Η μείωση του χρέους δεν αρκεί για να ανακτήσει η Ελλάδα την αξιολόγηση «Α»

20 λεπτά ανάγνωση
30 Σεπτεμβρίου 2026

Η μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ είναι υποστηρικτική για την περαιτέρω αναβάθμιση της αξιολόγησης της Ελλάδας αλλά δεν αρκεί, διαμηνύουν οι οίκοι αξιολόγησης.

Η κυβέρνηση έχει θέσει στόχο της μείωση του δημοσίου χρέους κοντά στο 110% του ΑΕΠ έως το 2030 με την επιστροφή, τότε, της αξιολόγησης της Ελλάδας στο «Α». Κατά τους οίκους, οι στόχοι που έχει θέσει το οικονομικό επιτελείο για το χρέος είναι εφικτοί αλλά αποτελούν μόνο έναν από τους πολλούς παράγοντες οι οποίο θα οδηγήσουν σε νέα αναβάθμιση της χώρας, πόσο μάλλον στην επιστροφή της στην κατηγορία του «Α».

Φέτος, με ώθηση και από την άνοδο του πληθωρισμού, το ελληνικό χρέος εκτιμάται πως θα διαμορφωθεί στο 136,8% του ΑΕΠ, αν και δεν αποκλείεται να υποχωρήσει και στο 136%, με την Ελλάδα να χάνει τα πρωτιά της πιο υπερχρεωμένης χώρας στην Ευρωζώνη από την Ιταλία, ενώ το 2027 θα υποχωρήσει στο 130,3% του ΑΕΠ, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009.  Έως το 2029 στόχος είναι να υποχωρήσει στο 117,6% του ΑΕΠ ενώ το 2030 να κινηθεί στο 113,2% και να είναι χαμηλότερος όχι μόνο από αυτόν της Ιταλίας, αλλά και από του Βελγίου και της Γαλλίας, με την Ελλάδα να κατακτά τη βαθμολογία «Α», τρία σκαλοπάτια πάνω από το σημερινό «ΒΒΒ».  Επίσης, έως το 2035 το χρέος στοχεύεται να έχει φτάσει στο 100% του ΑΕΠ, όταν και το ελληνικό αξιόχρεο εκτιμάται πως θα επιστρέψει στην αξιολόγηση «Α+».

Όπως σημειώνει η Moody’s η οποία και αναβάθμισε τις προοπτικές της Ελλάδας σε θετικές διατηρώντας την αξιολόγηση Baa3, η συνεχιζόμενη ονομαστική ανάπτυξη, τα υψηλά πρωτογενή πλεονεκτήματα και η ενεργός αξιοποίηση των ταμειακών διαθεσίμων για την αποπληρωμή του χρέους διατηρούν τον δείκτη χρέους σε έντονη πτωτική πορεία. Ο οίκος αναμένει περαιτέρω μείωση στο 120% του ΑΕΠ έως το 2030. Αυτή η πορεία μείωσης του χρέους καθώς και τα πρωτογενή γεγονότα ύψους 2,5-3,0% του ΑΕΠ στα οποία βασίζεται που εδράζονται σε ολοένα και πιο στέρεες θεσμικές βάσεις, υποδηλώνει ότι η εν λόγω μείωση μπορεί να διατηρηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου, μόλις εξομαλυνθούν ο πληθωρισμός και η ανάπτυξη και τα επίπεδα του χρέους δεν είναι τα υψηλότερα στη ζώνη του ευρώ.

Η Moody’s επισημαίνει πως η αξιολόγηση της θα μπορούσε να αναβαθμιστεί εάν παρουσιαζόταν ένα αξιόπιστο, πολυετές πακέτο διαρθρωτικών οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων, το οποίο θα αξιοποιούσε την πρόοδο που έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία. Αν και θα χρειαζόταν χρόνος ώστε οι μεταρρυθμίσεις αυτές να έχουν απτό αντίκτυπο στην ανθεκτικότητα της Ελλάδας, η συγκεκριμένη επιλογή πολιτικής θα αύξανε την πιθανότητα μόνιμων βελτιώσεων στις προοπτικές ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα, σε επίπεδα που θα υπερέβαιναν τις τρέχουσες εκτιμήσεις μας. «Η διαρκής δέσμευση για τη μείωση του χρέους θα ευνοούσε επίσης μια αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης, ωστόσο, από μόνη της, πιθανότατα δεν θα αρκούσε για μια τέτοια θετική μεταβολή» όπως τονίζει ο οίκος.

Ο οίκος τονίζει παράλληλα πως η σημερινή αξιολόγηση της Ελλάδας αντανακλά και τις διαρθρωτικές προκλήσεις της χώρας. Η οικονομική ισχύς της Ελλάδας επηρεάζεται αρνητικά από την ιδιαίτερα αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση και τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές πιέσεις, οι οποίες αναμένεται να περιορίσουν την προσφορά εργασίας και τη δυναμικότητα της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα, τονίζει.

