Στο ένατο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου των Πολιτικών (1269b–1270a), ο Αριστοτέλης αφιερώνει μία από τις πιο καυστικές του κριτικές στο πολίτευμα της Σπάρτης, εστιάζοντας σε ένα σημείο που συχνά παραγκωνίζεται: τη θέση των γυναικών.
Το επιχείρημά του δεν είναι αποσπασματικό αλλά κλιμακωτό — ξεκινά από μια θεωρητική αρχή περί νομοθεσίας, περνά από το ιστορικό παρασκήνιο του Λυκούργου, φτάνει στον μηχανισμό συγκέντρωσης της γης, και καταλήγει στη στρατιωτική κατάρρευση της πόλης. Ακολουθεί η αναδόμηση αυτής της συλλογιστικής, με το πρωτότυπο κείμενο να συνοδεύει κάθε στάδιο του επιχειρήματος· παράλληλα, όπου η αρχαία γραμματεία και η σύγχρονη ιστορική έρευνα προσφέρουν μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν ή συμπληρώνουν επιμέρους σημεία της —Πλάτων, Ξενοφών, Ευριπίδης, καθώς και σύγχρονοι ιστορικοί— παρατίθενται κι αυτές.
Το ιστορικό πλαίσιο: από την ακμή στην πτώση
Για να έχει νόημα η κριτική του Αριστοτέλη, χρειάζεται ένα ελάχιστο χρονολογικό στίγμα. Ο Λυκούργος, στον οποίο η παράδοση αποδίδει το σπαρτιατικό πολίτευμα, τοποθετείται συμβατικά γύρω στον 9ο-8ο αιώνα π.Χ. —η ίδια η αρχαιότητα δεν ήταν βέβαιη για την ακριβή χρονολόγησή του. Το σύστημα που εξετάζουμε λειτουργούσε πάντως σταθερά ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ.
Η ακμή της Σπάρτης τοποθετείται αδιαμφισβήτητα στα τέλη εκείνου του αιώνα: το 404 π.Χ. νίκησε οριστικά την Αθήνα στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και ανέλαβε την ηγεμονία ολόκληρου του ελληνικού κόσμου, θέση που κράτησε περίπου τρεις δεκαετίες. Το 371 π.Χ., στα Λεύκτρα, ηττήθηκε για πρώτη φορά σε ανοιχτή μάχη από στρατό άλλης ελληνικής πόλης —τη Θήβα, υπό τον Επαμεινώνδα— και η ηγεμονία κατέρρευσε σχεδόν αμέσως. Ακολούθησε, το 369 π.Χ., η οριστική απώλεια της Μεσσηνίας, της γονιμότερης περιοχής της Σπάρτης και βασικής πηγής εργατικού δυναμικού μέσω των ειλώτων, με την ίδρυση ανεξάρτητης Μεσσήνης από τον ίδιο τον Επαμεινώνδα.
Ο Αριστοτέλης γράφει τα Πολιτικά δεκαετίες αργότερα, γύρω στο 335-322 π.Χ., με την πλήρη προοπτική αυτής της κατάρρευσης. Δεν εξηγεί μια απλή στρατιωτική ήττα· εξηγεί πώς η κυρίαρχη δύναμη της Ελλάδας έπεσε σε καθεστώς δευτερεύουσας πόλης μέσα σε μία γενιά, εντοπίζοντας την αιτία σε δομές δεκαετιών, ακόμη και αιώνων, πίσω. Η ιστορία δεν σταματά εκεί: το πρόβλημα που περιγράφει όξυνε περαιτέρω τον επόμενο αιώνα, ως τις αποτυχημένες μεταρρυθμίσεις του Άγιδος (244 π.Χ.) και του Κλεομένη (227 π.Χ.), όπως θα δούμε παρακάτω. Η Σπάρτη δεν ανέκτησε ποτέ την παλιά της ισχύ· προσαρτήθηκε τελικά στην Αχαϊκή Συμπολιτεία και, αργότερα, στη ρωμαϊκή επικράτεια, ως πόλη πλέον χωρίς πολιτική βαρύτητα.
Η θεωρητική αφετηρία και το σφάλμα του Λυκούργου
Ο Αριστοτέλης θέτει καταρχάς μια γενική αρχή: επειδή κάθε οικογένεια —άρα, κατ’ επέκταση, κάθε πόλη— αποτελείται εξίσου από άνδρες και γυναίκες, μια πολιτεία που δεν νομοθετεί ορθά για τις γυναίκες αφήνει στην πράξη το μισό της πόλης ανομοθέτητο:
«Ἔτι δ᾿ ἡ περὶ τὰς γυναῖκας ἄνεσις καὶ πρὸς τὴν προαίρεσιν τῆς πολιτείας βλαβερὰ καὶ πρὸς εὐδαιμονίαν πόλεως. Ὥσπερ γὰρ οἰκίας μέρος ἀνὴρ καὶ γυνή, δῆλον ὅτι καὶ πόλιν ἐγγὺς τοῦ δίχα διῃρῆσθαι δεῖ νομίζειν εἴς τε τὸ τῶν ἀνδρῶν πλῆθος καὶ τὸ τῶν γυναικῶν, ὥστ᾿ ἐν ὅσαις πολιτείαις φαύλως ἔχει τὸ περὶ τὰς γυναῖκας, τὸ ἥμισυ τῆς πόλεως εἶναι δεῖ νομίζειν ἀνομοθέτητον.»
Πολιτικά, Β 9, 1269b
Αυτό ακριβώς, γράφει, συνέβη στη Σπάρτη. Ο νομοθέτης ήθελε ολόκληρη την πόλη καρτερική· ως προς τους άνδρες πέτυχε φανερά τον στόχο του, τις γυναίκες όμως παραμέλησε — εκείνες έζησαν χωρίς κανέναν περιορισμό, μέσα στην ακολασία και την τρυφή:
«Ὅλην γὰρ τὴν πόλιν ὁ νομοθέτης εἶναι βουλόμενος καρτερικήν, κατὰ μὲν τοὺς ἄνδρας φανερός ἐστι τοιοῦτος ὤν, ἐπὶ δὲ τῶν γυναικῶν ἐξημέληκεν· ζῶσι γὰρ ἀκολάστως πρὸς ἅπασαν ἀκολασίαν καὶ τρυφερῶς.»
