Στο επίκεντρο των αγορών και της οικονομικής συζήτησης βρίσκεται πλέον η νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης.
Το ενδιαφέρον έχει μετατοπιστεί από το αν θα υπάρξουν μειώσεις επιτοκίων στο πότε και με ποιον ρυθμό αυτές θα ξεκινήσουν. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο περιβάλλον, όπου η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού συνυπάρχει με επίμονες πληθωριστικές πιέσεις στις υπηρεσίες.
Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι ο συνολικός πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σχέση με τα υψηλά του 2022, κυρίως λόγω της αποκλιμάκωσης των τιμών ενέργειας και τροφίμων. Ωστόσο, ο πληθωρισμός των υπηρεσιών παραμένει “κολλημένος” σε υψηλά επίπεδα, αντανακλώντας τις αυξήσεις μισθών, το κόστος εργασίας και τη διατήρηση ισχυρής ζήτησης σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές και η εστίαση.
Αυτό το σκηνικό καθιστά τις αποφάσεις της ΕΚΤ ιδιαίτερα λεπτές. Από τη μία πλευρά, η οικονομική δραστηριότητα σε βασικές οικονομίες της Ευρωζώνης εμφανίζει σημάδια κόπωσης, με χαμηλή ανάπτυξη, περιορισμένες επενδύσεις και πιέσεις στη βιομηχανία. Από την άλλη, η πρόωρη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής θα μπορούσε να αναζωπυρώσει πληθωριστικές πιέσεις, υπονομεύοντας την αξιοπιστία της Τράπεζας.
Οι αγορές προεξοφλούν ότι οι πρώτες μειώσεις επιτοκίων θα ξεκινήσουν μέσα στο 2026, ωστόσο η ένταση και η συχνότητά τους παραμένουν αβέβαιες. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν η ΕΚΤ θα μειώσει τα επιτόκια, αλλά αν θα κινηθεί σταδιακά ή πιο επιθετικά, ανάλογα με την πορεία των μισθών και των τιμών στις υπηρεσίες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαφοροποίηση εντός της Ευρωζώνης. Ορισμένες χώρες του Νότου εμφανίζουν ισχυρότερη ανάπτυξη και αυξημένη κατανάλωση, ενώ οικονομίες του Βορρά κινούνται οριακά ή σε στασιμότητα. Αυτή η ανομοιογένεια δυσκολεύει τη χάραξη ενιαίας νομισματικής πολιτικής, ενισχύοντας τις εσωτερικές συζητήσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Παράλληλα, οι αποφάσεις της ΕΚΤ επηρεάζονται και από το διεθνές περιβάλλον. Η πορεία των επιτοκίων στις ΗΠΑ, οι κινήσεις της Fed και η ισοτιμία του ευρώ διαμορφώνουν ένα πλαίσιο στο οποίο η Ευρωζώνη δεν μπορεί να κινηθεί αποκομμένα. Μια απότομη απόκλιση πολιτικής θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες μεταβολές στις αγορές συναλλάγματος και στις ροές κεφαλαίων.
Συνολικά, η επόμενη φάση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη χαρακτηρίζεται από προσεκτικά βήματα, αυξημένη εξάρτηση από τα δεδομένα και περιορισμένα περιθώρια λάθους. Ο επίμονος πληθωρισμός στις υπηρεσίες λειτουργεί ως βασικός “φραγμός” σε γρήγορες μειώσεις επιτοκίων, καθιστώντας σαφές ότι η ΕΚΤ θα επιδιώξει σταθερότητα και αξιοπιστία, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πιο αργή χαλάρωση από ό,τι θα ήθελαν οι αγορές.