Ένα τελεσίγραφο χωρίς αντίκρισμα

Καθημερινή

Ένα τελεσίγραφο χωρίς αντίκρισμα

Στις 7.30 το βράδυ στις 28 Μαΐου του 2015, στο περιθώριο της συνόδου των υπουργών Οικονομικών του G7, γίνεται μια μυστική συνάντηση που θα αποδειχθεί καθοριστική για την έκβαση της ατέρμονης ελληνικής διαπραγμάτευσης. Συμμετέχουν οι υπουργοί Οικονομικών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ, ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ και ο Πιερ Μοσκοβισί, επίτροπος Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων της Ε.Ε. Πρόκειται (με απόντα τον Ισπανό υπουργό) για το Washington Group, που λειτουργεί από το 2011 ως άτυπο διευθυντήριο διαχείρισης της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.

Η κρίση αυτή, με επίκεντρο για μία ακόμα φορά την Ελλάδα, οδεύει προς την πιο επικίνδυνη κορύφωσή της. Με 33 ημέρες να μένουν έως την εκπνοή της παράτασης του ελληνικού προγράμματος και τις αμερικανικές πιέσεις να κορυφώνονται, λαμβάνεται στη Δρέσδη η απόφαση να καταλήξουν οι θεσμοί σε κοινή πρόταση προς την ελληνική πλευρά, τελεσίδικου χαρακτήρα, και να περάσει στη συνέχεια η σκυτάλη της διαπραγμάτευσης στο ανώτατο επίπεδο. Είναι η αρχή της αντίστροφης μέτρησης προς το ατύχημα της 26ης Ιουνίου.

 

Το ελληνικό καλοκαίρι του 2015 θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη όσων το έζησαν. Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου και η συμφωνία που ακολούθησε, σχεδόν ανέλπιστα, μία εβδομάδα αργότερα δίχασαν την Ελλάδα, συγκλόνισαν την Ευρώπη και βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της διεθνούς επικαιρότητας.

Ενα χρόνο αργότερα, η «Κ» επιχειρεί μια εις βάθος αναδρομή στις ταραγμένες εκείνες ημέρες. Στο σημερινό ρεπορτάζ και σε αυτά που θα ακολουθήσουν, θα φωτιστούν άγνωστες πτυχές της πολυμέτωπης διαπραγμάτευσης, της εβδομάδας του δημοψηφίσματος και της μάχης ενάντια στον χρόνο –και στους σκληρούς μεταξύ των εταίρων– για τη συμφωνία της 13ης Ιουλίου. Απώτερος σκοπός είναι η βαθύτερη κατανόηση ενός επεισοδίου που παραλίγο να κοστίσει στη χώρα στρατηγικά κεκτημένα δεκαετιών.

Μια ξαφνική συνάντηση

Την 1η Ιουνίου, τέσσερις ημέρες μετά τη Δρέσδη, η Αγκελα Μέρκελ συγκαλεί σύσκεψη στην Kαγκελαρία με τους βασικούς παίκτες της ελληνικής υπόθεσης. Ο Φρανσουά Ολάντ και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ είναι ήδη εκεί για μια συνάντηση επιχειρηματιών. Την τελευταία στιγμή, προστίθενται στη λίστα των καλεσμένων η κ. Λαγκάρντ και ο κ. Ντράγκι.

Ο μόνος απών εκ των πρωταγωνιστών ήταν ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος την προηγούμενη ημέρα είχε δημοσιεύσει άρθρο στην εφημερίδα Le Monde στηλιτεύοντας τις «παράλογες απαιτήσεις» των εταίρων. Το άρθρο είχε προκαλέσει ιδιαίτερη ενόχληση στον κ. Ολάντ. «Ηταν έξαλλος, το θεώρησε πισώπλατο μαχαίρωμα», αναφέρει στην «Κ» ανώνυμη πηγή με άμεση γνώση της κατάστασης.

Οπως εξηγεί Ευρωπαίος αξιωματούχος που συμμετείχε στη συνάντηση στην καγκελαρία: «Οι θεσμοί έως τότε ζητούσαν προτάσεις από την ελληνική πλευρά και τις έκριναν ανεπαρκείς, αλλά δεν κατέθεταν τις δικές τους. Το ΔΝΤ ειδικά δίσταζε να καταθέσει προτάσεις, για να μην φανεί ότι πλήττει την εθνική κυριαρχία της Ελλάδας. Αλλά πλέον ο χρόνος τελείωνε».

