Πώς η αυτοδυναμία της ΝΔ ανοίγει την ’πόρτα’ των αναβαθμίσεων της ελληνικής οικονομίας

Κούρταλη Ελευθερία

Πώς η αυτοδυναμία της ΝΔ ανοίγει την

Η αγορά των ελληνικών ομολόγων συμπεριφέρεται όχι σαν μία αγορά μη επενδυτικής βαθμίδας αλλά αντίθετα σαν μία αγορά η οποία βρίσκεται στο ραντάρ των επενδυτών, όχι για κερδοσκοπικούς λόγους, αλλά για λόγους που έχουν να κάνουν με τις προοπτικές της χώρας.

Το γεγονός ότι οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων έχουν καταγράψει τη μεγαλύτερη πτώση από το χρέος οποιασδήποτε άλλης χώρας στην ευρωζώνη φέτος, με το spread ανάμεσα στην απόδοση του ελληνικού 10ετούς και του γερμανικού Βund να έχει συρρικνωθεί κατά 155 μονάδες βάσης, ενώ το spread της Ιταλίας έναντι της Γερμανίας να έχει μειωθεί μόνο κατά 36 μονάδες βάσης, δείχνει πως οι ξένοι επενδυτές βλέπουν ξεκάθαρα με άλλο «μάτι» την Ελλάδα. Ακόμη πιο σημαντικό είναι πως το ελληνικό spread (έναντι της Γερμανίας) έχει υποχωρήσει κατά 75 μ.β από την ημέρα των ευρωεκλογών του Μαΐου και της προκήρυξης πρόωρων εκλογών και βρίσκεται πλέον στις 275 μ.β που είναι τα χαμηλότερα επίπεδα από τον Μάρτιο του 2010, πριν δηλαδή χτυπήσει η Ελλάδα την πόρτα του ΔΝΤ και επιβιβαστεί στο τρένο των μνημονίων.

Μπορεί η βελτίωση των ομολόγων να μην οφείλεται μόνο σε εσωτερικούς παράγοντες  – τις θετικές δηλαδή για την αγορά πολιτικές εξελίξεις με την έλευση μιας ισχυρής κυβέρνησης φιλικής προς την ανάπτυξη - αλλά και σε εξωτερικούς παράγοντες, καθώς το διεθνές κλίμα είναι ευνοϊκό. Οι ανησυχίες για την οικονομική ανάπτυξη και τις εμπορικές διαμάχες, σε συνδυασμό με τις προσδοκίες για περαιτέρω χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ αλλά και το «σήμα» από την Fed για «στοπ» στις αυξήσεις επιτοκίων, έχουν οδηγήσει τις αποδόσεις των ομολόγων του πυρήνα σε πολυετή ή και ιστορικά χαμηλά. Επιπλέον, οι αποδόσεις των ομολόγων μεγάλων οικονομιών κινούνται σε αρνητικά επίπεδα, όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, ακόμη και η Γαλλία την περασμένη εβδομάδα, και έτσι το «κυνήγι αποδόσεων» πολλών funds τα οδηγεί στα ομόλογα χωρών με υψηλότερα επιτόκια. Σε αυτές ανήκει και η Ελλάδα.

Όλα τα παραπάνω επίσης δείχνουν το εξής πολύ σημαντικό για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Ότι οι αγορές ουσιαστικά προεξοφλούν τις αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και έχουν αφήσει πίσω τους τις ανησυχίες που είχαν δημιουργήσει οι προεκλογικές παροχές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες και στην κάλπη… έπεσαν στο κενό. Εάν οι οίκοι κινηθούν όπως αποτιμούν οι αγορές και επισπεύσουν τις αναβαθμίσεις της Ελλάδας, η κατηγορία της επενδυτικής βαθμίδας, η οποία στην παρούσα φάση παραμένει  μακριά,  έρχεται όλο και πιο κοντά.

Αξίζει να σημειωθεί πως οι επόμενες αξιολογήσεις που έχουν οριστεί από τους τέσσερις μεγάλους οίκους είναι στις 2 Αυγούστου από Fitch, στις 23 Αυγούστου από Moodys, στις 25 Οκτωβρίου από S&P και την 1η Νοεμβρίου από τον καναδικό οίκο DBRS. Ωστόσο πάντα υπάρχει η πιθανότητα επίσπευσης μίας αξιολόγησης εάν το "επιβάλουν" οι εξελίξεις.

