Σε πολυετή υψηλά έχουν εκτοξευθεί τα κόστη δανεισμού διεθνώς, καθώς οι φόβοι για μια παρατεταμένη σύγκρουση, οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου και οι ανησυχίες για την αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων έχουν προκαλέσει ένα μαζικό sell-off παγκοσμίως.
Το sell-off εντάθηκε καθώς η αύξηση των τιμών του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι αναζωπύρωσε τους φόβους για ένα πληθωριστικό σοκ. Και σύμφωνα με αναλυτές, περαιτέρω ρευστοποιήσεις στις αγορές ομολόγων θα ενισχύσουν τις εκτιμήσεις ότι τα επίπεδα χρέους σε πολλές χώρες καθίστανται μη βιώσιμα, ωθώντας σημαντικά προς τα πάνω και το εταιρικό κόστος δανεισμού, το οποίο με τη σειρά του θα οδηγήσει σε βίαιο sell-off κι στις μετοχές
Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου αυξήθηκε στο 3,21%, το υψηλότερο επίπεδό από το 2011, ενώ οι αποδόσεις των 10ετών αμερικανικών ομολόγων άγγιξαν το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 μηνών και το 4,71%, καθώς η αύξηση των τιμών του πετρελαίου αναδιαμόρφωσε τις προσδοκίες για τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών.
Οι κλιμακούμενες επιθέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχουν διαλύσει τις ελπίδες των επενδυτών ότι τα Στενά του Ορμούζ μπορεί να ανοίξουν ξανά πλήρως και ότι η παγκόσμια οικονομία μπορεί να αποφύγει μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση. Σε αυτό προστέθηκαν οι φόβοι ότι οι Χούθι θα μπορούσαν να κλείσουν το Στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην Ερυθρά Θάλασσα, μια σημαντική εναλλακτική διαδρομή για το πετρέλαιο από τότε που το Ορμούζ έχει ουσιαστικά κλείσει.
«Έχουμε εισέλθει σε ένα νέο μακροοικονομικό καθεστώς», σημειώνει ο Άτσι Σεθ, επικεφαλής πιστωτικών αγορών του οίκου αξιολόγησης Moody’s. Αυτό σημαίνει «δομικά υψηλότερο πληθωρισμό, υψηλότερα επιτόκια ως αποτέλεσμα, αλλά και ευρύτερα δημοσιονομικά ελλείμματα, και την πιθανότητα η παγκόσμια αβεβαιότητα να κοινωνικοποιηθεί περαιτέρω και να επιβαρύνει τους κυβερνητικούς ισολογισμούς».
Οι αποδόσεις πολλών άλλων παγκόσμιων ομολόγων έφτασαν σε πολυετή υψηλά και σε επίπεδα που δεν έχουν σημειωθεί από την κρίση χρέους, την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση και ακόμα πιο πίσω, καθώς οι τιμές του πετρελαίου, από 70 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Ιουλίου, ξεπέρασαν τα 100 δολάρια.
Η απόδοση του 10ετούς γαλλικού ομολόγου άγγιξε το 4% για πρώτη φορά από το 2009. Η αντίστοιχη απόδοση των βρετανικών ομολόγων στο 5,10% οδεύοντάς προς τα υψηλότερα επίπεδα από το 2008, ενώ η απόδοση στα 10ετή ιαπωνικά ομόλογα (2,82%) άγγιξε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί από τη δεκαετία του 1990.
Παράλληλα, στα υψηλότερα επίπεδα από τον Ιανουάριο του 2012 κινήθηκε η απόδοση του 10ετούς βελγικού ομολόγου (3,78%), ενώ τα ομόλογα της περιφέρειας της Ευρωζώνης και ειδικά τα ελληνικά, κινήθηκαν πολύ πιο «ψύχραιμα».
Η απόδοση του 10ετούς ιταλικού ομολόγου αν και ξεπέρασε το 4% κινήθηκε σε υψηλά δύο ετών, οι αποδόσεις των ισπανικών και των πορτογαλικών 10ετών κινήθηκαν σε υψηλά σχεδόν τριών ετών, στο 3,67% και στο 3,6%, αντίστοιχα, ενώ το ελληνικό 10ετές έφτασε έως το 3,93% και στα επίπεδα που είχε βρεθεί τον Μάρτιο, στις πρώτες ημέρες του πολέμου στο Ιράν. Οι ελάχιστες, σχεδόν μηδενικές, δανειακές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου για το υπόλοιπο του έτους (έχει καλυφθεί ήδη το 94%), σε συνδυασμό με την ισχυρή δημοσιονομική, προστάτεψαν τους ελληνικούς τίτλους από τις βίαιες ρευστοποιήσεις.
Ενώ οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν χαμηλότερες από τα 126 δολάρια το βαρέλι που έφτασαν τον Μάιο, αναλυτές επισημαίνουν πως η αύξηση των αποδόσεων δείχνει ότι η αγορά προετοιμάζεται για μια πιο μακροχρόνια αύξηση του πληθωρισμού λόγω της ενέργειας.
Η ανοδική πορεία του κόστους δανεισμού ασκεί σημαντική πίεση στις κυβερνήσεις. Η Fitch επισημαίνει ότι μια σειρά από διαδοχικές κρίσεις –η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, η κρίση χρέους της Ευρωζώνης, η πανδημία της COVID-19, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η συνεχιζόμενη σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν– έχουν συμβάλει στη μακροχρόνια διόγκωση του δημόσιου χρέους.
Η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς αναμένεται να δαπανήσουν περίπου το 8% των κρατικών εσόδων φέτος σε τόκους χρέους, και οι ΗΠΑ σχεδόν το 12%, σύμφωνα τον οίκο. Όπως προειδοποιεί ο οίκος, ο πόλεμος θα «έχει αρνητικό αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά των ανεπτυγμένων αγορών φέτος μέσω της ασθενέστερης αύξησης του ΑΕΠ, του υψηλότερου κόστους τόκων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, των επιδοτήσεων ενέργειας». Η βιωσιμότητα του χρέους, όπως σημείωσε, γίνεται πιο ευάλωτη στις μεταβολές των αποδόσεων της αγοράς και οι αγορές ομολόγων πιο ευαίσθητες στη δημοσιονομική πολιτική.
Παράλληλα, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα μεγαλύτερες διαρθρωτικές πιέσεις στις δαπάνες, που συνδέονται με την ενίσχυση της άμυνας, τη γήρανση του πληθυσμού, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους λόγω υψηλότερων επιτοκίων. Η Fitch εκτιμά ότι οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρώπη θα αυξηθούν κατά μέσον όρο κατά 0,6% του ΑΕΠ την περίοδο 2025-2029.
Επίσης, σύμφωνα με τις προβλέψεις της, οι ΗΠΑ θα καταγράψουν και φέτος το μεγαλύτερο δημοσιονομικό έλλειμμα μεταξύ των μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών, στο 7,8% του ΑΕΠ, ή περίπου 2,5 τρισ. δολάρια. Ακολουθούν η Γαλλία με έλλειμμα 5% του ΑΕΠ, η Βρετανία με 4,8%, η Γερμανία με 3,7% και η Ιαπωνία με 3,1%.
Και πέραν όλων των παραπάνω, οι αγορές θα πρέπει να αποτιμήσουν και έναν ακόμη κίνδυνο, τον πολιτικό. «Με τις εκλογές να πλησιάζουν στη Γαλλία, την Ισπανία, την Ελλάδα και την Ιταλία το 2027, ο πολιτικός κίνδυνος θα βρεθεί σύντομα στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών αγορών κρατικών ομολόγων», σχολιάζει η Allianz Research.