Πού το πας, Αλέξη;

Μπογδάνος Κωνσταντίνος

Πού το πας, Αλέξη;
Δημοσιεύαμε εδώ στις 29 Ιουνίου 2015: «ΟΧΙ σημαίνει διακοπή ρευστού τραπεζών, ήτοι δυο τα τινά: Λειτουργία της οικονομίας υπό νόμισμα νέο, ή κούρεμα καταθέσεων ώστε να διασφαλιστεί μια κεφαλαιακή βάση των ιδρυμάτων ικανή να τα κρατά σε λειτουργία. Δεν υπάρχει τρίτη οδός.» Αυτό που τότε δεν φανταζόμασταν είναι το πόσο κτηνώδεις κοροϊδίες είναι ικανός να συλλάβει και να φέρει εις πέρας ο Αλέξης Τσίπρας με την αυλή του. Συνεπώς, όταν στις 15 Ιουνίου του ίδιου έτους σημειώναμε, ότι «η συγκυβέρνηση βρίσκεται μισό βήμα από το να τινάξει στον αέρα τη γεωπολιτική στόχευση της ελλαδικής μεταπολίτευσης στο σύνολό της», πιστεύαμε, ότι οι πληροφορίες περί IOUs και έκκλησης στη Ρωσία για διευκόλυνση μετάβασης σε εθνικό νόμισμα σήμαιναν, πως σε περίπτωση επικράτησης του ΟΧΙ θα έμπαινε σε εφαρμογή το σχέδιο. Αυτό δεν συνέβη τελικά, όχι διότι το σχέδιο δεν ήταν έτοιμο, ούτε διότι επικράτησε το ΝΑΙ, αλλά διότι με μια κωλοτούμπα παγκόσμιας πρωτοτυπίας, ο Αλέξης κρέμασε εν μια νυκτί το νυχτωμένο 62% των Ελλήνων ψηφοφόρων. 
 
Μπορεί η νέα σειρά αποκαλύψεων των τελευταίων ημερών να έχει αυξημένη επικοινωνιακή βαρύτητα, όμως δεν περιμέναμε τον κο Λαφαζάνη, ούτε τη νέα ομοβροντία Βαρουφάκη για να βεβαιωθούμε για την αλήθεια του πράγματος. Ήδη από πέρυσι το καλοκαίρι το βιβλίο του Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ «Καλώς όρισες στη μαρτυρική αρένα» (εκδ. Πατάκη) τα έχει εκθέσει όλα με το νι και με το σίγμα: Τον ρόλο των υπουργείων Εσωτερικών και Άμυνας, το δελτίο στα καύσιμα, την «επίταξη» της ΤτΕ, την εθνικοποίηση των τραπεζών και την ανακεφαλαιοποίησή τους με Νέα Δραχμή, την επιστράτευση των υπαλλήλων στην εκπαίδευση, την υγεία, τη δημόσια ασφάλεια. Οι λεπτομέρειες περί «παράλληλου νομίσματος», που έδωσε πρόσφατα σε εκδήλωση του Γκρίλο στην Ιταλία ο μέχρι και σήμερα σύμβουλος του ΥΠΟΙΚ, Γκλεν Κιμ, έρχονται απλώς να κουμπώσουν με μιαν ήδη διαμορφωμένη εικόνα. Φωτιά υπάρχει πίσω από όλον τον καπνό, δεν χωρά καμία αμφιβολία. Αλλά κι αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Το ερώτημα, πλέον είναι άλλο.
 
Γιατί δεν μιλά κανείς από το Μαξίμου; Εν μέρει, διότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, όπου ακόμα κι ο πρωθυπουργός και η ομάδα του δυσκολεύονται να καλύψουν τα ψέματα με νέα ψέματα. Αν δεν βγάλουν όλους τους παραπάνω μυθομανείς, θα πρέπει να παραδεχτούν κάποιο από τα ακόλουθα: Πρώτον, ότι δούλευαν το κόμμα. Δηλαδή, ότι ο Αλέξης ήθελε να θρονιαστεί στην καρέκλα και να κάνει παιχνίδι πάνω στις πλάτες των ιδεολόγων που πίστευαν στη σκληρή αντιμνημονιακή γραμμή της ρήξης. Δεύτερον, ότι δούλευαν τον ελληνικό λαό, πατώντας ακριβώς πάνω στο αντιμνημονιακό πάθος συντρόφων και ψηφοφόρων. Τρίτον, ότι όντως κρατούσαν ανοιχτό το ενδεχόμενο, να οδηγήσουν τη χώρα εκτός ευρώ, αλλά τελευταία στιγμή κιότεψαν, ή κατάλαβαν ότι δεν έχουν τις διεθνείς πλάτες για να προχωρήσουν σε «πραξικόπημα της δραχμής». Τέταρτον, ότι όλο το «σχέδιο» ήταν μια υπολογισμένη μασκαράτα, μια μπλόφα εις βάρος κόμματος, συνεργατών και ιδεολογίας, που δεν συγκίνησε ποτέ τον Σόιμπλε, απλούστατα διότι τον απειλούσαν με κάτι που και ο ίδιος επιθυμούσε. 
 