Πολιτικά, Β 9, 1269b
Η λέξη «ἀκολασία» εδώ δεν είναι σχήμα λόγου ή γενική επίπληξη. Στα Ηθικά Νικομάχεια (Γ 10-12) ο Αριστοτέλης την ορίζει με ακρίβεια ως τεχνικό όρο: είναι η κακία της υπερβολής ειδικά ως προς τις σωματικές απολαύσεις της αφής — φαγητό, ποτό, σεξ — αντίθετη στη σωφροσύνη· ρητά αποκλείει από το πεδίο της την υπερβολική ενασχόληση με την τιμή, τη μάθηση ή άλλες μη σωματικές ηδονές. Όταν μεταφέρει τον ίδιο όρο στις Σπαρτιάτισσες, η κατηγορία αποκτά συγκεκριμένο, σωματικό περιεχόμενο — κάτι πιο βαρύ απ’ όσο δείχνει η συνήθης απόδοση «ασυδοσία».
Η κατηγορία είχε ρίζες σε παλαιότερο αθηναϊκό στερεότυπο. Σχεδόν έναν αιώνα νωρίτερα, ο Ευριπίδης, στην Ανδρομάχη (στ. 595-601), βάζει τον Πηλέα να λέει πως καμία Σπαρτιάτισσα δεν θα μπορούσε να είναι σώφρων ακόμη κι αν το ήθελε, αφού βγαίνουν από τα σπίτια τους παρέα με νέους άνδρες, με γυμνούς μηρούς, και μοιράζονται μαζί τους στίβους και παλαίστρες — υπαινισσόμενος ανοιχτά σεξουαλική ασυδοσία. Το ίδιο στερεότυπο τροφοδοτούσε κι ο μύθος: η πλέον διαβόητη μοιχαλίδα της ελληνικής παράδοσης, η Ελένη, ήταν Σπαρτιάτισσα. Το έργο γράφτηκε εν μέσω Πελοποννησιακού πολέμου και θεωρείται από τους φιλολόγους έντονα αντισπαρτιατικό — κάτι που δεν αναιρεί τη μαρτυρία για το πώς έβλεπαν οι Αθηναίοι τις γυναίκες του αντιπάλου τους, αλλά υπενθυμίζει πως πρόκειται για εχθρική πηγή, όχι ουδέτερη περιγραφή.
Πως δεν επρόκειτο για απλή φήμη το επιβεβαιώνει και η σύγχρονη ιστορική έρευνα. Ο Thomas Figueira, καθηγητής στο Rutgers, σε εκτενή μελέτη του για τη γυναικοκρατία στη Σπάρτη, τεκμηριώνει από τον Ηρόδοτο, τον Αριστοτέλη και μεταγενέστερους συγγραφείς πως οι Σπαρτιάτισσες πράγματι ασκούσαν ενεργό κοινωνικό έλεγχο πάνω στους άνδρες — μέσω δημόσιου επαίνου και χλευασμού σε τελετουργικά τραγούδια, όπου κορίτσια σατίριζαν δημοσίως τους δειλούς και εγκωμίαζαν τους γενναίους. Πρόκειται, υποστηρίζει, για αυθεντικό σπαρτιατικό θεσμό, άρρηκτα δεμένο με τη διατήρηση του ιδεώδους του «ὁμοίου», όχι για αθηναϊκή συκοφαντία. Η Sarah Pomeroy καταλήγει σε ανάλογο συμπέρασμα: η ελευθερία κινήσεων, λόγου και σώματος που απολάμβαναν οι Σπαρτιάτισσες —γυμνασμένες δημόσια, χωρίς κηδεμόνα να ελέγχει την περιουσία τους, με δικαίωμα δημόσιου λόγου— δεν είχε αντίστοιχο πουθενά αλλού στον ελληνικό κόσμο. Ό,τι ο Αριστοτέλης ονομάζει «ἄνεσιν» και «ἀκολασίαν», δηλαδή, φαίνεται να περιγράφει κάτι πραγματικό και πρωτοφανές για τα ελληνικά δεδομένα, όχι μεμονωμένη κακία.
Ο «μισός» νομοθέτης: το ιστορικό παρασκήνιο
Η παραμέληση αυτή δεν ήταν εξαρχής επιλογή. Ο Αριστοτέλης αποκαλύπτει πως ο Λυκούργος όντως επιχείρησε να υπαγάγει και τις γυναίκες στους νόμους του· εκείνες όμως αντιστάθηκαν τόσο σθεναρά, ώστε αναγκάστηκε τελικά να υποχωρήσει:
«Τὰς δὲ γυναῖκάς φασι μὲν ἄγειν ἐπιχειρῆσαι τὸν Λυκοῦργον ὑπὸ τοὺς νόμους, ὡς δ᾿ ἀντέκρουον, ἀποστῆναι πάλιν. Αἰτίαι μὲν οὖν εἰσιν αὗται τῶν γενομένων, καὶ φανερῶς ταύτης τῆς ἁμαρτίας· […] ἐπανόρθωσιν δὲ ἔχει τινὰ καὶ τὸ τῶν γυναικῶν ἔθος, οὐ μόνον πρὸς ἀπρέπειάν τινα τῆς πολιτείας αὐτῆς καθ᾿ αὑτήν, ἀλλὰ πρὸς φιλοχρηματίαν.»
Πολιτικά, Β 9, 1270a
Η βασική διάγνωση του Αριστοτέλη, πάντως, δεν ήταν μεμονωμένη γνώμη. Στους Νόμους (Ζ, περ. 806a), ο Πλάτων απευθύνει στον νομοθέτη της Σπάρτης σχεδόν πανομοιότυπη μομφή: όφειλε να είναι «ολόκληρος και όχι μισός», γράφει, αντί να αφήνει το γυναικείο φύλο να ζει μέσα στην τρυφή, τη σπατάλη και την αταξία, ενώ επέβλεπε αυστηρά μόνο το ανδρικό. Δύο φιλόσοφοι, με διαφορετική μέθοδο και γράφοντας ανεξάρτητα, καταλήγουν στην ίδια ακριβώς διάγνωση — ένδειξη πως δεν επρόκειτο για ιδιοσυγκρασιακή εμμονή του Αριστοτέλη, αλλά για ευρύτερα αναγνωρισμένο χαρακτηριστικό του σπαρτιατικού πολιτεύματος στον 4ο αιώνα.
