Μετά την ολοκλήρωση των αυξήσεων κεφαλαίου και των placements, το ενδιαφέρον των επενδυτών στο Euronext Athens στρέφεται εκ νέου στα θεμελιώδη μεγέθη των εισηγμένων, καθώς έχει ξεκινήσει η περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων β ́ τριμήνου, με αναλυτές να εκτιμούν ότι ο τραπεζικός κλάδος μπορεί να αποτελέσει τον βασικό καταλύτη για μια πιθανή νέα ανοδική εκτόνωση του Γενικού Δείκτη.
Τα ισχυρά αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών δείχνουν πως στο σύνολο της φετινής χρήσης η κερδοφορία αναμένεται να είναι υψηλότερη των αρχικών εκτιμήσεων και να κινηθεί σε επίπεδα ρεκόρ, παρά την γεωπολιτική αστάθεια. Και αυτό με τη σημαντική ώθηση από τα ισχυρά έσοδα από τόκους και προμήθειες λόγω του μεγάλου όγκου δάνειών, την υπεραπόδοση των τομέων του bancassurance και του asset management και τα υψηλότερα από τα αρχικά εκτιμώμενα επιτόκια της ΕΚΤ.
Όσον αφορά τη γενικότερη εικόνα των έως τώρα αποτελεσμάτων των ελληνικών εισηγμένων, είναι επίσης πολύ θετική καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία της Beta Securities, ο κύκλος εργασιών εμφανίζεται αυξημένος κατά 9,9%, τα λειτουργικά κέρδη κατά 12,5%, ενώ τα καθαρά κέρδη ενισχύθηκαν κατά 8%, φθάνοντας τα 3,22 δισ. ευρώ. Σημείο αναφοράς αποτέλεσε βέβαια ο τραπεζικός κλάδος, με τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να υπερβαίνουν τις εκτιμήσεις κατά 1,3% στα καθαρά έσοδα από τόκους, 6,3% στα προ προβλέψεων κέρδη και 9,3% στα καθαρά κέρδη, οδηγώντας παράλληλα σε ανοδικές αναθεωρήσεις των εκτιμήσεων για το σύνολο της χρήσης, έστω και με διαφορετική ένταση ανά τράπεζα.
Έπειτα από τα αποτελέσματα εξαμήνου, στο επίκεντρο θα μπει σιγά σιγά ο επόμενος μεγάλος καταλύτης, η αναβάθμιση του Euronext Athens, η οποία ξεκινά τον Σεπτέμβριο. Υπενθυμίζεται πως ο Stoxx αναταξινόμησε την Ελλάδα σε Ανεπτυγμένη Αγορά στα τέλη Απριλίου, με ισχύ από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026, ο τελευταίος από τους μεγάλους παρόχους που προχώρησε σε μια τέτοια κίνηση μετά τους FTSE Russell και MSCI. Η αναβάθμιση του FTSE τίθεται σε ισχύ επίσης από τις 21 Σεπτεμβρίου, ενώ του MSCI ακολουθεί μήνες αργότερα, τον Μάιο του 2027.
Σε αυτό το πλαίσιο, επανέρχονται τα σενάρια και οι εκτιμήσεις για τις ροές στο Χ.Α. Η αναβάθμιση αποτελεί κορυφαία διεθνή αναγνώριση της σημαντικής προόδου και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στο Χρηματιστήριο Αθηνών, ενισχύοντας την εξωστρέφεια και την ελκυστικότητα της ελληνικής αγοράς κεφαλαίων. Κατά τις εκτιμήσεις της διοίκησης του Χ.Α. αναμένεται να διευρύνει σημαντικά τη δεξαμενή των διεθνών επενδυτών που θα μπορούν πλέον να επενδύσουν στην ελληνική αγορά, προσελκύοντας σημαντικές εισροές κεφαλαίων που παρακολουθούν τους παγκόσμιους δείκτες Ανεπτυγμένων Αγορών. Είναι μια εξέλιξη που δημιουργεί νέες ευκαιρίες ανάπτυξης και χρηματοδότησης για τις εισηγμένες εταιρείες.
Ωστόσο, δεν συμφωνούν όλοι ότι οι ροές θα είναι θετικές. Η HSBC επανέλαβε σε νέα της έκθεση πως δεν θεωρεί ελκυστικό το ελληνικό χρηματιστήριο, καθώς εξακολουθεί να θεωρεί την αναβάθμιση του Χ.Α. στις ανεπτυγμένες αγορές ως καθαρά αρνητική όσον αφορά τις ροές, αναμένοντας συνολικές εκροές από την ένταξη στους δείκτες Stoxx, FTSE και MSCI, ύψους 1,9 δισ. δολ.
