Μέχρι πρότινος, η Κομισιόν ήταν ο καλύτερος φίλος του Μαξίμου. Όταν λέμε, το εννοούμε κυριολεκτικά, μιας και πάντα η Κομισιόν έπαιζε εξισορροπητικό ρόλο, όποτε η ελληνική κυβέρνηση δεχόταν πιέσεις, πότε από την ΕΚΤ, πότε από τον ESM ή από το Eurogroup.

Η Κομισιόν ήταν πάντα εκεί. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, τον φίλο Πιερ (τον Μοσκοβισί), ο οποίος κακή κουβέντα όλα αυτά τα χρόνια δεν βρήκε να πει για την ελληνική κυβέρνηση, η οποία τα έκανε τόσο καλά. Ο Γιούνκερ έβλεπε τον Τσίπρα σαν ένα παιδί που το έβαζε στον ίσιο δρόμο.

Ο «ξινός» Ντομπρόβσκις σαν να είχε μαλακώσει εσχάτως. Ο πάντα θεσμικός Αβραμόπουλος, ακόμα και την περίοδο που τον έβαλαν στο στόχαστρο με τη Novartis, δεν είπε ποτέ κάτι εναντίον της ίδιας της κυβέρνησης, παρά εναντίον των προστατευομένων μαρτύρων που τον ενέπλεξαν. Όλοι αντιμετώπιζαν τον Τσίπρα σαν το εύθραυστο μπιμπελό και, εν πολλοίς, επιβραβεύτηκαν για τη ζέση τους τόσο με το τέλος του Μνημονίου, όσο και με τη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία αποτελεί μια διπλωματική επιτυχία για την χωλαίνουσα ευρωπαϊκή διπλωματία των τελευταίων ετών.

Όταν, όμως, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε προεκλογικά να τινάξει την μπάνκα στον αέρα, μπας και διασωθεί, τι να κάνει και η Κομισιόν, έπρεπε να μιλήσει. Ακόμα και όταν μίλησε, όμως, το έκανε με τον γνωστό τρόπο των Βρυξελλών, διπλωματικά και με τακτ. Τι το ήθελε; Ο Έλληνας πρωθυπουργός βγήκε το καταμεσήμερο της Πέμπτης έξω από το Μαξίμου, για να κάνει δηλώσεις στα κανάλια και να καταγγείλει τους «κακούς» ξένους που βλέπουν τον Μητσοτάκη να έρχεται και τους ανοίγει η όρεξη για απολύσεις.

Πέρα από το έργο «ο Τσίπρας αντιμνημονιακός», δεν υπάρχει μεγαλύτερη ομολογία ήττας από αυτό που έκανε ο κ. Τσίπρας. Ξέρει ότι την επόμενη μέρα δεν θα πρέπει να κάτσει στο ίδιο τραπέζι με τους απερχόμενους «κομισάριους», οπότε ξεσπαθώνει εκ του ασφαλούς εναντίον τους. Αυτό που κάνει στην πραγματικότητα, δε, είναι να δαγκώνει το χέρι που τον τάιζε. 

Ο εξ απορρήτων

Facebook Comments