Σε υψηλά έως και 30 ετών σκαρφάλωσαν τα κόστη δανεισμού διεθνώς με το «καλημέρα» του Σεπτεμβρίου, πιέζοντας ακόμη περισσότερο τα δημοσιονομικά των χωρών, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και προσθέτοντας στις ήδη μεγάλες προκλήσεις που έχει προκαλέσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή που συνεχίζεται για έκτο μήνα.
Αν και στα τέλη της περασμένης εβδομάδας το sell-off «ηρέμησε» οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων σε Ευρώπη, Ασία και ΗΠΑ σηματοδοτούν το ότι η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει σε μία νέα κανονικότητα ακριβού χρήματος, με τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του χρέους και την επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών να χτυπούν «κόκκινο», ξυπνώντας μνήμες από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.
Σε αυτό το νέο σκηνικό, οι ευάλωτες χώρες με μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, υψηλό χρέος και εξάρτηση από ξένα κεφάλαια, είναι εκτεθειμένες στις διαθέσεις των «τιμωρών» των ομολόγων, τους γνωστούς vigilantes. Αντίθετα, οι χώρες με ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και συνετή πολιτική, έχουν πολύ λιγότερα να φοβηθούν.
Το πρόσφατο κύμα μαζικών πωλήσεων των ομολόγων δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία μόνο αιτία, αλλά μάλλον σε έναν συνδυασμό παραγόντων. Ο κυρίαρχος παράγοντας ήταν οι ανανεωμένες γεωπολιτικές εντάσεις και οι υψηλότερες τιμές ενέργειας οι οποίες ενισχύουν τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό. Και άλλοι παράγοντες έπαιξαν όμως ρόλο: το φαινόμενο «παραγκώνισης» της ζήτησης κρατικών ομολόγων λόγω της υψηλής έκδοσης εταιρικών ομολόγων που σχετίζεται με την Τεχνητή Νοημοσύνη, οι αδόμητες προσπάθειες του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ να μετριάσει την πίεση στα ομόλογα λόγω του υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος (με επαναγορές, χρήση μετρητών για τη προσωρινή μείωση των αναγκών έκδοσης) και η… παραπλανητική επικοινωνία από την Fed, η οποία, ωστόσο, αποκαταστάθηκε κάπως στο Jackson Hole. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο παίζουν η αυξανόμενη πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη ενόψει και του φορτωμένου εκλογικού ημερολογίου το 2027 καθώς και η καθυστερημένη, επιθετική στάση της Τράπεζας της Ιαπωνίας.
Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου της Ιαπωνίας ξεπέρασε το 3% για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια, ενώ οι αποδόσεις του 10ετούς γερμανικού ομολόγου έφτασαν έως και το 3,376%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2011. Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας εδραιώθηκε ως το υψηλότερο στην Ευρωζώνη και έφτασε το 4,25% και τα υψηλά 18 ετών, ενώ τα υψηλότερα επίπεδα από το 2008 άγγιξε και το κόστος δανεισμού του Ηνωμένου Βασιλείου, στο 5,25% και σε υψηλά 3ετίας κινήθηκε η απόδοση του 10ετούς ομολόγου των ΗΠΑ, στο 4,8%.
Το πολύ ακριβότερο χρήμα έρχεται σε ένα περιβάλλον όπου οι κυβερνήσεις έχουν αυξήσει τον δανεισμό τους μετά την απότομη αύξηση των δαπανών κατά τη διάρκεια της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, τη στιγμή που αντιμετωπίζουν επίσης τη γήρανση του πληθυσμού και τις υψηλότερες ανάγκες για αμυντικές επενδύσεις.
Η εξέλιξή αυτή είναι, συνεπώς, κάτι πολύ σοβαρότερο από μία απλή περίοδο αναταραχής στις αγορές ομολόγων, καθώς οι συνέπειές της μπορεί να εξαπλωθούν στις οικονομίες και τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η αύξηση των αποδόσεων καθιστά τον δανεισμό και τις δαπάνες λιγότερο ελκυστικές και μπορεί να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη. Παράλληλα, οι υψηλότερες αποδόσεις καθιστούν τις μετοχές λιγότερο ελκυστικές.
