Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας αποτελεί ξεκάθαρη προτεραιότητα για την ελληνική κυβέρνηση, γεγονός που υπογραμμίστηκε από τα μέτρα που ανακοίνωσε κατά τις προγραμματικές δηλώσεις τα οποία παρέμειναν στις γραμμές της συνετούς δημοσιονομικής διαχείρισης, καθώς και από τη δέσμευση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα θα προχωρήσει εντός του 2023 στην πρόωρη αποπληρωμή μέρους των ακριβών δανείων του πρώτου μνημονίου.

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, η επενδυτική βαθμίδα, στον βαθμό που τα θετικά αποτελέσματά της διαχυθούν άμεσα στην πραγματική οικονομία, θα προκαλέσει αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων που θα ενισχύσουν τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ στο 2,3% το 2023 και στο 2,7% το 2024, δηλαδή 0,1 και 0,5 της ποσοστιαίας μονάδας πάνω από το βασικό σενάριο. Συνεπώς, η απόκτηση της επενδυτικής βαθμίδας θα μπορούσε να έχει αξιόλογη θετική επίδραση στο σύνολο της οικονομίας, πέρα από τις ευνοϊκές επιπτώσεις στη διαχείριση του δημοσίου χρέους.

«Ήδη οι τίτλοι μας διαπραγματεύονται σαν να είμαστε χώρα με επενδυτική βαθμίδα, αλλά χρειαζόμαστε επίσης την επίσημη έγκριση από τους οίκους», ανέφερε ο πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στην τηλεόραση του Bloomberg, τονίζοντας ότι εκτός από την εστίαση στην ανάπτυξη, θέλει επίσης να διασφαλίσει ότι ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ θα συνεχίσει να μειώνεται με πολύ γρήγορο ρυθμό.

Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν θέσει ως βασικό παράγοντα για την πιθανότητα αναβάθμισης της Ελλάδας, το να υπάρξει εμπιστοσύνη ότι ο δείκτης χρέους διατηρείται σε πτωτική τροχιά. Η δέσμευση έτσι του πρωθυπουργού δίνει αυτήν την εμπιστοσύνη στους οίκους για τις προθέσεις πολιτικής.

Σύμφωνα και με τις προβλέψεις του προγράμματος σταθερότητας, το ελληνικό χρέος, μετά την υποχώρηση κατά 23,3 ποσοστιαίες μονάδες το 2022, οπότε διαμορφώθηκε στο 171,3% του ΑΕΠ, προβλέπεται να συνεχίσει την έντονα καθοδική πορεία του. Φέτος προβλέπεται να κλείσει στο 162,6% του ΑΕΠ και στη συνέχεια να διαμορφωθεί στο 150,8% του ΑΕΠ το 2024, στο 142,6% του ΑΕΠ το 2025 και στο 135,2% του ΑΕΠ το 2026, υποχωρώντας συνολικά κατά 36,1 ποσοστιαίες μονάδες την προσεχή τετραετία και κατά 71,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την κορύφωσή τους, λόγω COVID, το 2020 στο 206,3% του ΑΕΠ.

Η αποπληρωμή νωρίτερα των δύο δόσεων από το πακέτο των διμερών δανείων που έλαβε η χώρα στο πλαίσιο του πρώτου μνημονίου (GLF), που αφορούν τα έτη 2024 και 2025 και διαμορφώνονται στα 5,4 δισ. ευρώ συνολικά, θα γίνει με τη χρήση των ταμειακών διαθεσίμων, μειώνοντας το χρέος και ελαφρύνοντας τον προϋπολογισμό κατά σχεδόν 40 εκατ. ευρώ, καθώς τα δάνεια έχουν επιτόκιο κοντά στο 4%.

Σημειώνεται πως τα δάνεια αυτά τα οποία παρείχαν οι χώρες της Ευρωζώνης στην Ελλάδα κατά το πρώτο πρόγραμμα διάσωσης, διαμορφώνονται περίπου στα 53 δισ. ευρώ έως το 2041. Η χώρα έχει ήδη αποπληρώσει περίπου 8 δισ. ευρώ το 2020-2023, έτσι με την πρόωρη διπλή αποπληρωμή, θα απαλλαχθεί ουσιαστικά από χρέος ύψους πάνω από 13 δισ. ευρώ συνολικά.