Την έκταση αυτής της υποχώρησης του νομοθέτη την επιβεβαιώνει, από ανύποπτη πλευρά, κι ο θαυμαστής της Σπάρτης Ξενοφών, ο οποίος στη Λακεδαιμονίων Πολιτεία (1.3-4) καταγράφει πως ο Λυκούργος «επέβαλε τη σωματική άσκηση για το γυναικείο φύλο εξίσου με το ανδρικό», με αγώνες δρόμου και δύναμης για τις γυναίκες όπως και για τους άνδρες. Εδώ χρειάζεται ακρίβεια, γιατί η ισότητα σταματούσε ακριβώς εκεί. Η πειθαρχία του Σπαρτιάτη άνδρα σήμαινε τέσσερα συγκεκριμένα πράγματα: αφαίρεση από την οικογένεια στα επτά του χρόνια για την ἀγωγή· καθημερινή σωματική κακουχία και λιτή δίαιτα ως ενήλικου· υποχρεωτική στρατιωτική θητεία εφ’ όρου ζωής· και οικονομικό περιορισμό μέσω των συσσιτίων, όπου η αδυναμία να συνεισφέρεις σήμαινε απώλεια της ιδιότητας του πολίτη. Καμία από τις τέσσερις αυτές δεσμεύσεις δεν επιβλήθηκε ποτέ στη γυναίκα: ούτε στρατιωτική θητεία, ούτε αντίστοιχο καθεστώς ηθικού ελέγχου (η «ἀκολασία» που είδαμε παραπάνω δείχνει ακριβώς την απουσία του), ούτε —το κρισιμότερο για την οικονομική κατάρρευση που ακολουθεί— περιορισμός στην απόκτηση περιουσίας μέσω προίκας και κληρονομιάς. Η σωματική άσκηση ήταν το μοναδικό σημείο σύγκλισης· σε όλα τα υπόλοιπα, η απόσταση παρέμενε τεράστια.
Γυναικοκρατία και φιλοχρηματία
Η αναφορά στη φιλοχρηματία συνδέεται ευθέως, για τον Αριστοτέλη, με τη γυναικοκρατία. Σε πολιτεύματα όπου οι γυναίκες έχουν τον πρώτο λόγο, υποστηρίζει, ο πλούτος αναπόφευκτα ανάγεται σε πρώτη αξία — φαινόμενο που παρατηρεί στα περισσότερα πολεμικά και στρατιωτικά έθνη. Καταφεύγει μάλιστα σε μια μυθολογική εικόνα: οι πρώτοι μυθοπλάστες, λέει, έζευξαν εύλογα τον Άρη με την Αφροδίτη — όλοι οι πολεμικοί λαοί φαίνεται να κυριαρχούνται είτε από τη συντροφιά ανδρών είτε από τις γυναίκες:
«Ὥστ᾿ ἀναγκαῖον ἐν τῇ τοιαύτῃ πολιτείᾳ τιμᾶσθαι τὸν πλοῦτον, ἄλλως τε κἂν τύχωσι γυναικοκρατούμενοι, διὰ τὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολεμικῶν γενῶν τὰ πολλὰ εἶναι κατεχόμενα ὑπὸ τῶν γυναικών, ἔξω τῶν Κελτῶν […] ἔοικε γὰρ οὐκ ἀλόγως ὁ μυθολογήσας πρῶτος τὸν Ἄρη τῇ Ἀφροδίτῃ συζεύξαι· ἢ γὰρ πρὸς τὴν τῶν ἀρρένων ὁμιλίαν ἢ πρὸς τὴν τῶν γυναικῶν φαίνονται κατοκώχιμοι πάντες οἱ τοιοῦτοι.»
Πολιτικά, Β 9, 1269b
Στη Σπάρτη το φαινόμενο ήταν απτό: πολλά ζητήματα διοικούνταν στην πράξη από τις γυναίκες, όσο οι άρχοντες βρίσκονταν επίσημα στην εξουσία. Ο Αριστοτέλης το θέτει ως ρητορική ερώτηση που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης:
«Διὸ παρὰ τοῖς Λάκωσι τοῦθ᾿ ὑπῆρχεν, καὶ πολλὰ διῳκεῖτο ὑπὸ τῶν γυναικῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῶν. Καίτοι τί διαφέρει γυναῖκας ἄρχειν ἢ τοὺς ἄρχοντας ὑπὸ τῶν γυναικῶν ἄρχεσθαι; Ταὐτὸ γὰρ συμβαίνει.»
Πολιτικά, Β 9, 1269b
Η σύνδεση ανάμεσα στην περιουσία και την επιρροή απασχόλησε και τον Ευριπίδη, ο οποίος, σε άλλο σημείο της Ανδρομάχης (στ. 147-153, 211) —σχεδόν έναν αιώνα πριν από τον Αριστοτέλη— αποδίδει την επιρροή των Σπαρτιατισσών ακριβώς στον έλεγχο περιουσίας, ανεξάρτητη πρώιμη επιβεβαίωση της ίδιας σύνδεσης. Και δύο σύγχρονοι οικονομολόγοι, οι Robert Fleck και Andrew Hanssen, σε μελέτη τους στο περιοδικό Economics of Governance, χαρακτηρίζουν το ποσοστό του 40% που αναφέρει ο Αριστοτέλης «καταπληκτικό» (astounding) και το χρησιμοποιούν ως αξιόπιστη βάση για αυστηρό οικονομικό μοντέλο — αποδέχονται, δηλαδή, την εκτίμηση του φιλοσόφου ως ρεαλιστική, ακόμη κι όταν διαφωνούν με το αιτιολογικό του σχήμα.
Ότι η αγάπη για τον πλούτο τελικά υπονόμευσε τη Σπάρτη το επιβεβαιώνει, από άλλη αφετηρία, κι ο θαυμαστής της Ξενοφών. Στο κλείσιμο της ίδιας πραγματείας (Λακεδαιμονίων Πολιτεία 14), παρατηρεί με πικρία πως οι σύγχρονοί του Σπαρτιάτες πια καυχώνται για την απόκτηση χρυσού, εγκαταλείποντας τις αρχές του Λυκούργου. Τη σύνδεση ανάμεσα στη γυναικεία οικονομική ισχύ και την επικράτηση του πλούτου ως αξίας την επιβεβαιώνει, με λεπτομερή τεκμηρίωση, και ο Stephen Hodkinson στη θεμελιώδη μελέτη του Property and Wealth in Classical Sparta (2000): η συγκέντρωση γης σε γυναικεία χέρια δεν ήταν περιθωριακό φαινόμενο αλλά ο βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου η φιλοχρηματία διείσδυσε στον πυρήνα του σπαρτιατικού πολιτεύματος — ακριβώς όπως περιγράφει ο Αριστοτέλης.