Η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων προσθέτει στις δημοσιονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν πολλά κράτη, όπως προειδοποιεί ο οίκος Fitch. Η αλληλεπίδραση από τις υψηλότερες αποδόσεις στο πραγματικό κόστος χρηματοδότησης είναι συνήθως σταδιακή, αλλά τα υψηλά χρέη και η μεταβαλλόμενη βάση επενδυτών μπορούν να κάνουν τις αγορές πιο ευαίσθητες στην αβεβαιότητα της δημοσιονομικής πολιτικής.
Αναλυτές επισημαίνουν πως η πτώση των τιμών της ενέργειας θα βοηθούσε βραχυπρόθεσμα, αλλά τελικά, το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού θα μειωθεί μόνο όταν οι κυβερνήσεις λάβουν συντονισμένα μέτρα για τη μείωση του χρέους ή την τόνωση της ανάπτυξης. Αν δεν το κάνουν αυτό, οι «τιμωροί» των ομολόγων θα βρίσκονται σε επιφυλακή. Μια ξαφνική απώλεια εμπιστοσύνης στη βιωσιμότητα του χρέους θα μπορούσε να οδηγήσει σε ραγδαίο sell-off εντός ημερών ή και ωρών, όπως «η στιγμή Λιζ Tρας» στο Ηνωμένο Βασίλειο το φθινόπωρο του 2022.
Στα τρέχοντα επίπεδα, οι αποδόσεις των ομολόγων δεν αποτελούν (ακόμα) πρόβλημα φερεγγυότητας για τις κυβερνήσεις, εκτιμά η ING. Για τις περισσότερες χώρες, η πραγματική απόδοση του 10ετούς ομολόγου (αφαιρώντας τον πληθωρισμό) εξακολουθεί να είναι κάτω από την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ. Ωστόσο, πολλές χώρες (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία) χρειάζονται μέτρα λιτότητας για να σταθεροποιήσουν τουλάχιστον τους δείκτες δημόσιου χρέους. Στην τρέχουσα συγκυρία, η τελευταία αναταραχή στις αγορές ομολόγων αποτελεί υπενθύμιση ότι η ανάπτυξη που τροφοδοτείται από το χρέος έχει φτάσει στα όριά της. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου οι κυβερνήσεις θα πρέπει να λάβουν πιο επώδυνες πολιτικές αποφάσεις, μειώνοντας τις δαπάνες αλλού, καθώς οι πληρωμές τόκων αυξάνοντα.
Η προσωρινή αποκλιμάκωση στο παγκόσμιο ξεπούλημα ομολόγων δεν σημαίνει πάντως ότι ο συναγερμός έληξε. Ο οικονομολόγος Μοχάμεντ Ελ Εριάν εκτιμά ότι οι πιέσεις θα συνεχιστούν. «Δεν βλέπω καμία όρεξη στις ΗΠΑ για άμεση δημοσιονομική εξυγίανση. Υποψιάζομαι λοιπόν ότι θα συνεχίσουμε να βλέπουμε ανοδικές πιέσεις στις αποδόσεις», όπως σημείωσε. Επισήμανε επίσης τη μετατόπιση στις ευρωπαϊκές αποδόσεις «Παλιότερα ανησυχούσαμε για την Ιταλία, η εστίαση τώρα είναι στην Γαλλία και όχι στην περιφέρεια της ευρωζώνης».
Τα ελληνικά ομόλογα δεν έμειναν αλώβητα από τη διεθνής αναταραχή, με την απόδοση του 10ετούς να ξεπερνά το 4%, ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, παραμένουν προστατευμένα. Σχετική ανάλυση της Morningstar DBRS αναφέρει πως αν και η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη, είναι μεταξύ των χωρών που έχουν λιγότερα να φοβηθούν από ένα σοκ στα ομόλογα. «Ο αρνητικός αντίκτυπος του υψηλότερου κόστους χρηματοδότησης αντισταθμίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ευνοϊκή δυναμική του χρέους λόγω ισχυρών οικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων», όπως εξηγεί.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν πως η πολύ καλή διαχείριση του ελληνικού χρέους, το ευνοϊκό προφίλ του, τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, τα ενισχυμένα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας και οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, καθώς και το μεγάλο «ατού» της Ελλάδας που είναι οι σχεδόν μηδενικές περαιτέρω δανειακές ανάγκες για φέτος, αποτελούν στοιχεία που ενισχύουν την ανθεκτικότητα των ελληνικών ομολόγων στα διεθνή sell-offs.