Ζούμε ίσως στην πιο θορυβώδη και ταυτόχρονα πιο αντιφατική περίοδο της μεταπολιτευτικής πολιτικής ζωής.
Μια εποχή όπου η υπερβολή έγινε κανονικότητα, η πολιτική ψυχραιμία εξαφανίστηκε και ο δημόσιος διάλογος θυμίζει ολοένα περισσότερο τηλεοπτικό πάνελ που δεν τελειώνει ποτέ.
Η πολιτική σκηνή έχει γεμίσει από πρόσωπα που μιλούν ασταμάτητα, χωρίς μέτρο, χωρίς αυτοσυγκράτηση και συχνά χωρίς στοιχειώδη επίγνωση της πραγματικότητας.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου μετατρέπεται καθημερινά σε πρωταγωνίστρια μιας διαρκούς πολιτικής παράστασης, με ακραίες συγκρούσεις και μόνιμη ένταση.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει στο προσκήνιο μιλώντας για τράπεζες και οικονομία, λες και η κοινωνία ξέχασε όσα συνέβησαν το 2015.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης αναζητά νέο αφήγημα μέσα από εμμονές που δύσκολα αγγίζουν την καθημερινότητα της αγοράς και των εργαζομένων.
Την ίδια ώρα, ο πολιτικός παραλογισμός έχει γίνει σχεδόν εθνικό σπορ. Οι ίδιοι που καταγγέλλουν «ανυπεράσπιστη χώρα» αποσιωπούν τις συμφωνίες για Belharra, Rafale και F-35. Εκείνοι που ζητούν περισσότερο κράτος ασφαλείας, θα ήταν οι πρώτοι που θα φώναζαν για αυταρχισμό αν εφαρμοζόταν στην πράξη όσα προτείνουν δημόσια.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη εξακολουθεί να παραμένει πολιτικά κυρίαρχη, όχι επειδή όλα λειτουργούν τέλεια, αλλά επειδή απέναντί της δεν διαμορφώνεται πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Η αντιπολίτευση δείχνει συχνά περισσότερο απορροφημένη από τις εσωτερικές της εμμονές παρά από την πραγματική κοινωνική αγωνία.
Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι άλλο: ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος μοιάζει να λειτουργεί σχεδόν με ψυχολογία καταστροφής. Σαν να επενδύει πολιτικά στο χάος, στην ένταση και στη μόνιμη δυσαρέσκεια. Και όσο η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα και όχι σε σχέδιο, τόσο η κοινωνία θα απομακρύνεται από την ουσία.
Γιατί στο τέλος, ο πολίτης δεν ζητά κραυγές. Ζητά σοβαρότητα, σταθερότητα και κοινή λογική. Και αυτά πλέον μοιάζουν να είναι τα πιο δυσεύρετα αγαθά στην ελληνική πολιτική σκηνή.