Η Αθήνα είχε αποστείλει το ίδιο βράδυ πρόταση 47 σελίδων, όπου αποδεχόταν για πρώτη φορά στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ το διάστημα 2018-22 (αν και έθετε χαμηλότερους στόχους από τους θεσμούς για το διάστημα 2015-17). Στα μάτια των πιστωτών, ωστόσο, η ελληνική πρόταση ήταν ανεπαρκώς επεξεργασμένη, ενώ πολλές από τις παραδοχές της ήταν υπερβολικά αισιόδοξες. Επιπλέον, ζητούσε αναδιάρθρωση του χρέους πολύ πέρα από ό,τι ήταν διατεθειμένο να εξετάσει το Βερολίνο.

H συνάντηση στην Kαγκελαρία εξελίσσεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη, οι ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας δίνουν το πολιτικό πλαίσιο και πιέζουν για την άμβλυνση των διαφωνιών μεταξύ των θεσμών. Η κ. Λαγκάρντ εκφράζει αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών στόχων, ενώ επιμένει σε σκληρή γραμμή για τη μείωση των συνταξιοδοτικών δαπανών, προκαλώντας έντονο εκνευρισμό στους συνομιλητές της. Η καγκελάριος, από τη μεριά της, ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα νέας χρηματοδότησης (πέρα από την τελευταία δόση του δεύτερου προγράμματος) – για κάτι τέτοιο θα απαιτείτο νέο πρόγραμμα με τη συμμετοχή του ΔΝΤ. Στη δεύτερη φάση μένουν μόνο οι Ντράγκι, Λαγκάρντ και Γιούνκερ, καταλήγοντας σε πλαίσιο συμφωνίας γύρω στις 3 τα ξημερώματα.

Ο έντιμος συμβιβασμός μεταξύ των πιστωτών επιτυγχάνεται, με τον χειρότερο τρόπο για τα ελληνικά συμφέροντα. Το ΔΝΤ, με τη στήριξη της Γερμανίας, επιβάλλει τις θέσεις του στο ασφαλιστικό και στο ύψος των μέτρων που απαιτούνται για να κλείσει το δημοσιονομικό κενό. Η Κομισιόν δεχόταν έως τότε για την κάλυψη του «μέτρα ελπίδας» (όπως το χαρακτήριζαν με περιφρόνηση οι Γερμανοί) που κατέθετε η ελληνική πλευρά – π.χ. σχετικά με τα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Παράλληλα, το Ταμείο υποχωρεί στο θέμα του χρέους.

Τα στελέχη των θεσμών που προΐστανται της διαπραγμάτευσης ενημερώνονται μέσα στη νύχτα και προχωρούν σε εξουθενωτικές διαβουλεύσεις έως την επόμενη ημέρα το απόγευμα, για να καταλήξουν στο προσχέδιο ενός staff level agreement. Το προσχέδιο αυτό ήταν πολύ κοντά στο τρίτο πρόγραμμα διάσωσης που ψήφισε τελικά η Βουλή στα μέσα Αυγούστου. Ουδείς τότε φανταζόταν τι θα μεσολαβούσε έως ότου κυρωθεί.

Λίγες ώρες αργότερα, ο Γιώργος Χουλιαράκης, επικεφαλής της ελληνικής ομάδας διαπραγμάτευσης σε τεχνικό επίπεδο (είχε αποκατασταθεί στη θέση αυτή στα τέλη Απριλίου, μετά το σύντομο, θυελλώδες πέρασμα του Νίκου Θεοχαράκη από τη θέση), δέχεται τηλεφώνημα από το γραφείο του κ. Γιούνκερ. Ο κ. Χουλιαράκης φτάνει στο έρημο Berlaymont (το αρχηγείο της Κομισιόν) λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Οι άνθρωποι του κ. Γιούνκερ τού δείχνουν το προσχέδιο της συμφωνίας αλλά δεν τον αφήνουν να το πάρει μαζί του. Ο πρόεδρος του ΣΟΕ το διαβάζει επιτόπου και –μετά το αρχικό σοκ (η πρόταση περιλαμβάνει νέα μέτρα 3 δισ. ευρώ για το 2015 και καμία πρόβλεψη για το χρέος)– συζητάει επ’ αυτού με τους τεχνοκράτες της Κομισιόν έως τις 2 περίπου. Μετά τη συνάντηση τηλεφωνεί στον πρωθυπουργό και τον ενημερώνει.