“Η μεγαλύτερη ανησυχία μας είναι τι σημαίνει αυτό για τους ενεργούς διαχειριστές κεφαλαίων”, όπως σημειώνει. Ορισμένα funds των αναδυόμενων αγορών θα αναγκαστούν να μειώσουν τις θέσεις τους μόλις η Ελλάδα εγκαταλείψει τους δείκτες αναδυόμενων αγορών, ενώ τα funds των ανεπτυγμένων αγορών μπορεί να αγνοήσουν μια τόσο μικρή αγορά. Στον δείκτη Ανεπτυγμένων Αγορών, η Ελλάδα θα κατατασσόταν δεύτερη μικρότερη στην Ευρώπη και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, η μεγαλύτερη ελληνική μετοχή, θα κατατασσόταν μόλις στην 175η θέση μεταξύ 245 χρηματοοικονομικών εταιρειών.
Επιπλέον, πιστεύει ότι η διαρθρωτική ιστορία της Ελλάδας γύρω από τις μεταρρυθμίσεις και τη δημοσιονομική εξυγίανση έχει σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί από την αγορά, ενώ οι δύο νεότεροι κίνδυνοι, που είναι ένα παρατεταμένο ενεργειακό σοκ και η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των εκλογών στη χώρα, δεν έχουν αποτιμηθεί από τους επενδυτές.
Πάντως, όσον αφορά τις ελληνικές τράπεζες, η HSBC σημείωσε πως τις προτιμά για τρεις κυρίως λόγους: την πολύ ισχυρή αύξηση των δανείων, τα ανθεκτικά καθαρά επιτοκιακά περιθώρια και την κινητικότητα στο μέτωπο των συγχωνεύσεων και εξαγορών. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών έχουν πλησιάσει τα επίπεδα των ανεπτυγμένων αγορών και δεν θεωρούνται πια φθηνές.
Πρόσφατα και η JP Morgan ανέλυσε τις ενδεχόμενες ροές στις ελληνικές μετοχές ενόψει των αναβαθμίσεων. Κατά τη δική της άποψη η αναβάθμιση στους δείκτες Stoxx τον Σεπτέμβριο θα φέρει εισροές στις ελληνικές μετοχές που θα ξεπεράσουν το 1 δισ. δολ., ενώ εκτιμά πως λόγω και της επικείμενης αναβάθμισης, τα funds της Ευρωζώνης θα μπορούσαν να αυξήσουν τις θέσεις τους στην Ελλάδα.
Παράλληλα, μικρές καθαρές εκροές αναμένει από την αναβάθμιση στους δείκτες FTSE στις ανεπτυγμένες αγορές, οι οποίες θα διαμορφωθούν στα 110,5 εκατ. ευρώ.
Όσον αφορά την αναβάθμιση της MSCI τον Μάιο του 2027, εκτιμά πως λόγω της εξόδου από τους δείκτες MSCI Αναδυόμενων Αγορών θα σημειωθούν εκροές ύψους 4,9 δισ. δολ., ενώ λόγω της εισόδου στους δείκτες MSCI Ανεπτυγμένων Αγορών οι ελληνικές μετοχές θα δεχθούν εισροές ύψους 5,029 δισ. δολ. Συνεπώς το καθαρό αποτέλεσμα θα είναι θετικό, έστω και μικρό, με εισροές ύψους 126,3 εκατ. δολ.
Εκτός από τις αναβαθμίσεις, τον Σεπτέμβριο ξεκινά και ο δεύτερος γύρος αξιολογήσεων της Ελλάδας από τους οίκους, με ενδεχόμενες θετικές κινήσεις να στηρίζουν τόσο το Χ.Α. γενικότερα όσο και τις πιθανότητες αναβαθμίσεων και των τραπεζών. Ειδικότερα, ο κύκλος ξεκινά στις 4 Σεπτεμβρίου με την DBRS, ακολουθούν οι Moody’s και Scope Ratings στις 18 Σεπτεμβρίου, η S&P στις 23 Οκτωβρίου και ολοκληρώνεται και αυτός με την Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με την Barclays, η Ελλάδα είναι στις χώρες με μεγαλύτερες πιθανότητες αναβάθμισης από τους οίκους το β’ εξάμηνο. Όπως επισημαίνει, και οι τρεις μεγάλοι οίκοι αναβάθμισαν την αξιολόγησή της πέρυσι, και τώρα δίνουν σταθερές προοπτικές, αφήνοντας συνεπώς ανοιχτό το ενδεχόμενο αναβάθμισης τουλάχιστον των προοπτικών της σε θετικές το δεύτερο εξάμηνο.