη του ένα αεροπορικό εισιτήριο και ένα διαβατήριο. Και τα δύο έχουν πάνω το όνομά του.