Πρόκειται για κομβικό σημείο: η ελληνική πρόταση των 47 σελίδων βρίσκεται στα όρια της αντοχής της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και η πρόταση των θεσμών πάει πολύ πέρα από αυτήν. Την επόμενη ημέρα, παρά την αντίθετη εισήγηση του κ. Χουλιαράκη, ο κ. Γιούνκερ καλεί τον κ. Τσίπρα στις Βρυξέλλες, για να συζητήσει μια πρόταση που έχει μόλις παραλάβει και που περιέχει νέες επώδυνες απαιτήσεις. Η πρόσκληση φανερώνει και κάτι ακόμα: διαψεύδει την προσδοκία των θεσμών, μετά τη συνάντηση της καγκελαρίας, ότι η διαπραγμάτευση θα περνούσε πλέον στο επίπεδο των αρχηγών κυβερνήσεων. Η καγκελάριος και ο πρόεδρος της Γαλλίας προτιμούν να αφήσουν την «καυτή πατάτα» στα χέρια του προέδρου της Κομισιόν.

Στην Επιτροπή, γνωρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν έχει ταμειακά διαθέσιμα για να πληρώσει τη δόση των 300 εκατ. ευρώ στο ΔΝΤ στις 5 Ιουνίου, έχουν θέσει ως στόχο να κλείσει η συμφωνία πριν από την ημερομηνία αυτή. Ο κ. Τσίπρας φτάνει στις Βρυξέλλες το βράδυ της 3ης Ιουνίου, συνοδευόμενος από τρεις υπουργούς (Δραγασάκης, Τσακαλώτος, Παππάς) και άλλα κυβερνητικά στελέχη.

Η ασυνεννοησία μεταξύ των δύο πλευρών αποτυπώνεται στους διαξιφισμούς για τη σύνθεση των συναντήσεων. Η ελληνική πλευρά ενίσταται στην παρουσία του Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο οποίος έχει δηλώσει την προηγούμενη ημέρα στην ολλανδική τηλεόραση ότι «η νέα κυβέρνηση μπορεί να έχει άλλα σχέδια, αλλά το πρόγραμμα που είχε συμφωνηθεί με την προηγούμενη πρέπει να τηρηθεί στο σύνολό του». Ο κ. Γιούνκερ επιμένει, ωστόσο, και ο Ολλανδός υπουργός Οικονομικών τελικά συμμετέχει, αποτυγχάνοντας τόσο εισερχόμενος όσο και εξερχόμενος, στις 1.30 μετά τα μεσάνυχτα, να αποφύγει τους καραδοκούντες δημοσιογράφους. Ο πρόεδρος της Κομισιόν επιμένει επίσης να είναι παρών ο κ. Χουλιαράκης («με αυτόν μιλάμε, φέρτε τον μέσα», λέει ο Ντέκλαν Κοστέλο), ο οποίος καλείται εσπευσμένα από το ξενοδοχείο του.

Ο κ. Τσίπρας προσέρχεται στη συνάντηση χωρίς κάποια γραπτή αντιπρόταση. Μάλιστα, σε αντίθεση με τον πρωθυπουργό, οι παριστάμενοι υπουργοί δείχνουν να μαθαίνουν για πρώτη φορά από το χείλη του κ. Γιούνκερ το περιεχόμενο της πρότασης των θεσμών – και να μένουν εμβρόντητοι.

