Η επωνυμία «ειδικό επιστημονικό προσωπικό» (ΕΕΠ) δεν είναι ευρύτερα γνωστή πέραν των παροικούντων την διοικητική επιστήμη και τη δημόσια διοίκηση.


Κι όμως η σημασία του ΕΕΠ είναι μεγάλη. Εξ ου και η συνταγματική του κατοχύρωση με το άρθρο 103 παρα.3 του Συντάγματος, το οποίο επιφυλάσσει γι’ αυτούς μια θέση στο ελληνικό δημόσιο και μάλιστα μόνιμη: «Oργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Nόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται».

Η επιλογή του ειδικού επιστημονικού προσωπικού γίνεται ύστερα από εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων, λαμβανομένων υπόψη και των τίτλων σπουδών, από τριμελή ή πενταμελή Επιτροπή που συγκροτείται κάθε φορά με απόφαση του Προέδρου του Α.Σ.Ε.Π και αποτελείται από δύο μέλη του Α.Σ.Ε.Π., δύο καθηγητές Α.Ε.Ι. του αντίστοιχου αντικειμένου και έναν ειδικό επιστήμονα ως εκπρόσωπο της οικείας υπηρεσίας.

Η εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αποσκοπεί στη διακρίβωση της εν γένει καταλληλότητας του υποψηφίου για τα καθήκοντα της συγκεκριμένης θέσης. Για το σκοπό αυτόν η επιτροπή μπορεί να προβαίνει και σε δημόσια συνέντευξη με τους υποψηφίους. Η επιτροπή κρίνει και καθορίζει με αιτιολογημένη απόφασή της τη σειρά προτεραιότητας στους πίνακες επιτυχίας με βάση τους τίτλους σπουδών, αρχικούς και μεταπτυχιακούς, τη βαθμολογία των τίτλων αυτών, τη γνώση ξένων γλωσσών, την τυχόν εμπειρία, τις επιστημονικές εργασίες και άλλες συναφείς δραστηριότητες των υποψηφίων, καθώς και το πόρισμα που αποκομίζει από την ατομική συνέντευξη, την οποία πραγματοποιεί με καθένα από αυτούς.

Οι περισσότερες από τις προκηρύξεις μέσω των οποίων οι φορείς του Δημοσίου αναζητούν επιστήμονες περιγράφουν εξαντλητικά τι ακριβώς πρέπει να διαθέτουν. Για παράδειγμα, «το Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων (ΕΕΕ) υποστηρίζεται στο αντικείμενο αρμοδιότητάς του από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων εγκληματικότητας σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε. ή αντίστοιχης οικονομικής εγκληματικότητας, ή νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες».

Ο νόμος ρυθμίζει εξαντλητικά τα της διαδικασίας πρόσληψης κατοχυρώνοντας τόσο την αντικειμενικότητα όσο κι την αξιοκρατία.

Θα μου πείτε, μέχρις εδώ, δεν φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα: Τα προσόντα και η διαδικασία επιλογής του προσωπικού αυτού, μετά την συμμετοχή και μελών του ΑΣΕΠ στην διαδικασία επιλογής τους, πληρούν τις προϋποθέσεις τόσο της αντικειμενικότητας όσο και της αξιοκρατίας.

Αξιοποιούνται, όμως, οι επιστήμονες αυτοί στο Δημόσιο; Εδώ δεν έχουμε αδιάσειστα μετρήσιμα στοιχεία όπως εκείνα που αφορούν την πρόσληψή τους. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι με την πρόσληψή τους κερδίζουν τη μονιμότητα, κάτι το οποίο απολαμβάνουν και οι συνάδελφοί τους στα ΑΕΙ.

Η διαφορά με τους τελευταίους είναι ότι η καριέρα που έχει σχεδιαστεί (ή μάλλον, δεν έχει σχεδιαστεί) γι’ αυτούς έχει ως αποτέλεσμα την, εική και ως έτυχε, απασχόλησή τους στους λαβυρίνθους του ελληνικού δημοσίου. Η εξέλιξη των επιστημόνων του Δημοσίου είναι ανύπαρκτη και η μόνη «εξέλιξη» που μπορεί να υπάρξει είναι η ενσωμάτωση και εξέλιξή τους εντός της υπαλληλικής ιεραρχίας. Έτσι, οι επιστήμονες μετατρέπονται σε γραφειοκράτες και η επιστημοσύνη τους ξεχνιέται. Ελάχιστοι εξ αυτών αξιοποιούν το τρομερό πλεονέκτημα που τους δίδεται, να βρίσκονται στο «πεδίο», να έχουν, δηλαδή, αντικείμενο συμμετοχικής παρατήρησης.

Από την άλλη μεριά, οι συνάδελφοί τους των ΑΕΙ είναι αποκλεισμένοι από το «πεδίο». Η γνώση τους (πρέπει να) παραμένει «ακαδημαϊκή» και, τεχνηέντως, να εξισούται με μια προσωπική άποψη που δεν ερμηνεύει αυθεντικά μια κοινωνική/πολιτική πραγματικότητα.

Ου μην αλλά και οι συνάδελφοι τους επιστήμονες που απασχολούνται ως «σύμβουλοι επιχειρήσεων» (ιδιωτικών και δημόσιων, ανεξαιρέτως) τραβούν τον δικό τους δρόμο και μόνον, εξωδίκως, συναναστρέφονται με τους υπόλοιπους επιστήμονες.

Η επαγγελματική, διοικητική και κοινωνική κινητικότητα τόσο των «ειδικών επιστημόνων» όσο και των λοιπών επιστημόνων των ΑΕΙ και των επιστημόνων-συμβούλων του ιδιωτικού τομέα είναι ανύπαρκτη. Εν τω μεταξύ, σε άλλες ευρωπαϊκές και μη χώρες, η δικτύωση των επιστημόνων είναι προ πολλού μια πραγματικότητα. Οι pracademics στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο, που διακρίνεται για την ανοιχτότητα και την καινοτομία του, υφίστανται για περίπου μισό αιώνα. Ακόμη και στη δεκαετία 70 όταν το νόημα του όρου ήταν ακόμη συγκεχυμένο, ένα πράγμα ήταν σαφές: Ότι δεν μπορεί να υπάρξει ούτε επιστήμη ούτε δημόσια διοίκηση ούτε αγορά με τεχνητούς διαχωρισμούς μεταξύ εκείνων που φέρνουν τη νέα γνώση, εκείνων που επίστανται.

Οι άνθρωποι που μπορούν να διαμορφώνουν μια θεωρητική και πρακτική πραγματικότητα προάγοντας την κοινωνική, διοικητική και πολιτική ανάπτυξη μπορούν και πρέπει να κινούνται ελεύθερα μεταξύ των οργανώσεων που έχουν αυτήν ακριβώς την αποστολή και στόχο.

Ειδάλλως, όπως, ατυχώς, συμβαίνει στη δική μας περίπτωση, οι περιχαρακώσεις που εξυπηρετούν μόνον πελατειακά, ιδιοτελή και συντεχνιακά συμφέροντα οδηγούν στην πολυδιάσπαση, την απώλεια πόρων και την επιστημονική, οικονομική και κοινωνική καχεξία. Οι προφάσεις εν αμαρτίαις που προβάλλονται με σκοπό τη διατήρηση του status quo πρέπει να τελειώσουν. Οι καιροί ου μενετοί.

Facebook Comments