Υπάρχει μια κατηγορία πολιτικών που αυτή την περίοδο κοιμάται και ξυπνά με μία μόνο αγωνία: «Βγαίνω ή δεν βγαίνω;».
Δεν μιλάμε για τους αρχηγούς. Αυτοί έχουν άλλους πονοκεφάλους. Μιλάμε για τους βουλευτές και τους επίδοξους βουλευτές που παρακολουθούν τις δημοσκοπήσεις με μεγαλύτερη προσήλωση κι από χρηματιστές μπροστά στις οθόνες της Wall Street.
Κάθε μέρα που περνά, δεκάδες τοπικές μετρήσεις τρέχουν σε όλη τη χώρα. Τα τηλέφωνα παίρνουν φωτιά και οι υποψήφιοι προσπαθούν να ανακαλύψουν αν το πολιτικό τους μέλλον βρίσκεται στη Βουλή ή στην πολιτική ανεργία. Το πρόβλημα είναι ότι οι αριθμοί δεν λένε πάντα όλη την αλήθεια.
Για ορισμένους υποψηφίους της Νέας Δημοκρατίας τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Κάποιοι βλέπουν ότι βρίσκονται σταθερά στις πρώτες θέσεις και αισθάνονται ασφαλείς. Άλλοι όμως ανακαλύπτουν ότι βρίσκονται πολύ χαμηλά στη λίστα και ότι ακόμη και με τα πιο αισιόδοξα εκλογικά σενάρια δύσκολα θα ξαναδούν τα έδρανα της Βουλής.
Και τότε αρχίζει ο πειρασμός. Διότι στην πολιτική, όπως και στη ζωή, κανείς δεν παραδίδει εύκολα τα όπλα. Όταν οι πιθανότητες μηδενίζονται στο ένα στρατόπεδο, αρκετοί αρχίζουν να κοιτούν προς άλλες κατευθύνσεις. Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται το σενάριο ενός νέου πολιτικού φορέα υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
Αν τελικά προχωρήσει ένα τέτοιο εγχείρημα, δεν θα προσελκύσει μόνο ιδεολογικούς υποστηρικτές. Θα προσελκύσει και όσους βλέπουν ότι η πολιτική τους επιβίωση κινδυνεύει. Γιατί στην πολιτική, η ιδεολογία μετράει. Αλλά η προοπτική επανεκλογής μετράει πολλές φορές ακόμη περισσότερο.