Φεύγοντας, ο κ. Τσίπρας δηλώνει ότι «η μόνη ρεαλιστική πρόταση στο τραπέζι είναι η ελληνική», αλλά επιμένει ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα με το ΔΝΤ (στον κ. Γιούνκερ στη συνάντηση, αλλά και στην κ. Λαγκάρντ, έχει πει ότι η δόση θα πληρωθεί κανονικά). Λίγη ώρα αργότερα, ωστόσο, στην πτήση της επιστροφής, αποφασίζει να μην πληρώσει και να ζητήσει να καταβληθούν ομαδικά οι δόσεις του Ιουνίου, ύψους 1,6 δισ. ευρώ, στα τέλη του μήνα. Ετσι, με την Ελλάδα να γίνεται η πρώτη ανεπτυγμένη χώρα που καθυστερεί την αποπληρωμή δόσης προς το Ταμείο, η διορία της 5ης Ιουνίου, αντί να επισπεύσει τη συμφωνία, επιταχύνει την πορεία προς τον γκρεμό.

Ραγδαία επιδείνωση

Σε ομιλία του στη Βουλή στις 5 Ιουνίου, ο κ. Τσίπρας δηλώνει ότι τον «εξέπληξε δυσάρεστα» η πρόταση που του παρουσίασε ο κ. Γιούνκερ. Ο πρόεδρος της Κομισιόν –ο οποίος έχει έρθει σε σύγκρουση με το Βερολίνο, που του χρεώνει υπερβολική επιείκεια προς την Αθήνα– αρνείται αίτημα του Ελληνα πρωθυπουργού για τηλεφωνική επικοινωνία.

Σε συνέντευξη Τύπου πριν από την έναρξη της συνόδου του G7 στις 7 Ιουνίου, ο κ. Γιούνκερ εκφράζει δημοσίως τον εκνευρισμό του με τον κ. Τσίπρα, κατηγορώντας τον ότι παραποίησε τις προτάσεις των πιστωτών στην ομιλία του στη Βουλή. «Αν και θεωρώ τον Τσίπρα φίλο μου, για να παραμείνουμε φίλοι θα πρέπει κανείς να σέβεται κάποιους ελάχιστους κανόνες», λέει. Την επόμενη ημέρα, ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών αρμόδιος επί των ευρωπαϊκών υποθέσεων Νίκος Χουντής χαρακτηρίζει σε τηλεοπτική συνέντευξη τον κ. Γιούνκερ «τουριστικά φιλέλληνα», που στην ουσία «εξυπηρετεί άλλα συμφέροντα».

Στις 8 Ιουνίου λαμβάνει χώρα στο Βερολίνο συνάντηση μεταξύ του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και του Γιάνη Βαρουφάκη. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών προσφέρει στον Ελληνα ομόλογό του σοκολατάκια σε σχήμα ευρώ. Το κοινό νόμισμα είναι στο μενού και με μία άλλη έννοια: ο κ. Σόιμπλε επαναλαμβάνει την πρότασή του για προσωρινή έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη.

Την ίδια εβδομάδα, μιλώντας στην Corriere de la Sera, o κ. Τσίπρας, σε ερώτηση για τις συνέπειες ενδεχόμενης πτώχευσης της Ελλάδας, απαντά: «Θα σήμαινε την αρχή του τέλους για την Ευρωζώνη. [...] Αν η Ελλάδα αποτύχει, οι αγορές αμέσως θα σπεύσουν να βρουν τον επόμενο. Αν η διαπραγμάτευση αποτύχει, το κόστος για τους Ευρωπαίους φορολογουμένους θα είναι τεράστιο». Η λογική Βαρουφάκη παραμένει κυρίαρχη, και ας έχει περιθωριοποιηθεί ο υπουργός Οικονομικών στις διαπραγματεύσεις.

