Σε τροχιά έντονης διόγκωσης βρίσκεται το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ.
Με τους διεθνείς οργανισμούς και τις αγορές να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη βιωσιμότητα των αμερικανικών δημοσίων οικονομικών τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο ρυθμός αύξησης του χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών αναμένεται να ξεπεράσει ακόμη και παραδοσιακά υπερχρεωμένες οικονομίες, όπως η Ιταλία και η Ελλάδα, αναδεικνύοντας έναν κίνδυνο με παγκόσμιες προεκτάσεις.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει ήδη υπερβεί τα 34 τρισ. δολάρια, αντανακλώντας χρόνια δημοσιονομικών ελλειμμάτων, αυξημένων αμυντικών δαπανών, υψηλού κόστους εξυπηρέτησης λόγω επιτοκίων και πιέσεων από τα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και υγείας. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι, χωρίς ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ θα συνεχίσει να αυξάνεται, περιορίζοντας τα περιθώρια μελλοντικών παρεμβάσεων σε περιόδους κρίσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, ως εκδότης του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος, επηρεάζουν άμεσα το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η αυξημένη προσφορά αμερικανικών ομολόγων πιέζει τις αποδόσεις ανοδικά, επηρεάζοντας το κόστος δανεισμού παγκοσμίως και δημιουργώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις σε αναδυόμενες και ανεπτυγμένες οικονομίες.
Παράλληλα, οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στην Ουάσινγκτον δυσχεραίνουν τη λήψη αποφάσεων για δημοσιονομική εξυγίανση, με τις αγορές να παρακολουθούν στενά τις συζητήσεις για το ανώτατο όριο χρέους και τη μεσοπρόθεσμη στρατηγική ελλειμμάτων. Αναλυτές προειδοποιούν ότι η παρατεταμένη αδράνεια ενδέχεται να πλήξει την αξιοπιστία των ΗΠΑ και να αυξήσει τη μεταβλητότητα στις αγορές.
Σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικών εντάσεων και υψηλών επιτοκίων, το αμερικανικό χρέος εξελίσσεται σε κεντρικό παράγοντα παγκόσμιου ρίσκου. Το αν και πότε θα αναληφθούν ουσιαστικές πρωτοβουλίες δημοσιονομικής σταθεροποίησης παραμένει κρίσιμο ερώτημα, όχι μόνο για τις ΗΠΑ, αλλά και για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.