Έχουμε εισέλθει σε μία νέα εποχή δομικά υψηλότερου πληθωρισμού, αυξημένων επιτοκίων και ακριβότερου δανεισμού.
Αν και το βίαιο sell-off στα ομόλογα που έστειλε τα κόστη δανεισμού διεθνώς σε υψηλά σχεδόν δύο δεκαετιών να πάτησε «φρένο» στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, όλα δείχνουν πως η άνοδος των αποδόσεων δεν έχει ολοκληρωθεί και η επόμενη κορυφή είναι πολύ κοντά.
Η νέα εκτόξευση των τιμών της ενέργειας προκάλεσε ένα ακόμη σοκ στις αγορές ομολόγων οι οποίες έχουν «χτυπηθεί», έντονα φέτος και από το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου των ΗΠΑ άγγιξε το 5,041%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2007- προ παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης δηλαδή, πριν υποχωρήσει ελαφρώς στο 4,96%. Η απόδοση του 10ετoύς γερμανικού έφτασε έως το 3,57%, το υψηλότερο από το 2009, πριν υποχωρήσει στο 3,5% την Παρασκευή. Η απόδοση των γαλλικών 10ετών κρατικών τίτλων κινείται στο 4,51% ενώ εντός της εβδομάδας είχε φτάσει στο 4,55% – το υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2008 – και το spread διαμορφώνεται στις 100 μ.β, το υψηλότερο από τον Ιούλιο του 2012.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ανάπτυξη μπορεί να αντέξει το αυξημένο κόστος ενέργειας και δανεισμού. Οι καταναλωτές βρίσκονται όλο και περισσότερο στο επίκεντρο της πίεσης. Οι τιμές των καυσίμων στα πρατήρια έχουν εκτιναχθεί, ενώ το ίδιο αναμένεται να συμβεί και με τους λογαριασμούς ενέργειας των νοικοκυριών αυτόν τον χειμώνα – ειδικά στην Ευρώπη, όπου τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών για τη συγκεκριμένη εποχή.
Τα επιτόκια στεγαστικών δανείων έχουν αυξηθεί, χωρίς ωστόσο η αύξηση των μισθών να συμβαδίζει με αυτή την τάση. Καθώς τα επιτόκια ανεβαίνουν, οι πιεσμένοι οικονομικά καταναλωτές είναι πιθανότερο να επιλέξουν την αποταμίευση αντί για την κατανάλωση, στερώντας έτσι περαιτέρω «οξυγόνο» από τις εγχώριες οικονομίες τους.
Το μαζικό ξεπούλημα ομολόγων έχει εκτινάξει το κόστος δανεισμού των κυβερνήσεων, επιβαρύνοντάς τες παράλληλα με υψηλότερες δαπάνες για τόκους που απορροφούν πόρους από κοινωνικά, αμυντικά και άλλα προγράμματα, γεγονός που με τη σειρά του εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη βιωσιμότητα του χρέους τους.
Όπως σχολιάζει χαρακτηριστικά η Capital Economics, o μηχανισμός είναι σχετικά απλός: ένα δυσμενές σοκ στην πλευρά της προσφοράς, όπως η απότομη άνοδος των τιμών του πετρελαίου, ωθεί προς τα πάνω τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και οι κεντρικές τράπεζες αισθάνονται έτσι την ανάγκη να αντιδράσουν αυξάνοντας τα επιτόκια. Τα υψηλότερα επιτόκια οδηγούν στη συνέχεια σε υψηλότερες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, γεγονός που με τη σειρά του προκαλεί ανησυχίες σχετικά με τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, ιδίως σε οικονομίες όπου τα επίπεδα χρέους και τα δημοσιονομικά ελλείμματα είναι ήδη υψηλά.
Η απότομη και ισχυρή άνοδος των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων ομολόγων δεν οφείλεται συνεπώς μόνο στις τιμές της ενέργειας, Η ραγδαία αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο έχει αναμφίβολα συμβάλλει στους τριγμούς της αγοράς. Μελέτη του ΟΟΣΑ εκτιμά ότι οι κυβερνήσεις παγκοσμίως θα πληρώσουν πάνω από 2 τρισ. δολάρια φέτος μόνο για την εξυπηρέτηση των ετήσιων υποχρεώσεων πληρωμής τόκων. Το σημαντικότερο είναι ότι οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο δεν επιδεικνύουν επί του παρόντος καμία διάθεση για δημοσιονομική συγκράτηση. Στις ΗΠΑ -τον μεγαλύτερο οφειλέτη παγκοσμίως- το δημοσιονομικό έλλειμμα συνεχίζει να διευρύνεται με ρυθμούς-ρεκόρ.
Άλλη πηγή του σοκ είναι οι ιλιγγιώδεις ρυθμοί με τους οποίους εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης εκδίδουν ομόλογα, οι οποίοι δεν έχουν σημειωθεί ξανά από το 2020 όταν τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών ήταν μηδενικά ή και αρνητικά. Για τα κρατικά ομόλογα, αυτός ο καταιγισμός εταιρικών τίτλων αποτελεί πρόβλημα καθώς ανταγωνίζονται για την προσέλκυση μιας περιορισμένης δεξαμενής θεσμικών κεφαλαίων και σε αυτή την αναμέτρηση, βγαίνουν χαμένα.
Επιπλέον, τα ισχυρά μακροοικονομικά στοιχεία επιτάχυναν επίσης το κύμα ρευστοποιήσεων στην αγορά τίτλων σταθερού εισοδήματος. Όπως σημειώνει η Berenberg για να δούμε βουτιά στα κόστη δανεισμού και ράλι των τιμών των ομολόγων θα χρειαστεί σημαντική επιβράδυνση της οικονομίας. Ωστόσο, ελάχιστα στοιχεία συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση σήμερα: η αμερικανική οικονομία παραμένει, σε γενικές γραμμές, σχετικά ανθεκτική, ενώ η Ευρωζώνη έχει εκπλήξει και αυτή με την ανθεκτικότητά της.
Σύμφωνα με τους αναλυτές, δεν έχουμε δει ακόμη την κορυφή του κόστους δανεισμού. Όπως σημειώνει και η Société Générale, «μπορεί να έχουμε μόλις ξεπεράσει μια τοπική κορύφωση στις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων, ωστόσο η επόμενη βρίσκεται μπροστά μας». «Η υιοθέτηση αυστηρής νομισματικής πολιτικής από ΕΚΤ και Fed αποτελεί ένδειξη για όσους αμφιβάλλουν για την αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών στην καταπολέμηση του πληθωρισμού», προσθέτει.
Το ότι έρχονται και άλλες αυξήσεις επιτοκίων, σημαίνει πως και τα κόστη δανεισμού θα αυξηθούν κι άλλο. ‘Όπως σχολιάζει και η Deutsche Bank, «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι βρισκόμαστε και πάλι σε έναν παγκοσμίως συγχρονισμένο κύκλο αυξήσεων των επιτοκίων, με πιθανές περαιτέρω αυξήσεις προσεχώς».
Οι αγορές πλέον εκτιμούν πως το τελικό επιτόκιο της ΕΚΤ θα είναι 3,25% έως 3,5% το καλοκαίρι του 2027. Αυτό κατά την Société Générale σημαίνει πως η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου θα διαμορφωθεί στο 3,85% στις αρχές του 2027. Όπως είναι λογικό, αυτό θα παρασύρει και τα κόστη δανεισμού των υπολοίπων χωρών της Ευρωζώνης υψηλότερα.