Οι ημέρες περνούν χωρίς πρόοδο. Στις 6 του μηνός, ο Νίκος Παππάς επικοινωνεί με τον Πόουλ Τόμσεν του ΔΝΤ και ζητάει συνάντηση σε επίπεδο Frankfurt Group. Ο κ. Τόμσεν απαντά ότι δεν έχει νόημα μια τέτοια συνάντηση αν δεν προχωρήσουν οι συζητήσεις σε τεχνικό επίπεδο. Ο κ. Παππάς ισχυρίζεται ότι υπάρχει ελληνική αντιπρόταση, και έτσι τα τεχνικά κλιμάκια καταφθάνουν στις Βρυξέλλες στις 8 του μηνός. Το κλίμα όμως είναι βαρύ, ιδιαίτερα μετά την άρνηση των κ. Τσακαλώτου και Παππά να δεχθούν τη συμμετοχή σε σύσκεψη των επικεφαλής των θεσμών. Οι προτάσεις της ελληνικής πλευράς κρίνονται ανεπαρκείς και τα στελέχη του ΔΝΤ και της ΕΚΤ φεύγουν από τις Βρυξέλλες την Τετάρτη, 10 του μηνός. Η συνάντηση του κ. Τσίπρα την ημέρα εκείνη με Μέρκελ και Ολάντ είναι επίσης ατελέσφορη. Η καγκελάριος εμμένει στη γραμμή ότι η Αθήνα πρέπει να τα βρει με τους θεσμούς.

Στις 11 Ιουνίου, στη συνάντηση του Euro Working Group στην Μπρατισλάβα, συζητείται για πρώτη φορά το ενδεχόμενο μη συμφωνίας και οι συνέπειές του: μεταξύ άλλων, έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων και πιθανή ανάγκη παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας. Συζητείται επίσης η περαιτέρω παράταση του ελληνικού προγράμματος, πέραν της 30ής Ιουνίου, αλλά όχι για εννέα μήνες, όπως έχει αιτηθεί η Αθήνα.

Το επόμενο Σαββατοκύριακο δοκιμάζει την υπομονή των Ευρωπαίων. Η Αθήνα ζητάει να παραδώσει διά χειρός τις νέες προτάσεις της, υπό τον φόβο διαρροών – ή και παρακολουθήσεων. Παρ’ όλα αυτά, το ίδιο το Μαξίμου δημοσιοποιεί με non-paper τη συνάντηση.

Το Σάββατο 13 του μηνός, ο Νίκος Παππάς φτάνει στην προγραμματισμένη συνάντηση με τους ανθρώπους του κ. Γιούνκερ, καθυστερημένος και χωρίς γραπτή πρόταση. Επειτα από έναν γύρο τηλεφωνημάτων, παρουσιάζει έναν πίνακα μέτρων μιας σελίδας. Αφού του ζητείται κάτι πιο ολοκληρωμένο, στέλνει στις 11 το βράδυ τον ίδιο πίνακα, με 200 εκατ. ευρώ περισσότερα έσοδα. Την επόμενη ημέρα η ελληνική πλευρά –είναι πλέον και ο κ. Τσακαλώτος στις Βρυξέλλες– στέλνει ξανά την ίδια πρόταση, με συνημμένη μία σύντομη επεξηγηματική έκθεση. To μεσημέρι μέλη της ελληνικής ομάδας έχουν εντοπιστεί να γευματίζουν στη Sablon (την πιο ακριβή περιοχή των Βρυξελλών), σαν να μην κρεμόταν η τύχη της χώρας τους από μία κλωστή.

Εκείνο το απόγευμα, οι δύο υπουργοί συναντιούνται με τον προσωπάρχη του κ. Γιούνκερ, τον Μάρτιν Σελμάγερ, στον 13ο όροφο του Berlaymont. O κ. Σελμάγερ τούς ρωτάει αν οι σελίδες που έστειλαν είναι διαφορετικές από τις χθεσινές. Η απάντηση είναι «όχι». Η συνάντηση λήγει σε κλίμα ρήξης, μετά μόλις 45 λεπτά.

Την Τρίτη 16 του μηνός, ο κ. Γιούνκερ, σε συνέντευξη Τύπου με τον γ.γ. του ΝΑΤΟ, εκρήγνυται κατά της ελληνικής κυβέρνησης, λέγοντας ότι παραπλανά τον ελληνικό λαό σχετικά με τη διαπραγμάτευση. Την ίδια μέρα, ο κ. Τσίπρας, μιλώντας στην Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ, αποδίδει στο ΔΝΤ «εγκληματικές ευθύνες» για την ελληνική κρίση και κατηγορεί την ΕΚΤ ότι οδηγεί την Ελλάδα σε ασφυξία.