Από την πλευρά της, και η Scope Ratings η οποία αναβάθμισε την αξιολόγηση της Ελλάδας στο ΒΒΒ+ και στο υψηλότερο επίπεδο με την Ιταλία, εκτιμά πως οι στόχοι που έχει θέσει η κυβέρνηση για το χρέος είναι απολυτά εφικτοί. Όπως προβλέπει, η ανάπτυξη η οποία θα κινηθεί το 1,9% φέτος και το 1,7% το 2027 σε συνδυασμό με τα πρωτογενή πλεονάσματα θα οδηγήσουν σε μείωση του δείκτη χρέους φέτος στο 136% του ΑΕΠ περίπου, με στήριξη και από τις περαιτέρω πρόωρες αποπληρωμές χρέους. Παράλληλα, η Scope προβλέπει ότι ο δείκτης χρέους θα μειωθεί περαιτέρω, στο επίπεδο περίπου του 110% του ΑΕΠ, έως το 2031.

Σύμφωνα με τη Scope οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση της Ελλάδας είναι οι εξής και δεν περιορίζονται μόνο στην ταχεία αποκλιμάκωση του χρέους:

Ένας είναι η ενίσχυση του αναπτυξιακής δυναμικής η οποία εκτιμάται στο περιορισμένο επίπεδο του 1,3%. Οι διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, όπως η δημογραφική γήρανση, τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και ο περιορισμένος βαθμός διαφοροποίησης της οικονομικής δραστηριότητας, εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Μια διαρκής βελτίωση των μακροπρόθεσμων δυνατοτήτων ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, η οποία θα προκύψει από τη συνεχή εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, την αύξηση των επενδύσεων και τη βελτίωση της παραγωγικότητας, θα στήριζε την αναβάθμιση.

Ένας δεύτερος είναι η βελτίωση της εξωτερικής θέσης η οποία και εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία σε σύγκριση με τις περισσότερες αντίστοιχες οικονομίες και συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά την πιστοληπτική της αξιολόγηση. Τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να διατηρηθούν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, περίπου στο 5-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με τη διαχρονικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, την αυξημένη ζήτηση για εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες λόγω της ενίσχυσης των επενδύσεων, καθώς και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές ενέργειας. Μια σταθερή ενίσχυση της εξωτερικής θέσης της χώρας, μέσω της μείωσης των εξωτερικών ανισορροπιών και της βελτίωσης των σχετικών δεικτών θα στήριζε, κατά τον οίκος, μία υψηλότερη «βαθμολογία» για τη χώρα.

Ο οίκος αξιολόγησης Morningstar DBRS εξηγεί ότι η εκτίμησή του για σημαντική μείωση του δείκτη χρέους τα επόμενα 1-2 χρόνια αποτελεί τον λόγο πίσω από την πρόσφατη αναβάθμιση των προοπτικών στη βαθμολογίας ΒΒΒ της Ελλάδας σε θετικές.

Η  επιστροφή στην αξιολόγηση «Α» απαιτεί αυτό ακριβώς, την περαιτέρω σημαντική μείωση του δείκτη χρέους η οποία όμως βασίζεται κυρίως στην ικανότητα διατήρησης πρωτογενών πλεονασμάτων και σταθερών ρυθμών ανάπτυξης, που όμως δεν είναι δεδομένοι. «Η μείωση του δείκτη χρέους κάτω από το 110% έως το 2031 είναι ένας φιλόδοξος αλλά εφικτός στόχος. Η επίτευξή του απαιτεί όμως τη συνέχιση των μεγάλων πρωτογενών πλεονασμάτων και τη διατήρηση της πρόσφατης ισχυρής αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας τα επόμενα χρόνια», σημειώνει οίκος. 

Άφησε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γαλλία: Χρέος-ρεκόρ στο 119% του ΑΕΠ – Το δημοσιονομικό «τσουνάμι» απειλεί την Ευρώπη

Σε επικίνδυνη δημοσιονομική τροχιά κινείται πλέον η Γαλλία, καθώς το δημόσιο χρέος

Moody’s: Ψήφος εμπιστοσύνης σε Alpha Bank και Πειραιώς – Ανοιχτός ο δρόμος για αναβάθμιση

Ισχυρό μήνυμα για την πορεία των ελληνικών τραπεζών έστειλε η Moody’s Ratings.

Ομόλογα σε συναγερμό: Το μήνυμα που αγνοούν οι μετοχές

Οι αγορές ομολόγων χτυπούν δυνατό καμπανάκι για την παγκόσμια οικονομία.