Η εκτόξευση του κόστους δανεισμού έχει χτυπήσει και τις ευρωπαϊκές εταιρείες, με τη δημοσιονομική κρίση της Γαλλίας και την άνοδο των επιτοκίων να δημιουργούν πιέσεις και στην αγορά εταιρικού χρέους και να καθιστούν ακριβότερη τη χρηματοδότηση ακόμη και σε εισηγμένες με ισχυρούς ισολογισμούς. Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική αγορά δεν έχει μείνει ανεπηρέαστη.
Σύμφωνα με αναλυτές, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις, όχι μόνο λόγω της ανόδου των κρατικών επιτοκίων, αλλά και εξαιτίας της μεγαλύτερης αβεβαιότητας γύρω από το κόστος χρηματοδότησης και την ανθεκτικότητα των επιχειρηματικών ισολογισμών. «Οι επενδυτές απαιτούν όλο και περισσότερο μεγαλύτερη αποζημίωση για την ανάληψη του εταιρικού πιστωτικού κινδύνου», σημειώνει η Capital Economics.
Μάλιστα οι αναλυτές προειδοποιούν, ότι οι πιέσεις μπορεί να μεταφερθούν και στην πραγματική οικονομία, με τις τράπεζες να αυξάνουν τα επιτόκια χορήγησης δανείων και τις επιχειρήσεις να καθυστερούν τα επενδυτικά τους σχέδια.
Ήδη υπάρχουν ενδείξεις πιέσεων. Οι επιχειρήσεις στην Ευρωζώνη αντιμετώπισαν αυστηρότερους όρους τραπεζικού δανεισμού και αυξανόμενο κόστος δανεισμού κατά το τρίτο τρίμηνο του 2026, καθώς οι τράπεζες περιόρισαν τη διαθεσιμότητα δανείων σε σχέση με τις χρηματοδοτικές ανάγκες των επιχειρήσεων, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έρευνα της ΕΚT.
Όπως σημείωσε η ΕΚΤ, αν και ο δανεισμός στην Ευρωζώνη συνέχισε να αυξάνεται με ικανοποιητικό ρυθμό τον Σεπτέμβριο, οι τράπεζες περιόρισαν την πρόσβαση στην πίστωση, υπό την επίδραση των υψηλότερων επιτοκίων και της γεωπολιτικής αναταραχής. Οι τράπεζες αύξησαν τον πήχη για τη χορήγηση εταιρικών και καταναλωτικών δανείων και αναμένουν να αυστηροποιήσουν τα κριτήρια για όλες τις μορφές δανεισμού κατά το τελευταίο τρίμηνο του έτους.
Όπως σημειώνει και η Goldman Sachs, οι ανησυχίες για το δημόσιο χρέος στην Ευρώπη αρχίζουν να μεταφέρονται στο κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων, περιορίζοντας δυνητικά τα διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις και τις αποδόσεις προς τους μετόχους. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις από δύο κατευθύνσεις: την άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και την εκρηκτική αύξηση των εκδόσεων χρέους από τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, που εντείνει τον ανταγωνισμό για κεφάλαια.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αμερικάνικης τράπεζας, οι εκδόσεις ομολόγων από τους hyperscalers αναμένεται να αυξηθούν από 250 δισ. δολάρια το 2026 σε 420 δισ. το 2027, ενώ η παγκόσμια χρηματοδότηση έργων τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να διπλασιαστεί στα 300 δισ. δολάρια.
Καθώς οι πιστωτικές συνθήκες γίνονται πιο αυστηρές, το υψηλότερο κόστος τόκων αρχίζει πλέον να περιορίζει τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών. Οι αποδόσεις των ευρωπαϊκών εταιρικών ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας έχουν αυξηθεί κατά περίπου 30 μ.β από τις αρχές Σεπτεμβρίου, στο 4,4%, με τα spreads να διευρύνονται κατά 24-117 μ.β, ενώ το κόστος δανεισμού για εκδότες χαμηλότερης βαθμίδας έχει ενισχυθεί κατά 90 μονάδες βάσης, στο 7% και τα spreads κατά 94-354 μ.β.
Στις εισηγμένες του πανευρωπαϊκού δείκτη Stoxx 600, στον οποίο περιλαμβάνονται πλέον και ελληνικές, οι δαπάνες για τόκους αυξήθηκαν από το 1,25% στο 1,85% των πωλήσεων από το 2022, μειώνοντας τα κέρδη κατά περισσότερο από 5%.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σημαντικό καθώς περίπου το ένα τέταρτο του εταιρικού χρέους πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί εντός διετίας, ενώ ένα επιπλέον 25% αφορά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου. Επομένως, οι υψηλότερες αποδόσεις μπορούν να επηρεάσουν σχετικά γρήγορα σχεδόν το μισό χρέος.
Το «πρόβλημα» ωστόσο δεν είναι μόνο ευρωπαϊκό καθώς σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης Moody’s, όγκος ρεκόρ ύψους 1,45 τρισ. δολ. ομολόγων εταιρειών επενδυτικής βαθμίδας των ΗΠΑ λήγει το 2026-2030. άνοδος των επιτοκίων θα ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις, ώστε να αυξήσουν τα κέρδη τους με ρυθμό ανάλογο της αύξησης του κόστους δανεισμού.
«Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματικό σοκ για το σύστημα εταιρικού χρέους, εάν τα επιτόκια στις ΗΠΑ παραμείνουν σε τόσο υψηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια του 2027 και του 2028, έως και το δεύτερο μισό της τρέχουσας δεκαετίας», επισημαίνει η S&P Global.
Οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας ενδέχεται να αποδειχθούν πιο επίμονες το 2027, επιτείνοντας ενδεχομένως τις ανοδικές πιέσεις στα spreads των εταιρικών ομολόγων, λόγω της αυξημένης προσφοράς χρέους για τη χρηματοδότηση της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτό θα οδηγήσει σε ευρύτερες πιστωτικές πιέσεις, εκτιμά ο οίκος αξιολόγησης Fitch Ratings.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι επιχειρήσεις με περιορισμένη ρευστότητα και υψηλές ανάγκες αναχρηματοδότησης είναι ιδιαίτερα ευάλωτες, με τις διοικήσεις να ενδέχεται να δώσουν προτεραιότητα στη μείωση του δανεισμού έναντι των επενδύσεων ή των διανομών στους μετόχους. Εάν το κόστος δανεισμού παραμείνει σε υψηλά επίπεδα κατά το επόμενο έτος, οι εταιρείες ενδέχεται να «αναβάλουν επενδυτικές αποφάσεις, εξαγορές, επαναγορές μετοχών, σχέδια επέκτασης —οποιαδήποτε μορφή επένδυσης που δεν είναι υποχρεωτική— εφόσον η απόδοση από αυτές κρίνεται χαμηλότερη σε σχέση με τα αυξανόμενα επιτόκια», όπως προσθέτει η S&P.
Εστιάζοντας την ελληνική αγορά, αξίζει να σημειώσουμε πως από τα τέλη Αυγούστου, οι αποδόσεις των ομολόγων των εισηγμένων έχουν καταγράψει σημαντική αύξηση, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνά το 10% ενώ φτάνει έως και το 20% με σημαντικό όγκο αυτών των ομολόγων να λήγει την επόμενη διετία με τριετία.