Το νομικό παραθυράκι και η ολιγανθρωπία
Πέρα από το ήθος, λειτουργούσε και ένας συγκεκριμένος θεσμικός μηχανισμός. Ενώ η απευθείας πώληση γης θεωρούνταν ντροπή, ο νόμος επέτρεπε την ελεύθερη μεταβίβασή της μέσω δωρεάς ή κληρονομιάς· και καθώς πολλοί άνδρες χάνονταν σε μακρόχρονες εκστρατείες αφήνοντας μοναχοκόρες, ενώ οι υπόλοιποι έδιναν αφειδώς προίκες για να παντρέψουν τις θυγατέρες τους, τεράστιες εκτάσεις γης πέρασαν σταδιακά στα χέρια γυναικών:
«Τοῖς μὲν γὰρ αὐτῶν συμβέβηκε κεκτῆσθαι πολλὴν λίαν οὐσίαν, τοῖς δὲ πάμπαν μικράν· διόπερ εἰς ὀλίγους ἧκεν ἡ χώρα. […] Ἔστι δὲ καὶ τῶν γυναικῶν σχεδὸν τῆς πάσης χώρας τῶν πέντε μερῶν τὰ δύο, τῶν τ᾿ ἐπικλήρων πολλῶν γινομένων, καὶ διὰ τὸ προῖκας διδόναι μεγάλας.»
Πολιτικά, Β 9, 1270a
Ο Αριστοτέλης δεν σταματά εκεί· συνεχίζει αμέσως, στο ίδιο χωρίο, εξηγώντας γιατί η μεταβίβαση αυτή ήταν πρακτικά αδύνατο να αναστραφεί:
«Καίτοι βέλτιον ἦν μηδεμίαν ἢ ὀλίγην ἢ καὶ μετρίαν τετάχθαι. Νῦν δ᾿ ἔξεστι δοῦναί τε τὴν ἐπίκληρον ὅτῳ ἂν βούληται, κἂν ἀποθάνῃ μὴ διαθέμενος, ὃν ἂν καταλίπῃ κληρονόμον, οὗτος ᾧ ἂν θέλῃ δίδωσιν.»
Πολιτικά, Β 9, 1270a29
Δηλαδή: «θα ήταν καλύτερα οι προίκες να μην είχαν οριστεί καθόλου, ή να ήταν μικρές, έστω μέτριες. Τώρα όμως είναι δυνατόν να δοθεί η κληρονόμος σε όποιον θέλει [ο πατέρας]· κι αν πεθάνει χωρίς διαθήκη, όποιον αφήσει ως κληρονόμο, εκείνος τη δίνει σε όποιον θέλει.» Η φράση «σε όποιον θέλει» είναι το κλειδί, και η σύγκριση με την Αθήνα δείχνει γιατί. Εκεί, μια κληρονόμος χωρίς αδελφούς (ἐπίκληρος) δεν επιλεγόταν ελεύθερα από κανέναν· ο νόμος την υποχρέωνε να παντρευτεί τον πλησιέστερο εν ζωή συγγενή του πατέρα της —ακόμη κι αν χρειαζόταν να διαζευχθεί για να γίνει αυτό— ώστε η περιουσία, μέσω του γιου που θα αποκτούσε, να περάσει ξανά σε ανδρικά χέρια. Ήταν όχημα μεταβίβασης, όχι πραγματική ιδιοκτήτρια. Στη Σπάρτη δεν υπήρχε τέτοιος μηχανισμός επιστροφής. Η πατροῦχος —έτσι λεγόταν εκεί η κληρονόμος— κρατούσε την περιουσία στο όνομά της δια βίου, με δικαίωμα να τη διαχειρίζεται και να την κληροδοτεί όπως ήθελε, ακόμη και μέσα σε γάμο. Το «νομικό παραθυράκι» δεν ήταν, δηλαδή, απλώς απουσία ρύθμισης· ήταν απουσία ακριβώς της ρύθμισης που η Αθήνα είχε θεσπίσει για να αποτρέψει αυτό το αποτέλεσμα.
Σχεδόν τα δύο πέμπτα ολόκληρης της σπαρτιατικής επικράτειας βρέθηκαν έτσι στα χέρια γυναικών. Η γη συγκεντρώθηκε σε λίγες οικογένειες, η πλειονότητα των πολιτών φτωχοποιήθηκε, και όσοι δεν μπορούσαν πια να συνεισφέρουν στα κοινά συσσίτια έχαναν την ιδιότητα του «Ὁμοίου» — του πλήρους πολίτη με δικαίωμα συμμετοχής στον στρατό. Ο μηχανισμός που συνέδεε την ιδιοκτησία με τον στρατό ήταν άμεσος, όχι συμβολικός: κάθε Σπαρτιάτης όφειλε να συνεισφέρει προσωπικά, από τον δικό του κλήρο, στο συσσίτιό του, κι αδυναμία συνεισφοράς σήμαινε αυτόματη απώλεια της ιδιότητας του Ὁμοίου —άρα και της θέσης στον στρατό. Η στρατιωτική ιδιότητα ήταν, με άλλα λόγια, κυριολεκτικά δεμένη με την έκταση γης που έλεγχε ο ίδιος ο άνδρας. Όταν γη έφευγε οριστικά από έναν κλήρο —μέσω προίκας ή κληρονομιάς προς γυναίκα που την κρατούσε στο δικό της όνομα δια βίου, όπως είδαμε— αυτή η γη έβγαινε εξίσου οριστικά από τη δεξαμενή που τροφοδοτούσε ανδρικές στρατιωτικές θέσεις. Δεν χρειάζεται καμία υπόθεση για το πώς διαχειρίζονταν οι γυναίκες την περιουσία τους· η ίδια η αφαίρεσή της από τον κλήρο αρκούσε. Πολλαπλασιασμένο σε γενιές μεγάλων προικών, το αποτέλεσμα είναι ακριβώς η αριθμητική που καταγράφει ο Αριστοτέλης.
