Επιμένω ότι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία και οι θεσμοί της αντιμετωπίζουν τους πιο αδύναμους είναι απολύτως ενδεικτικός της ποιότητάς τους.
Όσοι ασχολούμαστε ενεργά με υποθέσεις κακοποίησης ζώων έχουμε δει, ξανά και ξανά, τις ίδιες παθογένειες: εισαγγελικές αρχές που δεν διατάσσουν την αφαίρεση ενός ζώου παρά τις σοβαρές καταγγελίες, υποθέσεις που δεν διερευνώνται σε βάθος, στοιχεία που δεν συσχετίζονται, καταγγελίες που αντιμετωπίζονται αποσπασματικά και κακοποιημένα ζώα που επιστρέφουν με χαρακτηριστική ευκολία στο περιβάλλον από το οποίο απομακρύνθηκαν. Χωρίς κανένας να αναζητά την τύχη τους.
Και ύστερα έρχεται η Κυψέλη. Έξι χρόνια «καμπανάκια», επανειλημμένες αναφορές, Αστυνομία, Εισαγγελία, νοσοκομεία και παιδιά που επέστρεφαν ξανά και ξανά στο ίδιο περιβάλλον, μέχρι την αποκάλυψη της φρίκης.
Δεν εξισώνω τις υποθέσεις. Συσχετίζω τη θεσμική αντίδραση. Γιατί ο καθρέφτης είναι ο ίδιος: η αδυναμία έγκαιρης προστασίας εκείνου που δεν μπορεί να προστατεύσει μόνος του τον εαυτό του.
Και τώρα έρχεται το επόμενο, ίσως δυσκολότερο ερώτημα: θα αποδοθούν ευθύνες; Θα μάθουμε ποιος θεσμός απέτυχε, σε ποιο σημείο και –κυρίως– ποιοι άνθρωποι, με ονοματεπώνυμο και συγκεκριμένη αρμοδιότητα, είχαν τη δυνατότητα να παρέμβουν και δεν το έκαναν; Δεν αναφέρομαι σε εκείνους που ενδεχομένως κάτι άκουσαν και σώπασαν. Αναφέρομαι σε εκείνους που βρίσκονταν σε θεσμικές θέσεις από τις οποίες μπορούσαν να προστατεύσουν αυτά τα παιδιά.
Γιατί διαφορετικά θα μείνουμε πάλι στην εύκολη διαπίστωση ότι «το σύστημα απέτυχε». Μόνο που τα συστήματα δεν αποτυγχάνουν μόνα τους. Αποτελούνται από ανθρώπους, αποφάσεις, παραλείψεις και ευθύνες.
Το κρίσιμο τελικά δεν είναι ποιο είναι το θύμα. Είναι ότι είναι ευάλωτο. Και ένα κράτος κρίνεται ακριβώς εκεί.