Γιατί οι επενδυτές κυνηγούν τα ελληνικά ομόλογα και όχι τις μετοχές

Κούρταλη Ελευθερία

Γιατί οι επενδυτές κυνηγούν τα ελληνικά ομόλογα και όχι τις μετοχές, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Ενώ οι επενδυτές εξακολουθούν να αποφεύγουν το Χρηματιστήριο Αθηνών με τους ημερήσιους τζίρους να έχουν υποστεί… καθίζηση τη στιγμή μάλιστα που οι αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχών και ειδικά των τραπεζών διαπραγματεύονται πλέον σε πολύ χαμηλά και «φθηνά» επίπεδα, η εικόνα στην αγορά ομολόγων παραμένει εντελώς διαφορετική.

Η εξέλιξη της πανδημίας και οι επιπτώσεις της στην οικονομία και ειδικά στον τουρισμό, και οι γεωπολιτικές ανησυχίες και έχουν δημιουργήσει ένα πέπλο επενδυτικών αναστολών στο Χ.Α, ενώ η έλλειψη ενδιαφέροντος γύρω από τις τραπεζικές μετοχές κρατούν την αγορά σε υποτονικούς ρυθμούς, μη μπορώντας να ακολουθήσει την ξέφρενη πορεία της ελληνικής αγοράς ομολόγων.

Παρά την επιδείνωση της πορείας της οικονομίας λόγω της κρίσης, τα ελληνικά ομόλογα συνεχίζουν να ξεχωρίζουν και να καταγράφουν νέα ρεκόρ, με τους επενδυτές να επιβεβαιώνουν την εμπιστοσύνη τους στις μακροπρόθεσμες προοπτικές της Ελλάδας, εκμεταλλευόμενοι παράλληλα και τα σημαντικά «όπλα» που προσφέρουν οι ελληνικοί τίτλοι. Ένα από αυτά, το οποίο λείπει από το ελληνικό Χρηματιστήριο, είναι η στήριξη που ονομάζεται ΕΚΤ.

Όπως επεσήμανε και σε ρεπορτάζ της η γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, τα ομόλογα της Ελλάδας έχουν μεγαλύτερη ζήτηση από ποτέ και είναι από τα λίγα κρατικά ομόλογα στη ζώνη του ευρώ που εξακολουθούν να δημιουργούν εισόδημα. Όπως εξήγησε ο Γιάκομπ Σουβάλσκι, αναλυτής της ελληνικής οικονομίας στην Scope Ratings, η εμπιστοσύνη των επενδυτών στα ελληνικά ομόλογα δείχνει τη βελτιωμένη μακροπρόθεσμη δυναμική της χώρας. Παράλληλα η γερμανική εφημερίδα τόνισε πως το ότι οι τιμές των ελληνικών ομολόγων συνεχίζουν να αυξάνονται οφείλεται και στο γεγονός ότι η ΕΚΤ αγοράζει τίτλους στο πλαίσιο του προγράμματος έκτακτης ανάγκης για την πανδημία. «Αυτό μειώνει τον κίνδυνο αποτυχίας», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Η απόδοση του ελληνικού 5ετούς ομολόγου βρέθηκε σε ιστορικό χαμηλό και στο 0,217% την περασμένη εβδομάδα, ενώ η απόδοση του 10ετούς κινείται στο 1,07% και το spread στις 155 μ.β, έχοντας υποχωρήσει κατά 300 μ.β το τελευταίο εξάμηνο.

Το κυνήγι των ελληνικών αποδόσεων δεν είναι τυχαίο σύμφωνα με τους αναλυτές, ενώ το έντονο ενδιαφέρον των επενδυτών αποτυπώνεται τόσο στην ισχυρή συμμετοχή τους στις τέσσερις εκδόσεις στις οποίες έχει προχωρήσει φέτος η Ελλάδα, όσο και στους όγκους συναλλαγών στη δευτερογενή αγορά οι οποίοι κινούνται σε υψηλά εξαετίας. Aπό τις αρχές του 2020 και εν μέσω πανδημίας, ο τζίρος στην ΗΔΑΤ ήδη αγγίζει τα 9,8 δισ. ευρώ. Όπως εκτιμούν οι αναλυτές, το 2020 αναμένεται να είναι το καλύτερο έτος από πλευράς τζίρου στην αγορά, από το 2010 .

