Στην Ελλάδα, όπου η πολιτική κουλτούρα συχνά κινείται ανάμεσα στην υπερηφάνεια και την απραξία, κάθε προσπάθεια προσέγγισης με την Τουρκία ισοδυναμεί με πολιτική αυτοχειρία.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ανακοινώνοντας την πρωτοβουλία «5Χ5» για την Ανατολική Μεσόγειο, γνωρίζει ότι εισέρχεται σε ένα ναρκοπέδιο λαϊκισμού, εθνικής ευαισθησίας και πολιτικών αντιστάσεων. Το εγχείρημα δεν έχει ακόμη ξεκινήσει ουσιαστικά, και ήδη η δημόσια σφαίρα έχει χωριστεί στα δύο – ανάμεσα σε όσους βλέπουν μια θαρραλέα κίνηση σταθερότητας και σε εκείνους που κραυγάζουν για «υποχώρηση» και «εθνική μειοδοσία».

Η ελληνική κοινωνία παραμένει, όπως φαίνεται, εγκλωβισμένη σ’ έναν εθνικό μαξιμαλισμό χωρίς αντίκρισμα. Θέλουμε να είμαστε οι «νικητές» σε κάθε διαμάχη, χωρίς όμως να πληρώσουμε το τίμημα. Δεν θέλουμε να στρατευτούμε, δεν θέλουμε να θυσιάσουμε την καλοπέρασή μας ή τα τουριστικά μας έσοδα, δεν θέλουμε να χαθεί η «ηρεμία» του καλοκαιριού — αλλά θέλουμε να «ρίξουμε» τον Ερντογάν και να κυριαρχούμε στη Μεσόγειο. Θέλουμε αποτελέσματα χωρίς ρίσκο, υπεροχή χωρίς θυσία.

Αυτή η αντίφαση διαπερνά όχι μόνο την κοινωνία αλλά και το πολιτικό σύστημα. Η αντιπολίτευση, από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το ΠΑΣΟΚ και τους παραδοσιακούς εθνικιστές, ακολουθεί την πεπατημένη: επιτίθεται εκ προοιμίου σε κάθε απόπειρα εξομάλυνσης, γνωρίζοντας πως αυτό ακριβώς ζητά το ακροατήριο της. Όποιος τολμήσει να μιλήσει για διάλογο, βαφτίζεται «προδότης»· όποιος επιλέγει τη νηφαλιότητα έναντι των κραυγών, θεωρείται «άνευρος»· κι όποιος αναζητά πολιτική λύση, κατηγορείται ότι «ξεπουλά».

Στο μεταξύ, οι πραγματικότητες της γεωπολιτικής είναι σκληρές και αμείλικτες. Οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, η ενεργειακή ασφάλεια, το Κυπριακό, αλλά και η επιρροή τρίτων δυνάμεων – από τις ΗΠΑ έως τη Ρωσία και την Αίγυπτο – απαιτούν πρωτοβουλίες, όχι αναβολές. Και όμως, ο εσωτερικός πολιτικός μικρόκοσμος επιλέγει συχνά να αντιμετωπίζει την εξωτερική πολιτική με όρους καφενείου και τηλεοπτικού πάνελ.

Από τον πατέρα που ζητά “βολική θητεία” για το παιδί του αλλά κατηγορεί τους πολιτικούς ότι “δεν έχουν πυγμή”, μέχρι τους κομματικούς αρχηγούς που υπόσχονται «εθνικό τσαμπουκά» χωρίς στρατηγική, η χώρα δείχνει να αναπαράγει ένα συλλογικό σύνδρομο ανευθυνότητας. Εύκολες καταγγελίες, μεγάλες κουβέντες, μηδενική διάθεση για κόστος.

Η αλήθεια είναι πως κάθε πρωθυπουργός που επιλέγει να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με την Τουρκία γνωρίζει ότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα ενιαίο μέτωπο λαϊκισμού — πολιτικού, δημοσιογραφικού και κοινωνικού. Οι φωνές που θα τον πουν «προδότη» είναι πολλές και έτοιμες. Οποιαδήποτε συμφωνία, όσο συμφέρουσα κι αν είναι για τη σταθερότητα, θα κατηγορηθεί για «υποχώρηση».

Κι όμως, χωρίς διάλογο, δεν υπάρχει λύση. Χωρίς πρωτοβουλία, δεν υπάρχει πρόοδος. Η αποχή από κάθε προσπάθεια συνεννόησης δεν είναι πατριωτισμός — είναι δειλία ντυμένη με εθνικά χρώματα. Ο Μητσοτάκης το γνωρίζει αυτό. Και γνωρίζει επίσης ότι αν αποτύχει, το πολιτικό κόστος θα είναι τεράστιο. Αν όμως δεν προσπαθήσει, το τίμημα θα είναι μια Ελλάδα εγκλωβισμένη στη ρητορική της φραπεδιάς και του πληκτρολογίου.

Η ιστορία θα δείξει αν η «5Χ5» θα γίνει βήμα ειρήνης ή πολιτικό ναρκοπέδιο. Το σίγουρο είναι πως, σε μια χώρα όπου η ευκολία του συνθήματος υπερισχύει της λογικής, κάθε βήμα προς τη νηφαλιότητα είναι πράξη θάρρους – ίσως και αυταπάρνησης.

Facebook Comments