Τελικά, μήπως τα κόμματα “τα βρίσκουν” και δεν διαφωνούν και τόσο πολύ στη Βουλή, όσο νομίζουμε;

Λούμπας Δημήτρης

Τελικά, μήπως τα κόμματα “τα βρίσκουν” και δεν διαφωνούν και τόσο πολύ στη Βουλή, όσο νομίζουμε;, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Η εικόνα τη πολιτικής συναίνεσης στην Ελλάδα, τουλάχιστον όσον αφορά  τη νομοθετική παραγωγή, είναι πολύ διαφορετική από αυτή που οικοδομείται από τα Μέσα Ενημέρωσης και από αυτή που έχει στο μυαλό του ο μέσος Έλληνας πολίτης.

Πίσω από τις εκατέρωθεν σκληρές ανακοινώσεις των κομμάτων, τους ομηρικούς καβγάδες στη Βουλή, τις κόντρες στα τηλεοπτικά παράθυρα, τους ενίοτε ακραίους χαρακτηρισμούς, ο πήχης της πολιτικής συναίνεσης βρίσκεται πάρα πολύ ψηλά.

Αυτό αποδυκνείεται και από τα στατιστικά στοιχεία πρόσφατης έρευνας του Vouliwatch.gr.

Στη παρακάτω εικόνα φαίνεται το Ποσοστό ταύτισης της Νέας Δημοκρατίας με τα άλλα κόμματα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: www.lifo.gr

Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα 2 μεγάλα κόμματα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, καθώς μαζί αποτελούν τους 2 βασικότερους πυλώνες πλέον του Κοινοβουλευτισμού και κοντεύουν στο 70% της προτίμησης των ψηφοφόρων.

Ακόμη και την περίοδο του πρώτου εξαμήνου του 2015 όπου η πολιτική αντιπαράθεση βρέθηκε στο ζενίθ, η Νέα Δημοκρατία ψήφισε σημαντικό αριθμό νομοσχεδίων της κυβέρνησης ( περίπου 3 στα 10), ενώ αντίστοιχη εικόνα υπάρχει και τους πρώτους μήνες της σημερινής διακυβέρνησης όπου ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ταυτιστεί σε παραπάνω από το ⅓ των ψηφοφοριών ( 46,66%), σύμφωνα με την έρευνα του vouliwatch και της Lifo.

Αντίστοιχα κινήθηκε και η Φώφη Γεννηματά με το ΚΙΝΑΛ .Σε ιδιαίτερα συναινετική λογική , αφού είτε ως Κίνημα Αλλαγής είτε ως Δημοκρατική Συμπαράταξη, έχει ψηφίσει 8 στα 10 νομοσχέδια που εισηγήθηκε η ΝΔ και πάνω από 6 στα 10 νομοσχέδια που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ

Όπως μπορεί να παρατηρήσει κανείς διαβάζοντας τα στατιστικά στοιχεία και αναλύοντας τα, τα υψηλότερα ποσοστά πολιτικής συναίνεσης καταγράφονται στην ΙΖ κοινοβουλευτική περίοδο, δηλαδή από τον Σεπτέμβριο του 2015 έως τον Ιούλιο του 2019, αμέσως μετά από την επίτευξη συμφωνίας με του δανειστές τον Αύγουστο του 2015, η οποία και εγκρίθηκε στη Βουλή με 222 θετικές ψήφους.

Το πρώτο λοιπόν που παρατηρούμε, είναι ότι υπάρχει μια διαφορετική εικόνα στον μέσο Έλληνα ψηφοφόρο, όσον αφορά τις ψηφοφορίες πριν περάσει ένας νέος νόμος κυρίως. Μια εικόνα που βασίζεται σε κομμάτια συνεδριάσεων που προβάλλονται από τα δελτίων ειδήσεων , τα οποία επιλέγουν να προβάλουν αποσπασματικά τις στιγμές μεγάλης έντασης, οι οποίες και “πουλάνε”.

Επιχειρώντας μια “γρήγορη” ερμηνεία του φαινομένου του να συμφωνούν τα κόμματα στα περισσότερα φλέγοντα θέματα και να επιτυγχάνεται ευρύτερη πολιτική συναίνεση, καταλήγουμε στο ότι  ένας μεγάλος –ίσως πλειοψηφικός– αριθμός νομοσχεδίων στηρίζονται σε ευρωπαϊκές οδηγίες που ενσωματώνονται στο ελληνικό ή αποτελούν αποκλειστικά ευρωπαϊκές οδηγίες ή διεθνείς συμβάσεις.

Αυτό αποτελεί σημαντικό κριτήριο για τη στάση των κομμάτων μεν, προβληματίζει δε για την ελευθερία της γνώμης που απολαμβάνουν  οι βουλευτές μας από την μία και κατά πόσο έχουν το περιθώριο να καταψηφίσουν ένα νομοσχέδιο εάν δεν το θεωρούν ωφέλιμο για την χώρα, από την άλλη .

Γνωρίζουμε όλοι ότι ένας σημαντικός αριθμός νομοσχεδίων των τελευταίων ετών συντάχθηκαν σε συνεργασία με τους δανειστές στο πλαίσιο των δανειακών συμβάσεων, γνωστότερων ως «μνημονίων».

Εάν λοιπόν η πλειοψηφία των νομοσχεδίων είναι κατευθυνόμενα από τους δανειστές  της χώρας μας τότε μήπως το δίλημμα της επιλογής πολιτικού προσωπικού της χώρας (φυσικά με το κριτήριο του να υπερασπιστεί ο κάθε βουλευτής  όσο το δυνατόν καλύτερα τα συμφέροντα του κράτους και των πολιτών) δεν είναι και τόσο δίλημμα;  Φυσικά και δεν υπάρχει απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα άλλα είναι τροφή προς σκέψη και φυσικά αρκετά σύνθετο για να απαντηθεί σε λίγες γραμμές.

Τα αριθμητικά δεδομένα που παρατίθενται μπορούν να αξιοποιηθούν από κάθε πολίτη για την εξαγωγή συμπερασμάτων για πολλές πτυχές της πολιτικής και κοινοβουλευτικής ζωής, όπως και για το επίπεδο ενημέρωσης και πληροφόρησης που έχουμε γι αυτή.