Η Société Générale σημειώνει πως υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο μείωσης των spreads των ομολόγων της περιφέρειας, μεταξύ των οποίων και των ελληνικών.  Η γαλλική τράπεζα εντοπίζει πληθώρα λόγων για τη συνέχιση των πολύ καλών επιδόσεων, όπως η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, η συνεχιζόμενη στήριξη από τα προγράμματα QE της ΕΚΤ, η επιστροφή των διεθνών επενδυτών στην ευρωπεριφέρεια καθώς και η απουσία οποιουδήποτε φόβου για υποβάθμιση των αξιολογήσεων των χωρών του Νότου στο επόμενο διάστημα.

Ειδικά σε ότι αφορά τα ελληνικά ομόλογα, η Alpha Bank εντοπίζει τέσσερις λόγους που στηρίζουν την περαιτέρω πτώση των αποδόσεών τους. Όπως επισημαίνει, το γεγονός ότι η βελτίωση των κρατικών τίτλων διατηρείται παρά την επιδείνωση του οικονομικού κλίματος εξαιτίας της πανδημίας, υποδηλώνει ότι οι αγορές προεξοφλούν:  1) την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας έναντι του υφεσιακού σοκ σε χρονικό ορίζοντα διετίας, η οποία ήδη ενισχύεται από τα μέτρα στήριξης για το χρονικό διάστημα 2020-2021, 2) την ενεργό στήριξή της πολιτικής της ΕΚΤ, μέσω των αγορών των ελληνικών τίτλων, στο πλαίσιο του νέου έκτακτου QE (PEPP), 3) το ευνοϊκότερο προφίλ του ελληνικού χρέους (χαμηλές ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού δημοσίου, μεγάλη περίοδο ωρίμανσης του χρέους, το μεγαλύτερο ποσοστό του χρέους αποτελείται από δάνεια σταθερού επιτοκίου), και 4) το ισχυρό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που αναμένεται να προκύψει την επόμενη εξαετία, μέσω της απορρόφησης των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και των κονδυλίων από το ΕΣΠΑ 2021-2027.

Όπως σημείωσε και η Eurobank Equities, οι ελληνικές μετοχές διαπραγματεύονται σε πολύ χαμηλές απόλυτες αλλά και σχετικές αποτιμήσεις, σε discount 15% σε σχέση με τον μέσο όρο πολλών ετών και με σημαντικό discount έναντι των ευρωπαϊκών μετοχών (40%).

Ωστόσο, η εξέλιξη της πανδημίας και η νέα αύξηση των κρουσμάτων, σε συνδυασμό με την χαμηλή ορατότητα σχετικά με τον ρυθμό ανάκαμψης της οικονομίας, κάνουν το σκηνικό για τις ελληνικές μετοχές να μην είναι ξεκάθαρο ακόμη.

Έτσι, η Eurobank Equities αναμένει πως το Χρηματιστήριο στους επόμενους μήνες θα κινηθεί σε στενό εύρος διακύμανσης και θα παραμείνει ευάλωτο σε risk-off επεισόδια στις αγορές και προτείνει στους επενδυτές να μην στραφούν ακόμα σε κυκλικούς κλάδους και μετοχές, ενώ παράλληλα συστήνει να κοιτάξουν προς εκείνες τις εισηγμένες που προσφέρουν απόδοση, σταθερότητα και ποιότητα.

Το γεγονός είναι πως πολλοί επενδυτές είχαν αγοράσει ελληνικές μετοχές και ειδικά τις τραπεζικές το 2019 βλέποντας ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας το 2020 και 2021 ενώ η πλειονότητα των αναλυτών προέβλεπε πως η Ελλάδα θα σημειώσει φέτος την ισχυρότερη ανάπτυξη στην ευρωζώνη. Αυτό εξηγεί και το ισχυρό ράλι της αγοράς την περσινή χρονιά.

Πλέον, λόγω της κρίσης Cοvid 19, αυτά τα «στοιχήματα» έχουν μεταφερθεί για πολύ αργότερα, το 2022-2023, κάτι που εξηγεί την αποστροφή των επενδυτών από το Χ.Α και τη στάση αναμονής.

Το γεγονός ότι στο Χ.Α δεν υπάρχει ένας μηχανισμός στήριξης όπως αυτός που έχουν τα ελληνικά ομόλογα δηλαδή τις αγορές από την ΕΚΤ οι οποίες κρατούν τις αποδόσεις χαμηλές, σε συνδυασμό με τα σύννεφα αβεβαιότητας που παραμένουν πάνω από την οικονομία λόγω της πανδημίας, δεν υπάρχει κίνητρο για τους επενδυτές να «παίξουν» το trade του Χ.Α και έτσι προτιμούν να μείνουν στο περιθώριο μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο και κυρίως οι προοπτικές του 2021.