Ακριβώς επειδή το Μαξίμου δεν μπορεί να κάνει τίποτα από τα προαναφερθέντα χωρίς να εξευτελιστεί πλήρως, θα αρκείται σε μισόλογα στελεχών-ταλιμπάν και θα αλλάζει θέμα σε κάθε ευκαιρία. Θα κάνει πλάτες σε παρακρατικούς, αναρχικούς κι αντεξουσιαστές, μέχρι και το μάτι θα κλείνει σε τρομοκράτες για να αποφύγει την οργή του κινήματος, το οποίο ο Αλέξης Τσίπρας χειραγώγησε και εξαπάτησε. Θα επιχειρεί να μαγειρέψει «success stories», όπως η έξοδος στις αγορές, που εξαγγέλθηκε και μαζεύτηκε. Θα διατάζει την ΕΡΤ να σφυρίζει αδιάφορα και θα μετατοπίζει τη συζήτηση σε κριτική προς τη Δικαιοσύνη, της οποίας η απόπειρα επηρεασμού δεν είναι άσχετη με τη συζήτηση περί ποινικών ευθυνών ακόμα και του ίδιου του πρωθυπουργού – τις οποίες φέρεται να τρέμει ήδη από το ’15. Θα επιχειρεί, παράλληλα, να ελέγξει media και ισχυρούς πόλούς συμφερόντων της χώρας (που ένας-ένας εγκαταλείπουν το κυβερνητικό άρμα) δια των τηλεοπτικών αδειών και των πολιτικών προεκτάσεων υποθέσεων όπως του NOOR 1. Πού οδηγούν, όμως, όλα αυτά;
 
Ήδη από την επομένη των εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015, η επίσημη γραμμή μέσων, που κάποτε παρουσιάζονταν ως θεματοφύλακες της αστικής δημοκρατίας και έκτοτε αλληθωρίζουν όλο και εντονότερα δεχόμενα καθεστωτικές πρακτικές και σιγοντάροντας καταστροφικές πολιτικές, είναι ότι ο Τσίπρας έχει τελεσίδικα μεταμορφωθεί σε έναν αστό, ευρωπαίο, δημοκράτη πολιτικό ηγέτη. Εκείνοι που διαφωνούν με αυτήν την οπτική στοχοποιούνται και ενίοτε «κλαδεύονται». Το θέμα δεν είναι, εντούτοις, ούτε τα μέσα, ούτε τα πρόσωπα. Το θέμα είναι, ότι οι αποτυχίες της κυβέρνησης, να κλείσει έγκαιρα τις αξιολογήσεις, να πάρει το QΕ, να ανακουφίσει την αγορά, να ελαφρύνει τα φορολογικά βάρη, να αποσοβήσει μια κατάρρευση που αναβάλλεται διαρκώς από μιαν ανάπτυξη που όλο έρχεται, μυρίζουν για ακόμα μια φορά σκοπιμότητα. Τίποτα στην πραγματικότητα δεν εγγυάται, ότι ο καταληψίας δεν είναι έτοιμος ενώπιον μιας απρόβλεπτης διεθνούς συγκυρίας να ξαναπαίξει τη χώρα στα ζάρια, να ξεπλύνει τη ντροπή του ’15, να επιχειρήσει κατάλυση θεσμών, να αφιονίσει εκ νέου τον λαό που εσκεμμένα τώρα γονατίζει.
 
Το πρωτεύον δεν είναι τί έκανε ο Τσίπρας πριν από δυο χρόνια, αλλά πώς ακόμα απειλεί την Ελλάδα με μετατροπή της, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε μεταευρωπαϊκή σοβιετία. Υπερβολή; Ναι, σίγουρα. Και πληρωμένη προπαγάνδα. Όπως και οι αλήθειες που φωνάζαμε με θάρρος και σθένος το προ-προηγούμενο καλοκαίρι.