Ωστόσο αυτή η κίνηση στα GLF θα γίνει όταν η Ελλάδα θα έχει λάβει αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας και όχι πριν από αυτήν. Το σκεπτικό είναι πως με την ανάκτηση αυτού του οροσήμου, και καθώς οι εκδοτικές ανάγκες του 2023 έχουν ήδη καλυφθεί σχεδόν πλήρως από το πρώτο εξάμηνο, ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους έχει την άνεση να προχωρήσει σε κινήσεις πιο «επιθετικές» που στοχεύουν στο μεγάλο «ζητούμενο» για την Ελλάδα, που είναι η μείωση του πολύ υψηλού χρέους των 356 δισ. ευρώ.

Η χρήση συνεπώς των ταμειακών διαθεσίμων, τα οποία κινούνται στα 34 δισ. ευρώ, με «παραγωγικούς» τρόπους θα είναι μεταξύ των βασικών εστιάσεων του ΟΔΔΗΧ. Καθώς η Ελλάδα θα έχει ένα μεγαλύτερο κοινό επενδυτών, τόσο θα χρησιμοποιούνται τα διαθέσιμα για να μειώνεται το χρέος. Το «μαξιλάρι» αυτό ήταν καθοριστικό για την πορεία της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια καθώς καθησύχαζε τις αγορές ότι δεν έχει πρόβλημα χρηματοδότησης ή ρευστότητας. Όταν η χώρα θα αλλάξει επενδυτική πίστα και δεν θα έχει πλέον την ταμπέλα της χαμηλής έως και Junk αξιολόγησης, δεν θα υπάρχει ανάγκη να διατηρεί τόσο μεγάλο ποσό διαθεσίμων και να μην τα χρησιμοποιεί για τη στρατηγική διαχείρισης του και μείωσης του χρέους της.

Για το νέο αυτό κοινό των επενδυτών, οι οίκοι έχουν κάνει κάποιους πρώτους υπολογισμούς. Η Axia Research σε πρόσφατη έκθεσή της υπολόγισε πως το υπό διαχείριση ενεργητικό για τις ελληνικές μετοχές όταν έλθει η επενδυτική βαθμίδα, θα αυξηθεί κατά 2,3 φορές. Δεδομένου ότι η πλειονότητα των επενδυτικών κεφαλαίων που είναι τοποθετημένα στο Χ.Α (62% του συνόλου) δεν είναι index funds, αυτό σημαίνει ότι η πλειονότητα των funds (με συγκεκριμένες εντολές και περιορισμούς) θα μπορεί να επενδύσει στην Ελλάδα μετά την αναβάθμιση σε επενδυτική βαθμίδα, αντί της αναβάθμισης του Χ.Α. στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών. Επίσης, τα παθητικά funds που συνδέονται με το καθεστώς των ανεπτυγμένων αγορών αποτελούν μόνο το 14% των επενδυμένων περιουσιακών στοιχείων της ΕΕ, δηλαδή είναι λιγότερο σημαντικά για τη συνολική εικόνα.

«Ως εκ τούτου, η αναβάθμιση της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, και όχι τόσο του ίδιου του Χ.Α., θα φέρει την πλειονότητα των σταδιακών εισροών, γεγονός που σημαίνει πως το μεγαλύτερο μέρος της ανόδου της ελληνικής αγοράς θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί βραχυπρόθεσμα», όπως τόνισε η τράπεζα.

Η Bank of America έχει εκτιμήσει πως οι ροές προς τα ελληνικά ομόλογα όταν αυτά ενταχθούν στους διεθνείς δείκτες, λόγω αναδιάρθρωσης των θέσεων των funds, θα κινηθούν στα 16 δισ. ευρώ περίπου αλλά θα είναι σταδιακές και το μεγαλύτερο μέρος τους θα αφορά περισσότερο το 2024 και μετά, άρα είναι μια εκτίμηση σε βάθος διετίας περίπου.

Facebook Comments