Το μέγεθος της συρρίκνωσης φαίνεται καθαρότερα αν μπει σε ιστορική προοπτική: στις Πλαταιές, το 479 π.Χ., ο Ηρόδοτος καταγράφει 5.000 Σπαρτιάτες οπλίτες —πολίτες πλήρους δικαιώματος, όχι περίοικους ή είλωτες— που βάδισαν στη μάχη· είναι ο μόνος αριθμός δοσμένος ρητά από πηγή της εποχής. Πόσοι ήταν συνολικά οι Σπαρτιάτες εκείνη τη στιγμή παραμένει αντικείμενο συζήτησης· κάποιοι μελετητές θεωρούν πως οι 5.000 ήταν όλη η διαθέσιμη δύναμη της πόλης, άλλοι υπολογίζουν πως αντιστοιχούσαν μόλις στα 3/5 του συνόλου, δηλαδή σε σύνολο γύρω στις 8.000. Όποιο κι αν ίσχυε τότε, έναν αιώνα αργότερα, όταν έγραφε ο Αριστοτέλης, ο αριθμός των Σπαρτιατών με πλήρη δικαιώματα είχε ήδη συρρικνωθεί δραματικά:
«Τοιγαροῦν δυναμένης τῆς χώρας χιλίους ἱππεῖς τρέφειν καὶ πεντακοσίους, καὶ ὁπλίτας τρισμυρίους, οὐδὲ χίλιοι τὸ πλῆθος ἦσαν. Γέγονε δὲ διὰ τῶν ἔργων αὐτῶν δῆλον ὅτι φαύλως αὐτοῖς εἶχε τὰ περὶ τὴν τάξιν ταύτην· μίαν γὰρ πληγὴν οὐχ ὑπήνεγκεν ἡ πόλις, ἀλλ᾿ ἀπώλετο διὰ τὴν ὀλιγανθρωπίαν.»
Πολιτικά, Β 9, 1270a
Δηλαδή, σε ελεύθερη απόδοση: «ενώ η χώρα θα μπορούσε να θρέψει χίλιους ιππείς και ακόμη πεντακόσιους —δηλαδή 1.500— και τριάντα χιλιάδες οπλίτες, το πλήθος [των πολιτών] δεν έφτανε ούτε τους χίλιους. Έγινε φανερό από τα ίδια τα γεγονότα ότι η τάξη αυτή είχε καταντήσει άθλια· γιατί η πόλη δεν άντεξε ούτε ένα χτύπημα, αλλά καταστράφηκε λόγω της ολιγανθρωπίας». Ο Αριστοτέλης αντιπαραθέτει εδώ δύο διαφορετικά μεγέθη: τη δυναμικότητα της γης —πόσους θα μπορούσε να συντηρήσει, αν αξιοποιούνταν πλήρως— με την πραγματικότητα του 4ου αιώνα —πόσοι πολίτες με πλήρη δικαιώματα είχαν στην πράξη απομείνει. Δεν προσθέτει ιππείς και οπλίτες μεταξύ τους· συγκρίνει δυναμικό με απομεινάρι.
Αυτοτελής σύγχρονη βιβλιογραφία γύρω από τη λεγόμενη «σπαρτιατική ολιγανθρωπία» επιβεβαιώνει μία ενιαία, συνεχή πτωτική πορεία — από τους 5.000 (ή, κατ’ εκτίμηση, ως 8.000) στις Πλαταιές, σε λιγότερους από 1.000 επί Αριστοτέλους: μετρήσιμη, πολλαπλώς τεκμηριωμένη τάση, όχι μεμονωμένη υπερβολή του φιλοσόφου.
Έναν αιώνα αργότερα, ο Πλούταρχος δίνει έναν διαφορετικό, συμπληρωματικό αριθμό — όχι πια στρατιωτικό δυναμικό, αλλά ιδιοκτησία γης. Αφηγείται στον Βίο του Άγιδος πως από τις παλιές σπαρτιατικές οικογένειες είχαν απομείνει μόλις επτακόσιες με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, κι από αυτές μόνο περίπου εκατό κατείχαν ακόμη γη και κλήρο —δηλαδή το εισόδημα που απαιτούνταν για να συνεισφέρουν στα συσσίτια και να διατηρήσουν την ιδιότητα του Ὁμοίου. Οι δύο αριθμοί, στρατιωτικός ο ένας, περιουσιακός ο άλλος, μετρούν διαφορετικά πράγματα· δείχνουν όμως προς την ίδια κατεύθυνση, αφού η στρατιωτική ιδιότητα προϋπέθετε ακριβώς αυτό το εισόδημα. Ο νεαρός βασιλιάς Άγις Δ΄ επιχείρησε γύρω στο 244 π.Χ. ριζοσπαστική αναδιανομή γης και διαγραφή χρεών για να αντιστρέψει την κατάρρευση — μια μεταρρύθμιση στην οποία πρωτοστάτησαν, παραχωρώντας τις δικές τους εκτάσεις, η εύπορη μητέρα και γιαγιά του. Λίγα χρόνια αργότερα, γύρω στο 227 π.Χ., ο Κλεομένης Γ΄ επιχείρησε το ίδιο με ακόμη πιο βίαιο τρόπο. Ό,τι περιέγραφε ο Αριστοτέλης ως τάση, δηλαδή, όχι μόνο δεν αντικρούστηκε αλλά οξύνθηκε στον επόμενο αιώνα, ώσπου να απειλήσει την ίδια την επιβίωση του πολιτεύματος.
Η δοκιμασία του πολέμου
Η τελική —και για τον Αριστοτέλη πιο συντριπτική— απόδειξη ήρθε όταν η απειλή έπαψε να είναι θεωρητική. Μετά τη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), όταν τον επόμενο χειμώνα (370/369 π.Χ.) ο θηβαϊκός στρατός υπό τον Επαμεινώνδα εισέβαλε στη Λακωνία, οι Σπαρτιάτισσες δεν πρόσφεραν καμία χρήσιμη βοήθεια στην άμυνα — αντίθετα, έγιναν οι ίδιες παράγοντας πανικού:
«Χρήσιμοι μὲν γὰρ οὐδὲν ἦσαν, ὥσπερ ἐν ἑτέραις πόλεσιν, θόρυβον δὲ παρεῖχον πλείω τῶν πολεμίων. Ἐξ ἀρχῆς μὲν οὖν ἔοικε συμβεβηκέναι τοῖς Λάκωσιν εὐλόγως ἡ τῶν γυναικῶν ἄνεσις.»
Πολιτικά, Β 9, 1270a
Η Σπάρτη, καταλήγει ο Αριστοτέλης, δεν άντεξε ούτε ένα σοβαρό χτύπημα· καταστράφηκε λόγω της ολιγανθρωπίας που η ίδια της η νομοθεσία είχε καλλιεργήσει επί γενιές.
