Τα όρια του κινεζικού γραφειοκρατικού υπερκαπιταλισμού

Παπαδόπουλος Ιωάννης

Τα όρια του κινεζικού γραφειοκρατικού υπερκαπιταλισμού, ειδήσεις από την ελλάδα, ειδησεις τωρα ελλαδα, τα τελευταια νεα τωρα, τηλεοραση, live tv, live streaming, web tv

Απ’ την απότομη πτώση του Χρηματιστηρίου της Σαγκάης στις αρχές του περασμένου Ιουλίου, οι ανησυχίες για την πορεία της κινεζικής οικονομίας διαρκώς εντείνονται. Η διαφαινόμενη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης του «κινεζικού τίγρη» στο 7% μετά από πολλά χρόνια διψήφιων ποσοστών προοιωνίζει μια μείωση της ζήτησης για πρώτες ύλες απ’ την κινεζική μεταποίηση, με αποτέλεσμα οι τιμές των μεταλλευμάτων να έχουν καταρρεύσει σε χαμηλά δεκαετίας και να συμπαρασύρουν πολλές αναδυόμενες οικονομίες που βασίζονται σε εξαγωγές.

Σε μια φανερή προσπάθεια ανάκτησης δυναμισμού, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας προέβη πριν από λίγες μέρες σε μια εντυπωσιακή υποτίμηση του κινεζικού γουάν προκειμένου να αναχαιτίσει το ρυθμό μείωσης των κινεζικών εξαγωγών. Αυτή η υποτίμηση, με τη σειρά της, έχει συμπαρασύρει σε ένα σπιράλ ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων την ευρύτερη περιφέρεια της Ασίας. Έτσι, όσοι επενδυτές είχαν τοποθετηθεί σε κάποιο τοπικό νόμισμα βλέπουν την αξία του να διαβρώνεται σε σχέση με διεθνή νομίσματα όπως το ιαπωνικό γιεν και το ευρώ, με αποτέλεσμα να συνωστίζονται στην έξοδο, επιτείνοντας έτσι την πτώση των χρηματιστηρίων.

Αυτή η πολύ σοβαρή κρίση δείχνει τα όρια του κινεζικού μοντέλου γραφειοκρατικού υπερκαπιταλισμού. Στην Κίνα, οι μανδαρίνοι του Κομμουνιστικού Κόμματος ακόμα ελέγχουν ουσιαστικά όλη την παραγωγή μέσω του απόλυτου ελέγχου που, θεωρητικά, ασκούν στο τραπεζικό σύστημα της χώρας και στη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος. Μετά την εξέγερση της πλατείας Τιαν Αν Μεν το 1989, το Κομμουνιστικό Κόμμα Κίνας αποφάσισε, παρά τα μαρξιστικά θέσφατα, να αφήσει πιο ανεξέλεγκτη την επιδίωξη κέρδους απ’ τις επιχειρήσεις προκειμένου να αντισταθμιστεί η καταπίεση των ελευθεριών από μια αυξανόμενη ευμάρεια.

Το πολύ χαμηλό εργατικό κόστος των μαζών που κατέφθαναν στα βιομηχανοποιημένα παράλια απ’ την απέραντη κινεζική ενδοχώρα εγγυάτο την προσέλκυση δυτικών επενδύσεων κατ’ αρχήν σε τομείς εντάσεως εργασίας. Σιγά-σιγά σχηματίσθηκε μια ανερχόμενη μεσαία τάξη, η οποία διαβρώθηκε απ’ τον καταναλωτισμό τόσο που να επιδιώκει να έχει καλές σχέσεις με τους τοπικούς αξιωματούχους του Κόμματος για να συνεχίσει να πλουτίζει. Το φαουστικό συμβόλαιο μεταξύ μιας κομμουνιστικής μονοκρατορίας και ενός ιλιγγιωδώς αναπτυσσόμενου καπιταλισμού έμοιαζε να πιάνει.

Όμως η αχίλλειος πτέρνα αυτού του μοντέλου ήταν πάντα η αναντιστοιχία μεταξύ του απόλυτου ελέγχου στην προσφορά χρήματος απ’ τις κομματικά ελεγχόμενες τράπεζες και των διαρκώς αυξανόμενων αναγκών τόσο των επιχειρήσεων όσο και των άπληστων κερδοσκόπων για ρευστότητα.

Και οι μεν και οι δε χρειάζονταν πρόσβαση σε φθηνά δανειακά κεφάλαια, οι μεν για να συνεχίσουν τις κεφαλαιουχικές επενδύσεις προς διαρκή επέκταση της παραγωγής, οι δε γιατί ποθούσαν διαρκώς νέα κέρδη από μετοχές και ακίνητα σε μια οικονομία όπου οι μισθοί διατηρούνταν επίτηδες συμπιεσμένοι προς χάριν της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Αυτή η αναντιστοιχία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης χρήματος βρήκε διέξοδο στον σκιώδη τραπεζικό τομέα, δηλαδή σε έναν εσμό ανεξέλεγκτων λίγο-πολύ δανειστών, που χρηματοδοτούσαν την αγορά παραγωγικού εξοπλισμού, μετοχών και ακινήτων, δημιουργώντας έτσι μια φούσκα αποτιμήσεων σε επίγνωση και με την ανοχή των κρατικών αρχών.

Η καπιταλιστική φρενίτιδα της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου δημιούργησε δύο τραπεζικούς τομείς: έναν επίσημο, ιδιαίτερα άκαμπτο και πλήρως ελεγχόμενο από γραφειοκράτες, και έναν ανεπίσημο, ευέλικτο και γενναιόδωρο προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, με την εγγύηση μάλιστα κρατικών οργανισμών. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτό το μοντέλο δεν μπορούσε να λειτουργεί παρά μόνο με την προϋπόθεση συνεχών και ιδιαίτερα υψηλών ρυθμών ανάπτυξης προκειμένου τα κέρδη από μετοχές και ακίνητα να μπορούν να ξεπληρώνουν τα δάνεια του σκιώδους τομέα, που απομυζούσαν ολοένα και περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα.

Όμως η Θεία Δίκη, τρόπον τινά, του καπιταλισμού είναι ότι καμία οικονομία δεν μπορεί να αναπτύσσεται διαρκώς διότι, αν μη τι άλλο, το εργατικό κόστος κάποια στιγμή αυξάνεται λόγω της διαρκούς ανόδου των τιμών και ο κύκλος γυρίζει. Βρισκόμαστε σ’ αυτήν ακριβώς τη στιγμή στην Κίνα, με τον κίνδυνο κατάρρευσης ενός σκιώδους τραπεζικού τομέα μεγέθους εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Οι αγορές έχουν πάθει πανικό από ένα τέτοιο ενδεχόμενο και όλα τα μάτια τώρα είναι στραμμένα στη Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας, η οποία αναμένεται να πλημμυρίσει η ίδια με ρευστότητα τις τράπεζες, καθώς και στις ΗΠΑ, οι οποίες ελπίζεται ότι θα απορροφήσουν τους παγκόσμιους κραδασμούς με τους δικούς τους ρυθμούς ανάπτυξης.