Το ερώτημα αν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία έχουν αποκτήσει υπερβολική πολιτική ισχύ δεν είναι καινούριο, αλλά το τελευταίο διάστημα επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο στις Ηνωμένες Πολιτείες με αφορμή το νέο βιβλίο του ιστορικού και καθηγητή Νομικής στο Yale, Samuel Moyn, με τίτλο Gerontocracy in America: How the Old Are Hoarding Power and Wealth — and What to Do About It (Farrar, Straus and Giroux, 2026).
Το βιβλίο επιχειρεί να τεκμηριώσει με στοιχεία μια διαπίστωση που έως τώρα κυκλοφορούσε κυρίως ως πολιτικό σύμπτωμα. Ότι η αμερικανική κοινωνία έχει μετατραπεί σε μια χώρα φτιαγμένη πρωτίστως για τους μεγαλύτερους σε ηλικία.
Ο Moyn στήνει την επιχειρηματολογία του σε τρία σκέλη. Το πρώτο, και το πιο τεκμηριωμένο, είναι ότι οι ηλικιωμένοι Αμερικανοί έχουν συγκεντρώσει μια δύναμη χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Η κατάργηση, μετά το 1986, της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης σε σχεδόν όλους τους κλάδους σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και της λειτουργικής υγείας στις μεγαλύτερες ηλικίες, είχε ως αποτέλεσμα στελέχη επιχειρήσεων, δικαστές, καθηγητές πανεπιστημίου και βουλευτές να παραμένουν σε θέσεις ισχύος για πολύ περισσότερο καιρό απ’ όσο παλαιότερα. Στο Κογκρέσο, το ποσοστό των μελών άνω των 70 ετών βρίσκεται σε ιστορικό υψηλό ενώ η οικονομική εικόνα είναι ανάλογη: τα νοικοκυριά μεγαλύτερης ηλικίας κατέχουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του πλούτου ενώ οι προοπτικές των νεότερων γενεών σε στέγαση, μισθούς, αποταμίευση, συνεχώς υποχωρούν.
Το δεύτερο σκέλος, πολύ πιο αμφιλεγόμενο, είναι το κατά πόσο αυτή η κατάσταση συνιστά πρόβλημα. Εδώ ο Moyn δέχεται κριτική και από αναγνώστες που συμμερίζονται την πρώτη του διάγνωση: ότι το πραγματικό ζητούμενο μπορεί να είναι λιγότερο η ηλικία και περισσότερο η ταξική θέση δηλαδή ότι «πλούσιοι ηλικιωμένοι» δεν είναι το ίδιο πρόβλημα με «φτωχούς ηλικιωμένους» και ότι η εστίαση αποκλειστικά στην ηλικιακή μεταβλητή μπορεί να αποπροσανατολίζει από ζητήματα ανισότητας που αφορούν σε όλες τις γενιές.
Το τρίτο σκέλος είναι το πιο πρακτικό: τι μπορεί να γίνει; Ο Moyn ζητά μηχανισμούς που θα ανακατανείμουν την εξουσία προς τα κάτω: ηλικιακά όρια για ανώτατα αξιώματα και δικαστικές θέσεις, επαναφορά της υποχρεωτικής συνταξιοδότησης σε ορισμένους κλάδους, φορολογικά κίνητρα που θα ενθαρρύνουν τους ιδιοκτήτες μεγάλων ακινήτων να τα «απελευθερώσουν» για νεότερα νοικοκυριά και μεταρρυθμίσεις που θα ενίσχυαν τη συμμετοχή των νέων στις εκλογές. Ορισμένες από αυτές τις προτάσεις έχουν ήδη ευρεία λαϊκή στήριξη σε δημοσκοπήσεις, ανεξαρτήτως ηλικιακής ομάδας των ερωτηθέντων.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι αμερικανικό ζήτημα. Η Ελλάδα έχει έναν από τους πιο γερασμένους πληθυσμούς στην Ευρώπη, με χαμηλή γεννητικότητα και συνεχή μετανάστευση νέων ανθρώπων προς το εξωτερικό τις τελευταίες δεκαπέντε χρόνια. Σε αυτό το επίπεδο, η «δημογραφική» πλευρά του προβλήματος που περιγράφει ο Moyn είναι αν μη τι άλλο εξίσου έντονη και στην ελληνική περίπτωση.
Το σημαντικότερο σημείο για την ελληνική εμπειρία είναι ότι το ζήτημα της «γεροντοκρατίας» στην Ελλάδα έχει ιστορικά συνδεθεί λιγότερο με την ηλικία καθαυτή και περισσότερο με τη διαιώνιση πολιτικών οικογενειών και δικτύων. Ένα φαινόμενο που δεν περιγράφεται επαρκώς από τον αμερικανικό όρο «gerontocracy», αλλά μάλλον από αυτό που στην ελληνική δημόσια συζήτηση αποκαλείται «οικογενειοκρατία» ή «πολιτικά τζάκια». Η αμερικανική εκδοχή του προβλήματος είναι πιο «θεσμική» (μονιμότητα σε αξιώματα χωρίς ηλικιακά φρένα), ενώ η ελληνική είναι πιο «δικτυακή» (μεταβίβαση πολιτικού κεφαλαίου εντός οικογενειών) έστω και αν οι δύο διαστάσεις τελικά αλληλοτροφοδοτούνται.
Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Η εκλογική συμπεριφορά δείχνει σταθερά μια ψαλίδα ανάμεσα σε γενιές. Στις τελευταίες Ευρωεκλογές για παράδειγμα, η συμμετοχή ήταν αισθητά χαμηλότερη στις νεότερες ηλικιακές ομάδες ενώ τα κόμματα καταγράφουν χαμηλά ποσοστά στους νέους 17-34 ετών σε σύγκριση με τον γενικό μέσο όρο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι πολιτικές ατζέντες να διαμορφώνονται γύρω από τα συμφέροντα της πιο «αξιόπιστης» εκλογικά ομάδας. Συντάξεις, σύστημα υγείας, φορολογία ακίνητης περιουσίας, κόστος φαρμάκων. Όσο μεγαλώνει κανείς, τόσο περισσότερες κρατικές πολιτικές τον επηρεάζουν άμεσα και καθημερινά και τόσο πιο εύκολο είναι να συνδεθεί μια ψηφοφορία με ένα συγκεκριμένο, προσωπικό αποτέλεσμα. Ένας 25χρονος αντιλαμβάνεται τις πολιτικές αποφάσεις συχνά ως κάτι αφηρημένο που θα τον επηρεάσει «κάποια στιγμή στο μέλλον». Ένας 70χρονος όμως τις βιώνει στο επόμενο λογαριασμό ρεύματος ή στην επόμενη επίσκεψη στον γιατρό.
Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις, η ψήφος μετατρέπεται σε εδραιωμένη κοινωνική συνήθεια καθώς αυξάνεται η ηλικία. Σχετίζεται δε με την οικογενειακή κατάσταση, τη μονιμότητα κατοικίας, την ενσωμάτωση σε τοπικά δίκτυα (σύλλογοι, ενορίες, σωματεία) που υπενθυμίζουν και ενθαρρύνουν τη συμμετοχή. Οι νεότεροι, αντίθετα, μετακινούνται συχνότερα, αλλάζουν συνθήκες ζωής, και δεν έχουν ακόμη «χτίσει» αυτή τη συνήθεια.
Η συνταξιοδότηση απελευθερώνει χρόνο για παρακολούθηση ειδήσεων, συμμετοχή σε συλλόγους, εθελοντισμό σε κόμματα ή δημοτικές παρατάξεις, δραστηριότητες που για έναν εργαζόμενο γονέα είναι πολυτέλεια. Η πολιτική, με την έννοια της οργανωμένης συμμετοχής, απαιτεί χρόνο και ο χρόνος είναι ένας πόρος που κατανέμεται άνισα ανάλογα με το στάδιο ζωής.
Τέλος, όσο περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις έχει περάσει κανείς, τόσο πιο εξοικειωμένος είναι με τους θεσμούς, τα κόμματα και τη γλώσσα της πολιτικής. Οι νεότεροι, αντίθετα, συχνά εκφράζουν δυσπιστία απέναντι σε θεσμούς που αντιλαμβάνονται ως απομακρυσμένους ή ανίκανους να αντικατοπτρίσουν τις δικές τους ανησυχίες, μια δυσπιστία που, όπως δείχνουν τα ελληνικά στοιχεία για την αποχή, μεταφράζεται τελικά σε ακόμη μικρότερη πολιτική επιρροή.
Όλα τα παραπάνω δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο: οι πολιτικές ευνοούν τους μεγαλύτερους, οι μεγαλύτεροι ανταποδίδουν με ψήφο, οι πολιτικές ευνοούν ακόμη περισσότερο τους μεγαλύτερους. Είναι ακριβώς αυτό που ο Moyn θεωρεί δομικό αίτιο της αμερικανικής «γεροντοκρατίας».
Το βιβλίο του Moyn αναγνωρίζει ότι η μακροζωία είναι ένα κοινωνικό επίτευγμα και όχι ένα πρόβλημα προς επίλυση, αλλά υποστηρίζει ότι οι θεσμοί δεν έχουν προσαρμοστεί σε αυτό το επίτευγμα. Παραμένουν σχεδιασμένοι για κοινωνίες όπου η ισχύς άλλαζε χέρια συχνότερα, επειδή η ζωή ήταν συντομότερη. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό και που αφορά εξίσου την Αθήνα όσο και την Ουάσιγκτον, είναι το αν η ανανέωση – θεσμική, πολιτική, γενεαλογική – μπορεί να σχεδιαστεί εκ των προτέρων ή αν θα συνεχίσει να επιβάλλεται μόνο εκ των υστέρων, όταν πια είναι αργά.