Η αντίστιξη: οι γυναίκες αλλού στην Ελλάδα
Για να εκτιμηθεί πόσο ασυνήθιστη ήταν πράγματι η θέση των Σπαρτιατισσών, αξίζει να δούμε τι ίσχυε στην ίδια την πόλη του Αριστοτέλη. Στην Αθήνα λειτουργούσε θεσμός ειδικά επιφορτισμένος με την εποπτεία της γυναικείας συμπεριφοράς, οι «γυναικονόμοι». Ο Αριστοτέλης τους αναφέρει αλλού στα Πολιτικά (Δ 1300a) ως κάτι αυτονόητο για τον αναγνώστη, εντάσσοντάς τους στα αριστοκρατικά —όχι δημοκρατικά ή ολιγαρχικά— χαρακτηριστικά ενός πολιτεύματος, με μια χαρακτηριστική παρατήρηση: τέτοιος έλεγχος είναι πρακτικά αδύνατος σε μια δημοκρατία, αφού «πώς είναι δυνατόν να εμποδιστούν οι γυναίκες των φτωχών να βγαίνουν έξω;», όταν εκείνες όφειλαν να δουλεύουν.
Το νομοθετικό πλαίσιο που όριζε τη δημόσια εμφάνιση των γυναικών το περιγράφει αναλυτικά ο Πλούταρχος στον Βίο Σόλωνος:
«Ἐπέστησε δὲ καὶ ταῖς ἐξόδοις τῶν γυναικῶν καὶ τοῖς πένθεσι καὶ ταῖς ἑορταῖς νόμον ἀπείργοντα τὸ ἄτακτον καὶ ἀκόλαστον· ἐξιέναι μὲν ἱματίων τριῶν μὴ πλέον ἔχουσαν κελεύσας, μηδὲ βρωτὸν ἢ ποτὸν πλείονος ἢ ὀβολοῦ φερομένην, μηδὲ κάνητα πηχυαίου μείζονα, μηδὲ νύκτωρ πορεύεσθαι πλὴν ἁμάξῃ κομιζομένην λύχνου προφαίνοντος.»
Πλούταρχος, Σόλων 21.4
Δηλαδή: όταν έβγαινε από το σπίτι, μια γυναίκα δεν επιτρεπόταν να φορά πάνω από τρία ρούχα, να κουβαλά φαγητό ή ποτό αξίας άνω του ενός οβολού, καλάθι ψηλότερο από έναν πήχη, ούτε να μετακινείται νύχτα παρά μόνο με άμαξα και αναμμένο λυχνάρι. Η ίδια η λέξη που χρησιμοποιεί ο Πλούταρχος για ό,τι απαγόρευε ο νόμος είναι «ἀκόλαστον» — η ίδια ρίζα με την «ἀκολασίαν» που ο Αριστοτέλης βλέπει ανεξέλεγκτη στη Σπάρτη. Η Αθήνα, δηλαδή, θέσπισε ρητό νόμο ενάντια σε ό,τι η Σπάρτη, κατά τον φιλόσοφο, άφησε ασύδοτο· και την τήρησή του επέβλεπαν, επί ημερών του Πλουτάρχου, ακριβώς οι προαναφερθέντες γυναικονόμοι.
Ο Αριστοτέλης, μάλιστα, απείχε πολύ από το να υπερασπίζεται τον πρώιμο γάμο που περιγράφει ο Ξενοφών· στα Πολιτικά (Ζ 1335a) συνιστά ρητά τα δεκαοκτώ ως κατάλληλη ηλικία γάμου για τις γυναίκες, επιχειρηματολογώντας εκτενώς ενάντια στον γάμο σε μικρότερη ηλικία. Το γεγονός ότι το θεωρεί απαραίτητο να το υπερασπιστεί δείχνει πόσο διαδεδομένη ήταν στην πράξη η πρακτική που ο ίδιος θεωρούσε πρόωρη.
Η δημόσια ζωή ήταν μόνο η μία όψη· η άλλη αφορούσε τον γάμο. Την επιλογή του συζύγου έκανε αποκλειστικά ο πατέρας ή ο κύριος (νόμιμος κηδεμόνας) της κοπέλας, συνήθως γύρω στα δεκατέσσερα ή δεκαπέντε της χρόνια, χωρίς η ίδια να έχει λόγο. Η πιο ζωντανή περιγραφή προέρχεται από τον Ξενοφώντα: ο Ισχόμαχος, στον Οἰκονομικό, εξηγεί στον Σωκράτη πώς παρέλαβε τη σύζυγό του:
«Καὶ τί ἄν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἐπισταμένην αὐτὴν παρέλαβον, ἣ ἔτη μὲν οὔπω πεντεκαίδεκα γεγονυῖα ἦλθε πρὸς ἐμέ, τὸν δ᾽ ἔμπροσθεν χρόνον ἔζη ὑπὸ πολλῆς ἐπιμελείας ὅπως ὡς ἐλάχιστα μὲν ὄψοιτο, ἐλάχιστα δ᾽ ἀκούσοιτο, ἐλάχιστα δ᾽ ἔροιτο;»
Ξενοφών, Οἰκονομικός 7.5
Δηλαδή: «Και τι θα περίμενες, Σωκράτη, να την παραλάβω ήδη μυημένη, αφού δεν είχε καν κλείσει τα δεκαπέντε όταν ήρθε σε μένα, και πριν από αυτό ζούσε υπό μεγάλη επιτήρηση ώστε να βλέπει όσο το δυνατόν λιγότερα, να ακούει όσο το δυνατόν λιγότερα, να ρωτά όσο το δυνατόν λιγότερα;» Πέρα από τον γάμο, η νόμιμη Αθηναία δεν μπορούσε να συνάπτει συναλλαγές πάνω από ασήμαντο ποσό, να εμφανίζεται η ίδια σε δικαστήριο, ούτε να διαχειρίζεται σημαντική περιουσία χωρίς κύριο — ακριβώς το αντίθετο απ’ ό,τι περιγράφει ο Αριστοτέλης για τη Σπάρτη.