Υπενθυμίζεται πως Moodys είχε υπογραμμίσει πως το αξιόχρεο της χώρας θα μπορούσε να αναβαθμιστεί αν μια ισχυρά προσηλωμένη σε μεταρρυθμίσεις κυβέρνηση προκύψει από τις επόμενες εκλογές και εφαρμόσει μια ξεκάθαρη και αξιόπιστη ατζέντα για ακόμη περισσότερες φιλικές προς την ανάπτυξη πολιτικές.

Από την πλευρά της η S&P είχε επισημάνει πως οι γενικές εκλογές της Ελλάδας θα είναι καθοριστικές για τη βελτίωση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Κατά τα επόμενα τρία χρόνια, η S&P εκτιμά ότι η ανάπτυξη του πραγματικού ΑΕΠ της Ελλάδας θα κινηθεί στο 2,4%, ωστόσο, όπως τονίζει, "βλέπει" δυνατότητες για ισχυρότερα αποτελέσματα εάν η κυβέρνηση κάνει περισσότερα σε ό,τι αφορά τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ώστε να προσελκύσει ισχυρότερες εισροές από επενδύσεις από το εξωτερικό. Το θετικό outlook που δίνει η S&P στη χώρα, όπως είχε σημειώσει, σημαίνει ότι είναι πιθανή μια αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, εάν ενισχυθεί περαιτέρω η οικονομική της ανάκαμψη. Αυτό θα μπορούσε να προκύψει από στοιχεία που θα επιβεβαίωναν πειστικά την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση μέσω περαιτέρω οικονομικών μεταρρυθμίσεων, που θα ενίσχυαν τη δυναμική της ανάπτυξης, ενώ άλλο πιθανό εφαλτήριο για αναβάθμιση θα ήταν μια σημαντική μείωση των NPEs του τραπεζικού συστήματος, καθώς και η άρση του συνόλου των κεφαλαιακών ελέγχων.

Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας που πλέον είναι ορατή, θα βάλει την Ελλάδα στο ραντάρ μίας άλλης κατηγορίας funds τα οποία επενδύουν σε αγορές ανάλογης πιστοληπτικής ικανότητας και έχουν περιορισμούς στο να επενδύουν σε οποιεσδήποτε άλλες αγορές. Αυτά είναι μεγάλα μακροπρόθεσμα funds τα οποία θα μεγαλώσουν την επενδυτική βάση της Ελλάδας και θα αναβαθμίσουν την ποιότητά της. Ωστόσο η επενδυτική βαθμίδα οδηγεί και κάτι άλλο πολύ σημαντικό το οποίο θα μειώσει το κόστος δανεισμού, εκτός από τους Ελληνικού Δημοσίου, και αυτού των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Θα αποτελέσει το εισιτήριο της Ελλάδας για την ένταξη σε εάν πιθανό νέο QE της ΕΚΤ, το οποίο πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και φέτος. Και αν δεν μπορέσει η Ελλάδα να επιβιβαστεί αμέσως, θα μπορέσει να το κάνει κάποια στιγμή στην πορεία του προγράμματος. Και στην περίπτωση που δεν υπάρξει νέο QE όμως, τα ελληνικά ομόλογα θα μπορέσουν να ενταχθούν στην περίοδο επανεπενδύσεων που έχει ξεκινήσει η ΕΚΤ αμέσως μετά το τέλος του προηγουμένου QE.

Όλα αυτά θα αποτελέσουν εξαιρετικά νέα για τις προοπτικές της Ελλάδας. Θυμίζουμε πως το QE ήταν αυτό που αρχικά ο ΣΥΡΙΖΑ όλο έλεγε ότι θα μπούμε από…. «αύριο» και όταν τελικά δεν μπήκαμε ποτέ δήλωσε ότι μας είναι… αχρείαστο. Είναι αυτό που θα συμμετείχε η Ελλάδα οποιαδήποτε στιγμή ξεκινούσε και πάλι (ακόμη και πέρσι που ίσχυε ακόμη)  χωρίς τα ομόλογά μας να έχουν καν επενδυτική βαθμίδα, αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επέλεγε την καθαρή (και καλά) έξοδο αλλά την πιστοληπτική γραμμή. Ευτυχώς λοιπόν που φεύγουν γιατί αρκετά έχουν βλάψει την ελληνική οικονομία από τις λάθος (ψηφοθηρικές) πολιτικές τους…