Η απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών είναι μεγάλη, ιδιαίτερα στο ασφαλιστικό, όπου οι δανειστές ζητούν περικοπές ύψους 1% του ΑΕΠ το 2016, ενώ η Αθήνα, σύμφωνα με δικές τους εκτιμήσεις, είχε καταθέσει προτάσεις που ισοδυναμούν με μόλις 0,04% του ΑΕΠ. Oι σχέσεις των δύο πλευρών βρίσκονται στο ναδίρ.

Στο πρόγευμα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που προηγείται του Eurogroup εκείνης της Πέμπτης (18 Ιουνίου), το βασικό θέμα συζήτησης είναι τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν σε περίπτωση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Σε ερώτηση ενός υπουργού Οικονομικών στο Eurogroup για το αν θα ανοίξουν την επόμενη Δευτέρα οι ελληνικές τράπεζες, ο Μπενουά Κερέ της ΕΚΤ δηλώνει ότι «δεν γνωρίζουμε». O κ. Βαρουφάκης εξοργίζει τους ομολόγους του με μία ακόμα μακροσκελή ομιλία (που περιλάμβανε, ωστόσο, μια εκδοχή της ιδέας του δημοσιονομικού κόφτη). Η κ. Λαγκάρντ τού επιτίθεται ζητώντας η συζήτηση να περιοριστεί «μεταξύ των ενηλίκων στην αίθουσα».

Στην Αγία Πετρούπολη

Την επόμενη ημέρα, με τη διαπραγμάτευση σε οριακό σημείο, ο κ. Τσίπρας ταξιδεύει στη Ρωσία για το 19ο Διεθνές Οικονομικό Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης. Τον συνοδεύουν ορισμένοι από τους πιο σκληροπυρηνικούς υπουργούς. Κορυφαίος εξ αυτών είναι ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, που έχει ασκήσει επανειλημμένως κριτική στο εσωτερικό της κυβέρνησης για τη διαχείριση της διαπραγμάτευσης και επιμένει στην αναζήτηση ενός εναλλακτικού δρόμου, ακόμα και αν οδηγεί εκτός ευρώ.

«Οσο περνούσε ο καιρός, τόσο χειρότερη γινόταν η θέση μας, τόσο πιο πολύ μπλέκαμε στα δίχτυα των πιστωτών», λέει σήμερα στην «Κ». «Αλλά όλοι είχαν αυταπάτες ότι, αν το πάνε μέχρι τέλους, θα πετύχαιναν κάτι καλύτερο».

Ο κ. Λαφαζάνης υπογράφει στην Αγία Πετρούπολη τη διακρατική συμφωνία κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Turkish Stream. Παράλληλα –εν γνώσει και με την έγκριση του κ. Τσίπρα, όπως λέει– συζητάει το σχέδιο ρωσικής χρηματοδότησης της ΔΕΠΕΝΕ (της δημόσιας εταιρείας που θα συμμετείχε στην κοινοπραξία κατασκευής του αγωγού) με ενέχυρο τα μελλοντικά έσοδα του έργου. Το σχέδιο ήταν η ΔΕΠΕΝΕ, με τους πόρους αυτούς («3-5 δισ. ευρώ», λέει ο πρώην υπουργός) να αγόραζε ελληνικό χρέος και να παρείχε ανάσες ρευστότητας στην κυβέρνηση.

Ο κ. Λαφαζάνης έχει ισχυριστεί ότι η ρωσική πλευρά –συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών που θα χορηγούσαν την προκαταβολή– είχε συμφωνήσει επί της αρχής να δοθεί η χρηματοδότηση με τη σύσταση της κοινοπραξίας. Οπως αποκαλύπτει στην «Κ», το θέμα χρηματοδότησης της ΔΕΠΕΝΕ το έθεσε στην Αγία Πετρούπολη ο ίδιος ο πρωθυπουργός, απευθείας στον πρόεδρο Πούτιν. «Εκτός από τα χρήματα, ήταν και το μήνυμα που θα στέλναμε, ότι υπήρχαν τρίτες χώρες που μπορούσαν να παρέχουν ουσιαστική βοήθεια έναντι του αποκλεισμού που μας επέβαλλαν οι Ευρωπαίοι», λέει ο κ. Λαφαζάνης. «Το μήνυμα αυτό θα ήταν συνταρακτικό – για τους δανειστές και για τον ελληνικό λαό».