Το πρότυπο αυτό δεν περιοριζόταν στην Αθήνα. Ο Πλούταρχος σημειώνει πως οι περισσότεροι από τους παραπάνω κανόνες του Σόλωνα ίσχυαν ακόμη, επί ημερών του (2ος αι. μ.Χ.), στη γενέτειρά του τη Βοιωτία — μαρτυρία για τη μακρά διάρκεια αυτού του προτύπου σε μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας. Δεν ήταν όμως όλη η υπόλοιπη Ελλάδα ομοιόμορφα αυστηρότερη από την Αθήνα. Ο νομικός κώδικας της Γόρτυνας στην Κρήτη, λόγου χάρη, επέτρεπε στις γυναίκες να κατέχουν ακίνητη περιουσία χωρίς κύριο και να εμφανίζονται μόνες τους στο δικαστήριο — περισσότερα δικαιώματα απ’ όσα είχαν οι Αθηναίες. Στη Μακεδονία, πάλι, το πολίτευμα παρέμενε αυστηρά πατριαρχικό στη μορφή —καμία γυναίκα δεν μπορούσε επίσημα να άρξει— όμως βασίλισσες όπως η Ολυμπιάδα ή η Ευρυδίκη άσκησαν αναμφισβήτητη πραγματική εξουσία, έστω άτυπα και μέσω ανδρικών δεσμών, όχι μέσω θεσμοθετημένων δικαιωμάτων όπως στη Σπάρτη. Αυτή η ποικιλομορφία, όμως, ενισχύει παρά αποδυναμώνει το βασικό σημείο: η Σπάρτη δεν βρισκόταν απλώς κάπου σε ένα φάσμα «περισσότερο ή λιγότερο αυστηρό»· ήταν, στο συγκεκριμένο ζήτημα της θεσμοθετημένης γυναικείας οικονομικής αυτονομίας, μια πραγματική ακραία περίπτωση στον ελληνικό κόσμο.
Συνοψίζοντας τη σύγκριση κατά κατηγορία: ως προς την ιδιοκτησία γης χωρίς κύριο, η Σπάρτη επέτρεπε στις γυναίκες να κατέχουν ως τα δύο πέμπτα της γης, ενώ η Αθήνα και —κατά τον Πλούταρχο— η Βοιωτία το απέκλειαν εντελώς· στη Μακεδονία δεν υπήρχε αντίστοιχο θεσμοθετημένο δικαίωμα, μόνο άτυπη επιρροή. Ως προς την ηλικία γάμου, οι Σπαρτιάτισσες παντρεύονταν γύρω στα δεκαοκτώ με είκοσι, ενώ οι Αθηναίες —και, όπως εικάζεται, οι Βοιωτές— στα δεκατέσσερα με δεκαπέντε, με τον σύζυγο επιλεγμένο αποκλειστικά από τον πατέρα· για τη Μακεδονία το στοιχείο αυτό παραμένει ασαφές. Η κινητικότητα εκτός σπιτιού ήταν στη Σπάρτη ελεύθερη, με δημόσια γυμναστική, ενώ στην Αθήνα και τη Βοιωτία περιοριζόταν αυστηρά από τον νόμο του Σόλωνα, όπως είδαμε, που ίσχυε στη Βοιωτία ακόμη και τον 2ο αιώνα μ.Χ. Δημόσιος λόγος και παρουσία επιτρέπονταν στις Σπαρτιάτισσες, που ασκούσαν ρητά κοινωνικό έλεγχο πάνω στους άνδρες· το αθηναϊκό ιδεώδες, αντίθετα, ήθελε να μην αναφέρεται καν δημοσίως το όνομα μιας γυναίκας, κατά τον Θουκυδίδη, ενώ στη Μακεδονία μόνο βασίλισσες όπως η Ολυμπιάδα άσκησαν πραγματική, πάντα άτυπη, επιρροή. Η αυτοπροσωπία σε δικαστήριο, τέλος, δεν τεκμηριώνεται ρητά ούτε για τη Σπάρτη ούτε για τη Μακεδονία, ενώ για την Αθήνα και τη Βοιωτία είναι σαφές πως δεν επιτρεπόταν παρά μόνο μέσω κυρίου.
Επίμετρο
Η διάγνωση του Αριστοτέλη για τη γυναικοκρατία στη Σπάρτη δεν στηρίζεται μόνο στη δική του μαρτυρία. Ο Πλάτων, γράφοντας ανεξάρτητα στους Νόμους, καταλήγει στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα, για την ίδια αιτία — την ελλιπή νομοθετική ρύθμιση του γυναικείου φύλου. Και η μετέπειτα ιστορία της Σπάρτης, όπως την καταγράφει ο Πλούταρχος στους Βίους Άγιδος και Κλεομένους, δείχνει πως το πρόβλημα της συγκέντρωσης γης δεν ατόνησε αλλά οξύνθηκε: έναν αιώνα μετά τον Αριστοτέλη, η κατάσταση ήταν αρκετά σοβαρή ώστε δύο βασιλείς να ρισκάρουν —και τελικά να χάσουν— τη ζωή τους επιχειρώντας ριζοσπαστική αναδιανομή.
Στη σύγχρονη έρευνα, η ουσία της περιγραφής του Αριστοτέλη —πραγματική, τεκμηριωμένη οικονομική και κοινωνική ισχύς των Σπαρτιατισσών— δεν αμφισβητείται σοβαρά. Η Sarah Pomeroy, στο έργο αναφοράς Spartan Women (2002), ανασυνθέτει από αρχαιολογικά και φιλολογικά τεκμήρια τον βαθμό αυτονομίας που πράγματι απολάμβαναν οι Σπαρτιάτισσες, μεγαλύτερης από οποιαδήποτε άλλη γυναικεία ομάδα στον ελληνικό κόσμο. Ο Stephen Hodkinson, σε λεπτομερή μελέτη του για το ιδιοκτησιακό καθεστώς στη Σπάρτη, ανασυγκροτεί τον ακριβή νομικό μηχανισμό —προικοδοσία, κληρονομικό δίκαιο, θεσμός των επικλήρων— πάνω στον οποίο βασίζεται η μαρτυρία του Αριστοτέλη, επιβεβαιώνοντάς την ως αξιόπιστη περιγραφή πραγματικού θεσμικού καθεστώτος και όχι ρητορική υπερβολή.
Όσοι αμφισβητούν κάτι στον Αριστοτέλη εδώ, αμφισβητούν κυρίως την αξιολόγησή του — το αν η ελευθερία των γυναικών ήταν αιτία παρακμής ή, όπως θα έλεγε ο Ξενοφών, προϋπόθεση ισχύος. Το γεγονός καθαυτό, ότι δηλαδή οι γυναίκες της Σπάρτης κατείχαν πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα οικονομική και κοινωνική θέση, παραμένει η πλέον σταθερή —και λιγότερο αμφιλεγόμενη— πλευρά ολόκληρης αυτής της παράδοσης.
Ένας σύγχρονος απόηχος
Πριν από τη σύγκριση με το σήμερα, χρειάζεται μια διευκρίνιση που συχνά παραλείπεται: οι ελευθερίες των Σπαρτιατισσών είχαν ένα σαφές, αδιαπραγμάτευτο όριο. Η σωματική τους εκγύμναση —δρόμος, πάλη, δίσκος, ακόντιο, όχι όλα τα πολεμικά αγωνίσματα— δεν σήμαινε ποτέ στράτευση· σκοπός της, όπως εξηγεί ρητά ο Ξενοφών παραπάνω, ήταν να αποκτούν «ρωμαλεότερους απογόνους», όχι να πολεμούν. Το είδαμε ήδη στη δοκιμασία της θηβαϊκής εισβολής: όταν χρειάστηκε πραγματική μάχη, «θόρυβον… παρεῖχον πλείω τῶν πολεμίων». Οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες γνώριζαν, δηλαδή, πως δεν μπορούσαν ποτέ να τις χρησιμοποιήσουν στον πόλεμο, όσο εκτεταμένη κι αν ήταν η σωματική τους άσκηση. Ούτε ήταν οι ελευθερίες τους απεριόριστες στην ίδια τη σφαίρα της αναπαραγωγής: ενώ δεν σώζεται νόμος που να τιμωρεί ρητά την άγαμη γυναίκα —όπως σωζόταν για τον άγαμο άνδρα, που υφίστατο επίσημη κοινωνική και νομική ποινή— η θέση της ανύπαντρης ή άτεκνης Σπαρτιάτισσας θεωρούνταν, κατά τη μαρτυρία του Ξενοφώντα, άθλια, συγκρίσιμη με την κοινωνική ντροπή που υφίσταντο οι συγγενείς ενός δειλού. Η τεκνοποιία παρέμενε αδιαπραγμάτευτο καθήκον προς την πόλη — η μία «υποχρέωση» που αντιστάθμιζε όλα τα υπόλοιπα προνόμια.
Η ασυμμετρία που περιγράφει ο Αριστοτέλης για τη Σπάρτη —δικαιώματα και περιουσία χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση— δεν είναι άσχετη με σύγχρονες συζητήσεις. Τον Αύγουστο του 2026 η Δανία, ακολουθώντας τη Νορβηγία (2015) και τη Σουηδία (2017), καθιέρωσε υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και για τις γυναίκες, επεκτείνοντας παράλληλα τη διάρκειά της από τέσσερις σε έντεκα μήνες· η πρωθυπουργός Μέτε Φρέντερικσεν το παρουσίασε ρητά ως βήμα προς την «πλήρη ισότητα των φύλων». Στην Ελλάδα, ο νόμος 5265/2026 εισήγαγε φέτος εθελοντική στρατιωτική θητεία για γυναίκες, με τις εθελόντριες να αποκτούν καθεστώς «όμοιο» με εκείνο των ανδρών που υπηρετούν υποχρεωτικά — η ίδια ακριβώς λέξη με το σπαρτιατικό «Ὅμοιοι».
Η ασυμμετρία, όμως, δεν σταματά στη νέα στρατιωτική υποχρέωση· εκεί, αν κάτι, φαίνεται πιο καθαρά. Ο άνδρας εξακολουθεί να υπηρετεί υποχρεωτική θητεία, και σε καιρό πολέμου το διακύβευμα είναι κυριολεκτικά η ζωή του: στην Ουκρανία, από το 2022, οι άνδρες 18-60 (πρόσφατα 23-60, μετά από χαλάρωση του 2025) απαγορεύεται να εγκαταλείψουν τη χώρα, ενώ οι γυναίκες, με ελάχιστες εξαιρέσεις για ένστολες, μπορούν να φύγουν ελεύθερα.
Εδώ, μάλιστα, η σύγκριση με τη Σπάρτη αποκτά μεγαλύτερη, όχι μικρότερη, οξύτητα. Η αρχαία Σπάρτη, όσο κι αν έδινε ελευθερίες στις γυναίκες, δεν τις απάλλασσε ποτέ από τη μία βασική υποχρέωση: την τεκνοποιία, με πραγματικό κοινωνικό κόστος για όποια δεν την εκπλήρωνε, όπως είδαμε παραπάνω. Η σημερινή ελληνική κοινωνία έχει απελευθερώσει πλήρως τη γυναίκα ακόμη κι από αυτή τη μοναδική αντιστάθμιση — γάμος και τεκνοποίηση είναι σήμερα καθαρά προαιρετικά, χωρίς κανένα κοινωνικό ή νομικό τίμημα για όποια επιλέξει να μην τα αναλάβει. Ταυτόχρονα, όμως, διατηρεί ακέραιη —σε καιρό ειρήνης με τη θητεία, σε καιρό πολέμου με κίνδυνο ζωής, όπως δείξαμε με το παράδειγμα της Ουκρανίας— ολόκληρη τη στρατιωτική υποχρέωση του άνδρα. Από τη γυναίκα, αντίθετα, δεν απαιτείται πλέον απολύτως τίποτα. Πρόκειται για ασυμμετρία πιο ακραία, όχι λιγότερη, από εκείνη που καταγγέλλει ο Αριστοτέλης για τη Σπάρτη — η Σπάρτη, τουλάχιστον, κρατούσε μία εξίσωση σε ισχύ. Η υπογεννητικότητα που ταλανίζει σήμερα την Ελλάδα θυμίζει έτσι, πολύ πιο άμεσα απ’ όσο θα ήθελε κανείς, την ολιγανθρωπία που περιέγραψε ο ίδιος ο φιλόσοφος.
Πηγές
Αρχαίες πηγές: Αριστοτέλης, Πολιτικά Β 9 (1269b-1270a)· Δ (1300a)· Ζ (1335a). Ευριπίδης, Ανδρομάχη 147-153, 211, 595-601. Πλάτων, Νόμοι Ζ (806a). Ξενοφών, Λακεδαιμονίων Πολιτεία 1.3-4, 14· Οἰκονομικός 7.5. Πλούταρχος, Βίος Άγιδος· Βίος Σόλωνος 21.
Σύγχρονη βιβλιογραφία: Thomas J. Figueira, «Gynecocracy: How Women Policed Masculine Behaviour in Archaic and Classical Sparta», στο Sparta: The Body Politic, επιμ. A. Powell & S. Hodkinson, Classical Press of Wales, 2010. Sarah B. Pomeroy, Spartan Women, Oxford University Press, 2002. Stephen Hodkinson, Property and Wealth in Classical Sparta, Classical Press of Wales, 2000· «Female Property Ownership and Status in Classical and Hellenistic Sparta». Robert K. Fleck & F. Andrew Hanssen, «’Rulers Ruled by Women’: An Economic Analysis of the Rise and Fall of Women’s Rights in Ancient Sparta», Economics of Governance 10 (2009), 221-245.